Υποκλοπές, Τέμπη και Σαμαράς
Οι υποκλοπές, η τραγωδία στα Τέμπη και η σύγκρουση με τον Σαμαρά δεν αποτελούν απλώς τις τρεις πιο δύσκολες στιγμές για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που αυτές τις ημέρες ήρθαν όλες μαζί στην επικαιρότητα
Συνιστούν τρία διαφορετικά πολιτικά λάθη με κοινά χαρακτηριστικά ανεπαρκούς διαχείρισης. Διαφέρουν ως προς τη φύση τους (θεσμική κρίση, ζήτημα δημόσιας ασφάλειας, ενδοπαραταξιακές τριβές), αλλά συγκλίνουν σε έναν κοινό παρονομαστή: την αρχική υποβάθμιση της πολιτικής τους σημασίας, την αίσθηση κυβερνητικής αυταρέσκειας και την πεποίθηση ότι το πολιτικό κόστος θα ξεπεραστεί χωρίς βαθύτερες διορθώσεις, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να τα ξαναβρίσκει μπροστά της ξανά και ξανά.
Η τραγωδία των Τεμπών δημιούργησε ισχυρό συμβολισμό κρατικής αποτυχίας. Η αρχική κυβερνητική γραμμή επικεντρώθηκε στο «ανθρώπινο λάθος» και όχι στο πώς θα μπορούσε να προληφθεί. Σύντομα προέκυψαν στοιχεία για ελλείψεις τηλεδιοίκησης, καθυστερήσεις στην υλοποίηση της σύμβασης 717 για τα συστήματα ασφαλείας και προειδοποιήσεις εργαζομένων για την κατάσταση του δικτύου. Τα στοιχεία αυτά άλλαξαν το πλαίσιο συζήτησης και η κοινωνία αντιλήφθηκε το πρόβλημα ως συστημικό. Ακολούθησε ένα δεύτερο ζήτημα. Οι μαζικές κινητοποιήσεις και η έντονη κοινωνική αντίδραση υποβαθμίστηκαν απαράδεκτα και αντιμετωπίστηκαν αρχικά περισσότερο ως πολιτική πίεση (προφανώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την τραγωδία, αλλά αυτό δεν πρέπει να θολώνει την ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος) παρά ως βαθύ αίτημα λογοδοσίας. Η κυβερνητική στάση έδειξε να πιστεύει ότι η ένταση θα εκτονωθεί γρήγορα. Δεν εκτονώθηκε. Το τρίτο στοιχείο ήταν η απουσία άμεσου, πλήρως κοστολογημένου και επικοινωνιακά παρακολουθήσιμου σχεδίου ανασυγκρότησης των σιδηροδρόμων. Ανακοινώθηκαν μέτρα, δεν παρουσιάστηκε όμως εξαρχής ένα συνολικό πλαίσιο μεταρρύθμισης με σαφές χρονοδιάγραμμα και μηχανισμό λογοδοσίας. Η εντύπωση που δημιουργήθηκε ήταν ότι η κυβέρνηση πίστεψε πως η εκλογική νίκη του 2023 που ακολούθησε έκλεισε πολιτικά το ζήτημα. Ομως η κοινωνική μνήμη λειτουργεί διαφορετικά από την εκλογική συγκυρία.
Αν τα Τέμπη αφορούσαν την αποτελεσματικότητα του κράτους, οι υποκλοπές αφορούσαν τη θεσμική αξιοπιστία του. Η παρακολούθηση πολιτικών και δημοσιογράφων δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως τεχνικό ζήτημα νόμιμων επισυνδέσεων. Ηταν ζήτημα δημοκρατικής τάξης. Μπορεί να μην «πέρασε» στην κοινή γνώμη, αλλά αυτό δεν μειώνει τη σημασία του. Η κυβέρνηση προχώρησε σε αλλαγή διοίκησης της ΕΥΠ και νομοθετικές πρωτοβουλίες. Ωστόσο, η συνολική διαχείριση χαρακτηρίστηκε από περιορισμένη ενημέρωση και τμηματικές εξηγήσεις. Η επίκληση του απορρήτου, αν και θεσμικά προβλεπόμενη, ενίσχυσε την καχυποψία. Ιδιαίτερο βάρος είχε η προηγούμενη επιλογή να υπαχθεί η ΕΥΠ απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Η επιλογή αυτή αύξησε το πολιτικό κόστος όταν προέκυψε η κρίση. Η ευθύνη προσωποποιήθηκε σε επίπεδο κορυφής. Η κυβέρνηση έδειξε να θεωρεί ότι το ζήτημα είναι κυρίως επικοινωνιακό και διαχειρίσιμο μέσω θεσμικών διευκρινίσεων και δικαστικής υποβάθμισης. Υποτίμησε όμως το βαθύτερο μήνυμα που έστελναν το πολιτικό σύστημα και οι θεσμοί. Η εντύπωση ότι το θέμα έκλεισε με τις θεσμικές παρεμβάσεις αποδείχθηκε βιαστική. Η δυσπιστία παρέμεινε. Και σε ζητήματα θεσμών η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται δύσκολα.
Η σύγκρουση με τον Σαμαρά είναι διαφορετικής φύσης πρόβλημα. Αφορά την πολιτική συνοχή της κυβερνητικής παράταξης. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας «συνήθης» πρώην πρωθυπουργός που αρκείται σε τιμητικές αναφορές και ιστορικές υποσημειώσεις. Είναι πολιτικός με έντονη ιδεολογική ταυτότητα, ισχυρό αίσθημα προσωπικής δικαίωσης, βαθιά σχέση με ένα συγκεκριμένο ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας και αποδεδειγμένη επιμονή στις συγκρούσεις. Λειτουργεί περισσότερο ως φορέας γραμμής παρά ως απλός σχολιαστής. Αυτό σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζεται με σιωπή ή διακριτική αποστασιοποίηση. Χρειάζονται θεσμική αναγνώριση ρόλου, ουσιαστική ενημέρωση σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα και κυρίως διαρκής πολιτική ενσωμάτωση της ανησυχίας που εκφράζει, ακόμη κι αν δεν υιοθετείται πλήρως. Το Μέγαρο Μαξίμου θα μπορούσε να επιλέξει προληπτική συνεννόηση, διακριτή αλλά σαφή οριοθέτηση ευθυνών και μια στρατηγική «συμπερίληψης κύρους», ώστε να διατηρεί τον πρώην πρωθυπουργό εντός πλαισίου. Διότι πολιτικοί με ισχυρό «εγώ» δεν εξουδετερώνονται με αδιαφορία, είτε αξιοποιούνται είτε μετατρέπονται σε χρήσιμο εναλλακτικό πόλο εντός της κυβέρνησης. Και στην πολιτική τα κενά ρόλου σπάνια μένουν κενά. Μια κυβέρνηση που επένδυσε στην εικόνα ισχυρής ηγεσίας εμφανίστηκε επιφυλακτική απέναντι σε εσωτερική πολιτική πρόκληση.
Οι ισχυρές εκλογικές νίκες της Ν.Δ. το 2019 και το 2023 και η απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης ενίσχυσαν την αίσθηση πολιτικής ασφάλειας και η στάση αυτή οδηγεί (ή απλώς εκλαμβάνεται) συχνά ως αλαζονεία. Δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η κοινωνία θα αποδεχθεί όλους τους κυβερνητικούς χειρισμούς χωρίς μεγάλη προσπάθεια, ενώ τα τρία αυτά λάθη εξακολουθούν να λειτουργούν διαβρωτικά. Υπονομεύουν την επιτυχία κυβερνητικής προσπάθειας καθώς έχει επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς, όπως στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις επενδύσεις, στη δημοσιονομική σταθερότητα, στη βελτίωση διεθνούς εικόνας της χώρας. Η αντίφαση είναι εμφανής. Από τη μια πλευρά, μεταρρυθμιστική δραστηριότητα. Από την άλλη, διαχείριση κρίσεων που παράγει δυσπιστία. Και στις τρεις περιπτώσεις παρατηρούνται τα ίδια λάθη. Καθυστέρηση στην αποδοχή του προβλήματος και στην εκτίμηση του κινδύνου. Αμυντική επικοινωνία, έλλειψη προληπτικής στρατηγικής, αντίδραση αντί πρωτοβουλίας, έλλειψη πολιτικής τόλμης, περιοριστική ερμηνεία των γεγονότων, υπερβολική αυτοπεποίθηση στην αρχή και επικοινωνιακή κατάρρευση στο τέλος. Η πολιτική φθορά δεν προκύπτει μόνο από αποτυχίες πολιτικής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαθέτει ακόμη πολιτικό χρόνο και ισχυρή κοινοβουλευτική βάση. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης παραμένει εφικτή. Προϋποθέτει, όμως, ουσιαστική αναγνώριση των λαθών και αλλαγή κουλτούρας διαχείρισης.
Η τραγωδία των Τεμπών δημιούργησε ισχυρό συμβολισμό κρατικής αποτυχίας. Η αρχική κυβερνητική γραμμή επικεντρώθηκε στο «ανθρώπινο λάθος» και όχι στο πώς θα μπορούσε να προληφθεί. Σύντομα προέκυψαν στοιχεία για ελλείψεις τηλεδιοίκησης, καθυστερήσεις στην υλοποίηση της σύμβασης 717 για τα συστήματα ασφαλείας και προειδοποιήσεις εργαζομένων για την κατάσταση του δικτύου. Τα στοιχεία αυτά άλλαξαν το πλαίσιο συζήτησης και η κοινωνία αντιλήφθηκε το πρόβλημα ως συστημικό. Ακολούθησε ένα δεύτερο ζήτημα. Οι μαζικές κινητοποιήσεις και η έντονη κοινωνική αντίδραση υποβαθμίστηκαν απαράδεκτα και αντιμετωπίστηκαν αρχικά περισσότερο ως πολιτική πίεση (προφανώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την τραγωδία, αλλά αυτό δεν πρέπει να θολώνει την ορθή αντιμετώπιση του προβλήματος) παρά ως βαθύ αίτημα λογοδοσίας. Η κυβερνητική στάση έδειξε να πιστεύει ότι η ένταση θα εκτονωθεί γρήγορα. Δεν εκτονώθηκε. Το τρίτο στοιχείο ήταν η απουσία άμεσου, πλήρως κοστολογημένου και επικοινωνιακά παρακολουθήσιμου σχεδίου ανασυγκρότησης των σιδηροδρόμων. Ανακοινώθηκαν μέτρα, δεν παρουσιάστηκε όμως εξαρχής ένα συνολικό πλαίσιο μεταρρύθμισης με σαφές χρονοδιάγραμμα και μηχανισμό λογοδοσίας. Η εντύπωση που δημιουργήθηκε ήταν ότι η κυβέρνηση πίστεψε πως η εκλογική νίκη του 2023 που ακολούθησε έκλεισε πολιτικά το ζήτημα. Ομως η κοινωνική μνήμη λειτουργεί διαφορετικά από την εκλογική συγκυρία.
Αν τα Τέμπη αφορούσαν την αποτελεσματικότητα του κράτους, οι υποκλοπές αφορούσαν τη θεσμική αξιοπιστία του. Η παρακολούθηση πολιτικών και δημοσιογράφων δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως τεχνικό ζήτημα νόμιμων επισυνδέσεων. Ηταν ζήτημα δημοκρατικής τάξης. Μπορεί να μην «πέρασε» στην κοινή γνώμη, αλλά αυτό δεν μειώνει τη σημασία του. Η κυβέρνηση προχώρησε σε αλλαγή διοίκησης της ΕΥΠ και νομοθετικές πρωτοβουλίες. Ωστόσο, η συνολική διαχείριση χαρακτηρίστηκε από περιορισμένη ενημέρωση και τμηματικές εξηγήσεις. Η επίκληση του απορρήτου, αν και θεσμικά προβλεπόμενη, ενίσχυσε την καχυποψία. Ιδιαίτερο βάρος είχε η προηγούμενη επιλογή να υπαχθεί η ΕΥΠ απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Η επιλογή αυτή αύξησε το πολιτικό κόστος όταν προέκυψε η κρίση. Η ευθύνη προσωποποιήθηκε σε επίπεδο κορυφής. Η κυβέρνηση έδειξε να θεωρεί ότι το ζήτημα είναι κυρίως επικοινωνιακό και διαχειρίσιμο μέσω θεσμικών διευκρινίσεων και δικαστικής υποβάθμισης. Υποτίμησε όμως το βαθύτερο μήνυμα που έστελναν το πολιτικό σύστημα και οι θεσμοί. Η εντύπωση ότι το θέμα έκλεισε με τις θεσμικές παρεμβάσεις αποδείχθηκε βιαστική. Η δυσπιστία παρέμεινε. Και σε ζητήματα θεσμών η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται δύσκολα.
Η σύγκρουση με τον Σαμαρά είναι διαφορετικής φύσης πρόβλημα. Αφορά την πολιτική συνοχή της κυβερνητικής παράταξης. Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας «συνήθης» πρώην πρωθυπουργός που αρκείται σε τιμητικές αναφορές και ιστορικές υποσημειώσεις. Είναι πολιτικός με έντονη ιδεολογική ταυτότητα, ισχυρό αίσθημα προσωπικής δικαίωσης, βαθιά σχέση με ένα συγκεκριμένο ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας και αποδεδειγμένη επιμονή στις συγκρούσεις. Λειτουργεί περισσότερο ως φορέας γραμμής παρά ως απλός σχολιαστής. Αυτό σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζεται με σιωπή ή διακριτική αποστασιοποίηση. Χρειάζονται θεσμική αναγνώριση ρόλου, ουσιαστική ενημέρωση σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα και κυρίως διαρκής πολιτική ενσωμάτωση της ανησυχίας που εκφράζει, ακόμη κι αν δεν υιοθετείται πλήρως. Το Μέγαρο Μαξίμου θα μπορούσε να επιλέξει προληπτική συνεννόηση, διακριτή αλλά σαφή οριοθέτηση ευθυνών και μια στρατηγική «συμπερίληψης κύρους», ώστε να διατηρεί τον πρώην πρωθυπουργό εντός πλαισίου. Διότι πολιτικοί με ισχυρό «εγώ» δεν εξουδετερώνονται με αδιαφορία, είτε αξιοποιούνται είτε μετατρέπονται σε χρήσιμο εναλλακτικό πόλο εντός της κυβέρνησης. Και στην πολιτική τα κενά ρόλου σπάνια μένουν κενά. Μια κυβέρνηση που επένδυσε στην εικόνα ισχυρής ηγεσίας εμφανίστηκε επιφυλακτική απέναντι σε εσωτερική πολιτική πρόκληση.
Οι ισχυρές εκλογικές νίκες της Ν.Δ. το 2019 και το 2023 και η απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης ενίσχυσαν την αίσθηση πολιτικής ασφάλειας και η στάση αυτή οδηγεί (ή απλώς εκλαμβάνεται) συχνά ως αλαζονεία. Δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι η κοινωνία θα αποδεχθεί όλους τους κυβερνητικούς χειρισμούς χωρίς μεγάλη προσπάθεια, ενώ τα τρία αυτά λάθη εξακολουθούν να λειτουργούν διαβρωτικά. Υπονομεύουν την επιτυχία κυβερνητικής προσπάθειας καθώς έχει επιτελέσει σημαντικό έργο σε πολλούς τομείς, όπως στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις επενδύσεις, στη δημοσιονομική σταθερότητα, στη βελτίωση διεθνούς εικόνας της χώρας. Η αντίφαση είναι εμφανής. Από τη μια πλευρά, μεταρρυθμιστική δραστηριότητα. Από την άλλη, διαχείριση κρίσεων που παράγει δυσπιστία. Και στις τρεις περιπτώσεις παρατηρούνται τα ίδια λάθη. Καθυστέρηση στην αποδοχή του προβλήματος και στην εκτίμηση του κινδύνου. Αμυντική επικοινωνία, έλλειψη προληπτικής στρατηγικής, αντίδραση αντί πρωτοβουλίας, έλλειψη πολιτικής τόλμης, περιοριστική ερμηνεία των γεγονότων, υπερβολική αυτοπεποίθηση στην αρχή και επικοινωνιακή κατάρρευση στο τέλος. Η πολιτική φθορά δεν προκύπτει μόνο από αποτυχίες πολιτικής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαθέτει ακόμη πολιτικό χρόνο και ισχυρή κοινοβουλευτική βάση. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης παραμένει εφικτή. Προϋποθέτει, όμως, ουσιαστική αναγνώριση των λαθών και αλλαγή κουλτούρας διαχείρισης.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα