Το νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια
Το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης για «τις σχέσεις γονέων και τέκνων» επιχειρεί να αναμορφώσει το ισχύον οικογενειακό δίκαιο επί των ζητημάτων γονικής μέριμνας, που ανακύπτουν επί διαζυγίου ή διάστασης των συζύγων (άρθρ. 2).
Και το επιτυγχάνει. Με τρόπο δίκαιο και ισορροπημένο. Και τούτο διότι:
Καθιερώνει τη συνεπιμέλεια του τέκνου ως κομβικής σημασίας κανόνα για τον ψυχισμό του τέκνου. Η συνεπιμέλεια δεν προβλέπεται ρητά. Ομως προκύπτει ανενδοίαστα: α) Από τον σκοπό του νομοσχεδίου για την «ανατροφή» -άρα επιμέλεια- του τέκνου και από τους δύο γονείς (άρθρ. 1). β) Από την υποχρέωση του δικαστή, οποτεδήποτε κρίνει επί ζητημάτων ανάθεσης ή κατανομής της γονικής μέριμνας, να υπηρετεί τον σκοπό ανατροφής και φροντίδας -άρα, και πάλι, επιμέλειας- του τέκνου και από τους δύο γονείς (άρθρ. 5). και γ) Από τον κανόνα περί της εξακολούθησης άσκησης της κοινής γονικής μέριμνας από αμφότερους τους γονείς (άρθρ. 7), όπου ασφαλώς η κοινή γονική μέριμνα δεν νοείται ως έννοια αποψιλωμένη της επιμέλειας, αλλά μόνο ως συμπεριλαμβάνουσα και αυτή, όπως καταδεικνύει όχι μόνο το γράμμα του άρθρ. 7, περί της «εξακολούθησης» ισχύος αυτού που ίσχυε ήδη εντός γάμου (που είναι, ασφαλώς, η συν-επιμέλεια), αλλά και η συστηματική ερμηνεία του με τα προαναφερθέντα άρθρα 1 και 5 του νομοσχεδίου.
Ο κανόνας της συνεπιμέλειας όμως γνωρίζει και εξαιρέσεις. Και ορθά. Διότι δεν θα ήταν δυνατό στον γονέα που αδιαφορεί ή κρίνεται επικίνδυνος για τη σωματική ή/και ψυχική υγεία του τέκνου να ανατεθεί η φροντίδα και η επιμέλεια του τελευταίου. Σε αυτές, όπως και σε άλλες περιπτώσεις όπου το συμφέρον του τέκνου το επιτάσσει, ο κανόνας παραμερίζεται.
Και ισχύει η εξαίρεση, δηλαδή η ανάθεση της γονικής μέριμνας (ή μόνο της επιμέλειας) στον έναν από τους δύο γονείς (άρθρ. 8). Πρόκειται όμως για εξαίρεση, για ύστατη κρίση, στην οποία θα προσφύγει ο δικαστής, αν διαγνώσει ότι δεν συντρέχει ηπιότερη λύση (άρθρ. 8 συνδ. άρθρ. 1 και 5). Το ίδιο και αν ο ένας εκ των δύο γονέων αδυνατεί από πραγματικούς λόγους να ασκήσει πράξεις γονικής μέριμνας (ή/και επιμέλειας) του τέκνου του (π.χ. επί νόμιμης εγκατάστασης του έτερου γονέα με το παιδί σε μακρινή πόλη). Οπότε το συμφέρον του τέκνου θα επιβάλει τη διευρυμένη -περισσότερο ενδεχομένως και από την καταρχήν προβλεπόμενη (άρθρ. 13)- επικοινωνία του τέκνου με τον συγκεκριμένο γονέα.
Ο δικαστής βέβαια, κατά την ανωτέρω κρίση, οφείλει να συνεκτιμήσει «τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του» (άρθρ. 8, όμοια και η ισχύουσα ΑΚ 1513 § 2). Εκτός αν οι δεσμοί αυτοί, υπαρκτοί με τον έναν γονέα και ανύπαρκτοι με τον άλλο, είναι αποτέλεσμα πράξεων γονεϊκής αποξένωσης, παράμετρος η οποία, αν διαπιστωθεί από τον δικαστή (με τη βοήθεια, κατά κανόνα, κλινικού παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου), θα λειτουργήσει αρνητικά για την ανάθεση στον αποξενωτή γονέα της επιμέλειας ή/και της γονικής μέριμνας (βλ. ρητώς άρθρ. 5: «ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου»· βλ. και άρθρ. 14). Η δε ήδη υφιστάμενη ψυχική απόσταση μεταξύ αποξενωμένου γονέα και τέκνου θα μπορούσε να αποκατασταθεί, αν διατάξει το δικαστήριο λ.χ. κοινές τακτικές συνεδρίες αποξενωμένου γονέα και τέκνου με παιδοψυχολόγο για ορισμένο χρονικό διάστημα (άρθρ. 8 - νέα ΑΚ 1514 § 3 περίπτ. β’: «οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο»).
Ο χρόνος επικοινωνίας, εξάλλου, του τέκνου με τον γονέα, με τον οποίο δεν θα διαμένει συνήθως το τέκνο: α) τεκμαιρόμενος μαχητά ότι πρέπει να ανέλθει τουλάχιστον στο ένα τρίτο (1/3) εκ του συνολικού χρόνου του τέκνου ανά χρονικές περιόδους της ζωής του (σχολική χρονιά, θερινές ή εορταστικές διακοπές κ.λπ.), β) υπολειπόμενος του 1/3 «μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους» και γ) συμπεριλαμβάνοντας, εκ των πραγμάτων, διανυκτερεύσεις του τέκνου με τον συγκεκριμένο γονέα (πρβλ. άρθρ. 13), συνιστά μια ακόμη ρύθμιση δίκαιη αφενός αλλά και ευέλικτη αφετέρου (βλ. λ.χ. τον γονέα που είναι σε θέση να επικοινωνεί με το παιδί του περισσότερο χρόνο από το προβλεπόμενο 1/3 ή τον γονέα που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο 1/3 ή που είναι μεν σε θέση να ανταποκριθεί, αλλά μόνο σε ορισμένες εκ των περιόδων μιας σχολικής ή ημερολογιακής χρονιάς κ.ο.κ.). Αρκεί βέβαια αυτή η επικοινωνία να μη διαταράσσει την «καθημερινότητα του τέκνου». Αυτή δε την καθημερινότητα ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο υποχρεούται να καθορίζει, όχι καταστρατηγώντας το προαναφερθέν δικαίωμα επικοινωνίας, αλλά κατά τρόπο ώστε «να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλον γονέα σε καθημερινή βάση» (άρθρ. 13 και άρθρ. 14 - νέα ΑΚ 1532 § 2 περίπτ. γ’).
Και αν ο γονέας παραβιάσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις του, όπως και αν ο άλλος γονέας αρνηθεί αδικαιολόγητα να καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή, ο δικαστής θα «δύναται» (όχι κατά το υποκειμενικό περί δικαίου αίσθημά του, αλλά με γνώμονα τη μέγιστη δυνατή υλοποίηση του γράμματος και του σκοπού των επίμαχων διατάξεων του νομοσχεδίου, στις οποίες μάλιστα θα εντρυφήσει βάσει συναφούς επιμόρφωσής του· άρθρ. 16-17), να «διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο», ακόμη δε και να αφαιρέσει την επιμέλεια ή και τη γονική μέριμνα από τον παραβάτη γονέα, αναθέτοντάς την αποκλειστικά στον άλλο (άρθρ. 14).
Με όλα τα παραπάνω: Το υπουργείο Δικαιοσύνης θα αναμορφώσει, πράγματι, το (νομολογιακά) ισχύον οικογενειακό δίκαιο, δηλαδή το δίκαιο βάσει του οποίου η αγάπη του ικανού γονέα για το παιδί του δεν αρκεί πάντοτε για να του επιτρέψει να συμμετάσχει στην ανατροφή του παιδιού του. Η ψήφιση και θέση σε ισχύ του νομοσχεδίου θα ανατρέψει την κατάσταση αυτή. Και θα σηματοδοτήσει μια νέα καλύτερη εποχή για τις ζωές χιλιάδων πολιτών της χώρας μας, ενηλίκων αλλά κυρίως ανηλίκων. Ως εκ τούτου: Την αναμένουμε!
Καθιερώνει τη συνεπιμέλεια του τέκνου ως κομβικής σημασίας κανόνα για τον ψυχισμό του τέκνου. Η συνεπιμέλεια δεν προβλέπεται ρητά. Ομως προκύπτει ανενδοίαστα: α) Από τον σκοπό του νομοσχεδίου για την «ανατροφή» -άρα επιμέλεια- του τέκνου και από τους δύο γονείς (άρθρ. 1). β) Από την υποχρέωση του δικαστή, οποτεδήποτε κρίνει επί ζητημάτων ανάθεσης ή κατανομής της γονικής μέριμνας, να υπηρετεί τον σκοπό ανατροφής και φροντίδας -άρα, και πάλι, επιμέλειας- του τέκνου και από τους δύο γονείς (άρθρ. 5). και γ) Από τον κανόνα περί της εξακολούθησης άσκησης της κοινής γονικής μέριμνας από αμφότερους τους γονείς (άρθρ. 7), όπου ασφαλώς η κοινή γονική μέριμνα δεν νοείται ως έννοια αποψιλωμένη της επιμέλειας, αλλά μόνο ως συμπεριλαμβάνουσα και αυτή, όπως καταδεικνύει όχι μόνο το γράμμα του άρθρ. 7, περί της «εξακολούθησης» ισχύος αυτού που ίσχυε ήδη εντός γάμου (που είναι, ασφαλώς, η συν-επιμέλεια), αλλά και η συστηματική ερμηνεία του με τα προαναφερθέντα άρθρα 1 και 5 του νομοσχεδίου.
Ο κανόνας της συνεπιμέλειας όμως γνωρίζει και εξαιρέσεις. Και ορθά. Διότι δεν θα ήταν δυνατό στον γονέα που αδιαφορεί ή κρίνεται επικίνδυνος για τη σωματική ή/και ψυχική υγεία του τέκνου να ανατεθεί η φροντίδα και η επιμέλεια του τελευταίου. Σε αυτές, όπως και σε άλλες περιπτώσεις όπου το συμφέρον του τέκνου το επιτάσσει, ο κανόνας παραμερίζεται.
Και ισχύει η εξαίρεση, δηλαδή η ανάθεση της γονικής μέριμνας (ή μόνο της επιμέλειας) στον έναν από τους δύο γονείς (άρθρ. 8). Πρόκειται όμως για εξαίρεση, για ύστατη κρίση, στην οποία θα προσφύγει ο δικαστής, αν διαγνώσει ότι δεν συντρέχει ηπιότερη λύση (άρθρ. 8 συνδ. άρθρ. 1 και 5). Το ίδιο και αν ο ένας εκ των δύο γονέων αδυνατεί από πραγματικούς λόγους να ασκήσει πράξεις γονικής μέριμνας (ή/και επιμέλειας) του τέκνου του (π.χ. επί νόμιμης εγκατάστασης του έτερου γονέα με το παιδί σε μακρινή πόλη). Οπότε το συμφέρον του τέκνου θα επιβάλει τη διευρυμένη -περισσότερο ενδεχομένως και από την καταρχήν προβλεπόμενη (άρθρ. 13)- επικοινωνία του τέκνου με τον συγκεκριμένο γονέα.
Ο δικαστής βέβαια, κατά την ανωτέρω κρίση, οφείλει να συνεκτιμήσει «τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του» (άρθρ. 8, όμοια και η ισχύουσα ΑΚ 1513 § 2). Εκτός αν οι δεσμοί αυτοί, υπαρκτοί με τον έναν γονέα και ανύπαρκτοι με τον άλλο, είναι αποτέλεσμα πράξεων γονεϊκής αποξένωσης, παράμετρος η οποία, αν διαπιστωθεί από τον δικαστή (με τη βοήθεια, κατά κανόνα, κλινικού παιδοψυχολόγου ή παιδοψυχιάτρου), θα λειτουργήσει αρνητικά για την ανάθεση στον αποξενωτή γονέα της επιμέλειας ή/και της γονικής μέριμνας (βλ. ρητώς άρθρ. 5: «ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου»· βλ. και άρθρ. 14). Η δε ήδη υφιστάμενη ψυχική απόσταση μεταξύ αποξενωμένου γονέα και τέκνου θα μπορούσε να αποκατασταθεί, αν διατάξει το δικαστήριο λ.χ. κοινές τακτικές συνεδρίες αποξενωμένου γονέα και τέκνου με παιδοψυχολόγο για ορισμένο χρονικό διάστημα (άρθρ. 8 - νέα ΑΚ 1514 § 3 περίπτ. β’: «οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέτρο»).
Ο χρόνος επικοινωνίας, εξάλλου, του τέκνου με τον γονέα, με τον οποίο δεν θα διαμένει συνήθως το τέκνο: α) τεκμαιρόμενος μαχητά ότι πρέπει να ανέλθει τουλάχιστον στο ένα τρίτο (1/3) εκ του συνολικού χρόνου του τέκνου ανά χρονικές περιόδους της ζωής του (σχολική χρονιά, θερινές ή εορταστικές διακοπές κ.λπ.), β) υπολειπόμενος του 1/3 «μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους» και γ) συμπεριλαμβάνοντας, εκ των πραγμάτων, διανυκτερεύσεις του τέκνου με τον συγκεκριμένο γονέα (πρβλ. άρθρ. 13), συνιστά μια ακόμη ρύθμιση δίκαιη αφενός αλλά και ευέλικτη αφετέρου (βλ. λ.χ. τον γονέα που είναι σε θέση να επικοινωνεί με το παιδί του περισσότερο χρόνο από το προβλεπόμενο 1/3 ή τον γονέα που αδυνατεί να ανταποκριθεί στο 1/3 ή που είναι μεν σε θέση να ανταποκριθεί, αλλά μόνο σε ορισμένες εκ των περιόδων μιας σχολικής ή ημερολογιακής χρονιάς κ.ο.κ.). Αρκεί βέβαια αυτή η επικοινωνία να μη διαταράσσει την «καθημερινότητα του τέκνου». Αυτή δε την καθημερινότητα ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο υποχρεούται να καθορίζει, όχι καταστρατηγώντας το προαναφερθέν δικαίωμα επικοινωνίας, αλλά κατά τρόπο ώστε «να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλον γονέα σε καθημερινή βάση» (άρθρ. 13 και άρθρ. 14 - νέα ΑΚ 1532 § 2 περίπτ. γ’).
Και αν ο γονέας παραβιάσει τις ανωτέρω υποχρεώσεις του, όπως και αν ο άλλος γονέας αρνηθεί αδικαιολόγητα να καταβάλει την οφειλόμενη διατροφή, ο δικαστής θα «δύναται» (όχι κατά το υποκειμενικό περί δικαίου αίσθημά του, αλλά με γνώμονα τη μέγιστη δυνατή υλοποίηση του γράμματος και του σκοπού των επίμαχων διατάξεων του νομοσχεδίου, στις οποίες μάλιστα θα εντρυφήσει βάσει συναφούς επιμόρφωσής του· άρθρ. 16-17), να «διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο», ακόμη δε και να αφαιρέσει την επιμέλεια ή και τη γονική μέριμνα από τον παραβάτη γονέα, αναθέτοντάς την αποκλειστικά στον άλλο (άρθρ. 14).
Με όλα τα παραπάνω: Το υπουργείο Δικαιοσύνης θα αναμορφώσει, πράγματι, το (νομολογιακά) ισχύον οικογενειακό δίκαιο, δηλαδή το δίκαιο βάσει του οποίου η αγάπη του ικανού γονέα για το παιδί του δεν αρκεί πάντοτε για να του επιτρέψει να συμμετάσχει στην ανατροφή του παιδιού του. Η ψήφιση και θέση σε ισχύ του νομοσχεδίου θα ανατρέψει την κατάσταση αυτή. Και θα σηματοδοτήσει μια νέα καλύτερη εποχή για τις ζωές χιλιάδων πολιτών της χώρας μας, ενηλίκων αλλά κυρίως ανηλίκων. Ως εκ τούτου: Την αναμένουμε!
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα