Η ενίσχυση της οικονομικής πίεσης στο Ιράν είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να ηττηθεί η Τεχεράνη, μετά την εξουδετέρωση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, δήλωσε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ,
Τζέι Ντι Βανς.
Σε δηλώσεις του την Πέμπτη, ο Βανς - στην ίδια γραμμή με τον
Ντόναλντ Τραμπ - υποστήριξε ότι η κλιμάκωση των οικονομικών πιέσεων θα αναγκάσει το Ιράν να επανεξετάσει τη στάση του και να επιλέξει ανάμεσα στην
«οικονομική ασφυξία» και την αποκατάσταση φυσιολογικών σχέσεων με τη διεθνή κοινότητα.
«Η οικονομική πίεση θα αλλάξει τους υπολογισμούς του Ιράν και θα το οδηγήσει στην επιλογή μιας συμφωνίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στα Στενά του Ορμούζ, ο Αμερικανός αντιπρόεδρος δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν διασφαλίσει τη διέλευση μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου και έχουν περιορίσει τον έλεγχο που ασκούσε το Ιράν στην κρίσιμη αυτή θαλάσσια οδό. Όπως είπε, η
Ουάσινγκτον θα συνεχίσει να προστατεύει τη μεταφορά πετρελαίου έως ότου διασφαλιστεί ότι το Ιράν δεν θα χρησιμοποιήσει τα Στενά του Ορμούζ ως «
όπλο».
Νέες απειλές κυρώσεων σε χώρες που συνεργάζονται με την Τεχεράνη
Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ,
Σκοτ Μπέσετ δήλωσε στο
CNBC ότι η οικονομική πίεση θα περιορίσει τη δυνατότητα του Ιράν να χρηματοδοτεί τις ένοπλες οργανώσεις που στηρίζει στην περιοχή και να καλύπτει τις μισθοδοσίες των στρατιωτικών του δυνάμεων.
Επιπλέον, προειδοποίησε ότι η Ουάσινγκτον θα λάβει
«τιμωρητικά μέτρα» κατά χωρών που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν, υπογραμμίζοντας ότι έχει έρθει η ώρα να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους οι σύμμαχοι των ΗΠΑ.
«Πρέπει πλέον να γνωρίζουμε ποιοι στέκονται μαζί μας και ποιοι επιλέγουν να συνεχίσουν τις συναλλαγές με το Ιράν», ανέφερε.
Τραμπ: «Το Ιράν έχει ουσιαστικά εξαλειφθεί»
Ο
Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε, στο μεταξύ, σε ραδιοφωνικές δηλώσεις ότι το Ιράν και η ηγεσία του έχουν ουσιαστικά «
εξουδετερωθεί» και ότι η δυνατότητά του να κατασκευάζει πυραύλους έχει περιοριστεί σημαντικά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η Τεχεράνη διαθέτει ακόμη drones, όμως σε πολύ μικρότερο αριθμό σε σχέση με πέντε μήνες πριν, ενώ εκτίμησε ότι πλέον δυσκολεύεται να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες.
Ο Τραμπ υποστήριξε ότι
«δεν είχε άλλη επιλογή» από το να πλήξει το Ιράν, προσθέτοντας ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Παράλληλα, κατηγόρησε τους πρώην προέδρους
Μπαράκ Ομπάμα και
Τζο Μπάιντεν για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, λέγοντας ότι η Τεχεράνη είχε στην κατοχή της περίπου 450 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η δική του κυβέρνηση πραγματοποίησε
«μια θεαματική επίθεση» στις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου με βομβαρδιστικά
B-2.
Με «καταστροφική» η απάντηση, απειλεί η Τεχεράνη
Από την πλευρά της, η Τεχεράνη προειδοποίησε για αποφασιστικά αντίποινα μετά την απειλή Τραμπ για τις «βαρύτερες οικονομικές κυρώσεις» στην ιστορία.
Συγκεκριμένα, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν, υποστράτηγος
Αλί Αμπντολαχί, δήλωσε ότι η αντίδραση της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα είναι ευρεία και αποφασιστική.
«Με πλήρη ετοιμότητα στη στεριά, τη θάλασσα, τον αέρα, την αεράμυνα και τον κυβερνοχώρο, οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν θα απαντήσουν στις νέες απειλές του εχθρού με συντριπτικές, τιμωρητικές και καταστροφικές απαντήσεις», ανέφερε, σύμφωνα με τα ιρανικά μέσα ενημέρωσης.
Γκαλιμπάφ: Πρέπει να προετοιμαστούμε για τις κυρώσεις
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της ιρανικής Βουλής
Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά πρόσωπα της χώρας και επικεφαλής διαπραγματευτής του Ιράν στις έμμεσες συνομιλίες με τις ΗΠΑ.
Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο γειτονικό Ιράκ, ο
Γκαλιμπάφ υποστήριξε ότι η Ουάσινγκτον φαίνεται να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως δεν μπορεί να επικρατήσει σε μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν.
«Πρέπει να σχεδιάσουμε τρόπους αντιμετώπισης των άδικων κυρώσεων, ώστε να μπορέσουμε να τις ξεπεράσουμε», δήλωσε.
Παράλληλα, κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ότι έχουν στραφεί σε έναν οικονομικό και «γνωστικό πόλεμο» εναντίον της Τεχεράνης, μετά την αποτυχία –όπως είπε– να επιτύχουν τους στόχους τους μέσω στρατιωτικής αντιπαράθεσης.