Ο
Τζέι Ντι Βανς δεν αντέκρουσε το επιχείρημα. Δεν παρουσίασε στοιχεία, δεν υπερασπίστηκε τη στρατηγική του για το Ιράν και δεν εξήγησε γιατί οι επικριτές του κάνουν λάθος. Προτίμησε κάτι απλούστερο και, κυρίως, αποτελεσματικότερο στο σύμπαν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: κοίταξε τον επικριτή του και σχολίασε το σώμα του.
Ο στόχος ήταν ο Μαρκ Τίσεν, αρθρογράφος της Washington Post, αναλυτής του Fox News και πρώην λογογράφος του
Τζορτζ Μπους. Αφορμή στάθηκε ένα σχόλιο του Τίσεν, ο οποίος αντιμετώπισε περιφρονητικά την αγανάκτηση ενός φοιτητή για το κόστος των μπουρίτο, γράφοντας «τα μπουρίτο στη φοιτητική λέσχη περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα σίτισής σου». Λίγες ημέρες νωρίτερα, όμως, ο ίδιος είχε δημοσιεύσει ένα ιδιαίτερα επιθετικό άρθρο κατά του Βανς, κατηγορώντας τον ότι η πολιτική του για το Ιράν έχει αποτύχει, ότι υπονομεύει δημοσίως τον Ντόναλντ Τραμπ και ότι ο πρόεδρος θα έπρεπε να ακούει όσους του έφεραν επιτυχίες και όχι «εκείνους, όπως ο Βανς, που τον απογοήτευσαν».
Η απάντηση του αντιπροέδρου ήταν απολύτως προσωπική: «Με εκπλήσσει που ακούω τον Μαρκ να το λέει αυτό. Αν τον έχεις συναντήσει ποτέ από κοντά, είναι ολοφάνερο ότι ο άνθρωπος δεν έχει χάσει ούτε ένα μπουρίτο». Με άλλα λόγια, ο Βανς τον χαρακτήρισε εμμέσως υπέρβαρο και λαίμαργο, χρησιμοποιώντας την εξωτερική του εμφάνιση για να τον γελοιοποιήσει.
Τυπικά, η ανάρτηση απαντούσε στην περιφρόνηση του Τίσεν απέναντι στις οικονομικές ανησυχίες των νεότερων Αμερικανών. Πολιτικά, όμως, είναι δύσκολο να αποσυνδεθεί από την πολύ σοβαρότερη σύγκρουση που είχε προηγηθεί για το Ιράν. Ο Βανς βρήκε τον αντίπαλό του εκτεθειμένο σε ένα άσχετο διαδικτυακό νήμα και αντί να επιστρέψει στην ουσία της κριτικής, τον χτύπησε εκεί όπου θεώρησε ότι θα προκαλούσε μεγαλύτερη δημόσια ταπείνωση.
Αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο. Ο Βανς δεν επιχείρησε απλώς να είναι χιουμοριστικός ή «αυθεντικός». Επιχείρησε να αλλάξει το αντικείμενο της συζήτησης. Από το αν η στρατηγική του έναντι της Τεχεράνης είναι συνεπής, η συζήτηση μεταφέρθηκε στο πόσα μπουρίτο τρώει ο άνθρωπος που τον επέκρινε. Η πολιτική λογοδοσία αντικαταστάθηκε από μια εικόνα σχολικού προαυλίου: όταν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να απαντήσεις σε αυτό που λέει ο άλλος, τον κάνεις να φαίνεται γελοίος.
Ο πλήρης κατάλογος των επιθέσεων
Η επίθεση στον Τίσεν δεν αποτελεί παρέκκλιση αλλά συνέχεια μιας σταθερής μεθόδου. Ο δημόσια καταγεγραμμένος
κατάλογος των προσβολών του Βανς είναι ήδη εντυπωσιακός: έχει αποκαλέσει αντιπάλους και επικριτές «ηλίθιους», «καθάρματα» και «σοσιαλιστές της λιμουζίνας». Τον πρώην ανταποκριτή του ABC Τέρι Μοράν τον χαρακτήρισε «αριστερό ριζοσπάστη», ενώ για τον δημοσιογράφο Τζος Κράουσααρ έγραψε ότι είναι είτε «ο μεγαλύτερος απατεώνας της Ουάσιγκτον» είτε «ο πιο ηλίθιος δημοσιογράφος της Ουάσιγκτον». Τον δεξιό σχολιαστή Ντέιβιντ Ρεμπόι τον αποκάλεσε «αποτυχημένο», ενώ χαρακτήρισε «πραγματικά επαίσχυντη» τη Λόρα Λούμερ και άλλους δεξιούς influencers. Όσους επιτέθηκαν σε συνεργάτη του τούς βάφτισε συλλήβδην «καθάρματα». Για έναν podcaster έγραψε ότι μισεί αυτή την «αυτάρεσκη μ@λ@κί@», χαρακτήρισε δημοσίευμα της «Wall Street Journal» «πλήρεις και απόλυτες μ@λ@κί@» και είπε σε Δημοκρατικούς γερουσιαστές ότι είναι «γεμάτοι σκατά και όλοι το ξέρουν».
Ο κατάλογος εκτείνεται και πριν από την αντιπροεδρία. Το 2016 είχε χαρακτηρίσει δημοσίως τον ίδιο τον Τραμπ «ηλίθιο» και «αποκρουστικό», ενώ σε ιδιωτικό μήνυμα αναρωτιόταν αν ήταν ένας «κυνικός μ@λ@κ@ς σαν τον Νίξον» ή «ο Χίτλερ της Αμερικής». Αργότερα περιέγραψε την Κάμαλα Χάρις και άλλα στελέχη των Δημοκρατικών ως «ένα μάτσο άτεκνες γατοκυρίες που είναι δυστυχισμένες με τη ζωή τους» και θέλουν να κάνουν δυστυχισμένη και την υπόλοιπη χώρα. Το λεξιλόγιο αλλάζει ανάλογα με τον στόχο, αλλά η τεχνική παραμένει ίδια: ο αντίπαλος δεν έχει απλώς λανθασμένη άποψη. Είναι ηλίθιος, ανέντιμος, αξιολύπητος, αποκρουστικός ή υπέρβαρος.
Οι υποστηρικτές του παρουσιάζουν αυτή τη συμπεριφορά ως απόδειξη αυθεντικότητας. Ο Βανς, λένε, δεν είναι ένας αποστειρωμένος επαγγελματίας πολιτικός, αλλά ένας άνθρωπος που απαντά όπως θα απαντούσε ένας συνηθισμένος χρήστης του διαδικτύου. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον φέρνουν σε επαφή με «ακατέργαστες, αφιλτράριστες απόψεις» τις οποίες ένας πολιτικός ηγέτης χρειάζεται να ακούει.
Το πρόβλημα είναι ότι ο αντιπρόεδρος φαίνεται πολύ πρόθυμος να ακούει τις αφιλτράριστες απόψεις μόνο μέχρι τη στιγμή που αυτές στρέφονται εναντίον του. Τότε η «ανοιχτή συζήτηση» μετατρέπεται σε διαγωνισμό προσωπικής εξόντωσης. Η κριτική δεν αντιμετωπίζεται ως στοιχείο της δημοκρατικής διαδικασίας, αλλά ως πρόκληση που πρέπει να τιμωρηθεί.
Το κήρυγμα του Μονάχου
Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη σε αντιπαραβολή με όσα είχε πει ο Βανς στις 14 Φεβρουαρίου 2025 στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Τότε εμφανίστηκε ενώπιον της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας περίπου ως παγκόσμιος εισαγγελέας της ελευθερίας του λόγου. Δήλωσε ότι «στη Βρετανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη η ελευθερία του λόγου υποχωρεί», κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι κλείνουν μέσα ενημέρωσης και αποκλείουν αντίθετες απόψεις και διακήρυξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ, ακόμη και όταν διαφωνεί με κάποιον, θα αγωνίζεται για το δικαίωμά του να εκφράζεται στη δημόσια σφαίρα. Πρόσθεσε μάλιστα ότι μια δημοκρατική εντολή δεν μπορεί να κερδηθεί με τη φίμωση αντιπάλων ή με την παρεμπόδιση «ενός δημοσιογράφου που προσπαθεί να μεταδώσει τις ειδήσεις».
Δεκαοκτώ μήνες αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος δεν λογοκρίνει βεβαίως θεσμικά τον δημοσιογράφο που τον επικρίνει. Κάνει όμως κάτι πολιτικά αποκαλυπτικό: χρησιμοποιεί το αξίωμα και το τεράστιο ακροατήριό του για να τον μετατρέψει σε αντικείμενο μαζικού χλευασμού. Η αντίφαση δεν είναι πρωτίστως νομική. Η ελευθερία του λόγου προστατεύει και το δικαίωμα του Βανς να είναι προσβλητικός. Είναι όμως βαθιά πολιτική και ηθική. Στο Μόναχο απαιτούσε από τους Ευρωπαίους να ακούν ακόμη και τις απόψεις που τους εξοργίζουν. Στην Ουάσιγκτον, όταν ένας συντηρητικός αρθρογράφος αμφισβήτησε τη δική του πολιτική επάρκεια, ο Βανς δεν άκουσε το επιχείρημα – μέτρησε τα κιλά του ανθρώπου που το διατύπωσε.
Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι απλώς απόπειρα μίμησης του Τραμπ. Ο Βανς έχει οικοδομήσει μια πιο σύγχρονη και, ενδεχομένως, πιο αποτελεσματική εκδοχή του τραμπικού ύφους. Ο Τραμπ εξαπολύει χαρακτηρισμούς προς κάθε κατεύθυνση. Ο Βανς μπαίνει μέσα στις συνομιλίες, απαντά προσωπικά στους επικριτές του και συμμετέχει σε διαδικτυακούς καβγάδες σαν να είναι influencer και όχι ο δεύτερος ισχυρότερος αξιωματούχος των Ηνωμένων Πολιτειών. Το κείμενο επισημαίνει ότι αυτή η προθυμία δημόσιας προσωπικής απαξίωσης τον διαφοροποιεί από τους περισσότερους σύγχρονους αντιπροέδρους και αποδυναμώνει τη δυνατότητα ορθολογικού δημόσιου διαλόγου.
Υπάρχει, ασφαλώς, και πολιτικός υπολογισμός. Σε μια κυβέρνηση όπου όλοι απευθύνονται τελικά σε ένα «ακροατήριο του ενός», η επιθετικότητα ανταμείβεται. Ο Βανς γνωρίζει ότι ο Τραμπ εκτιμά όσους δεν αφήνουν αναπάντητη καμία επίθεση. Γνωρίζει επίσης ότι, ενόψει της μάχης για τη διαδοχή του τραμπισμού, δεν αρκεί να υποστηρίζει τις ίδιες πολιτικές. Πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει και το ίδιο ένστικτο σύγκρουσης. Η χλεύη προς τον Τίσεν λειτουργεί επομένως ταυτόχρονα ως προσωπική αντεπίθεση, ως επίδειξη πίστης στο πολιτικό ύφος του Τραμπ και ως μήνυμα προς το ακροατήριο του MAGA ότι ο Βανς δεν πρόκειται να γίνει ένας συμβατικός, προσεκτικός αντιπρόεδρος.
Μόνο που πίσω από τον θόρυβο παραμένει αναπάντητο το αρχικό ερώτημα. Έχει δίκιο ο Τίσεν όταν υποστηρίζει ότι ο Βανς υπονομεύει την πολιτική του Τραμπ έναντι του Ιράν; Έχει αποτύχει η διπλωματική στρατηγική που συνδέθηκε με τον αντιπρόεδρο; Υπάρχει πραγματική διαφορά γραμμής μέσα στον Λευκό Οίκο;
Σε κανένα από αυτά δεν απάντησε ο Βανς. Το μπουρίτο αποδείχθηκε χρησιμότερο από το επιχείρημα.
Και αυτή είναι ίσως η πιο αιχμηρή απάντηση για το είδος της πολιτικής που εκπροσωπεί: μια πολιτική που υψώνει το δάχτυλο απέναντι στην Ευρώπη στο όνομα της ελεύθερης συζήτησης, αλλά όταν η συζήτηση γίνεται πραγματικά δύσκολη, κατεβάζει το επίπεδο μέχρι να μη διακρίνεται πλέον η ουσία.