Την επιστροφή των
Ηνωμένων Πολιτειών σε πόλεμο με το Ιράν, ενημέρωσε επίσημα ο
Ντόναλντ Τραμπ τους νομοθέτες μέσα στο σαββατοκύριακο, εξασφαλίζοντας στην κυβέρνησή του ένα νέο χρονικό περιθώριο
60 ημερών για τη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου.
Σε επιστολή του προς το Κογκρέσο που έφερε ημερομηνία
10 Ιουλίου, ο Τραμπ ανέφερε - σύμφωνα με την αμερικανική έκδοση του
Politico - ότι τα πλήγματα που ξεκίνησαν στις
7 Ιουλίου αποτελούν
«στρατιωτική δράση συμβατή με την ευθύνη μου να προστατεύω τους Αμερικανούς και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό».
Οι συγκρούσεις που ξεκίνησαν ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν πριν από
4,5 μήνες, έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολες για να τερματιστούν από τον Τραμπ, καθώς οι δύο χώρες ερίζουν για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ενός ζωτικής σημασίας περάσματος για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εξοργιστεί από την αδυναμία επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας με την Τεχεράνη την ώρα που οι Ρεπουμπλικάνοι ανησυχούν ότι θα επωμιστούν το πολιτικό κόστος για τις υψηλές τιμές των καυσίμων ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Αυξάνεται η πίεση στην Τεχεράνη, νέος αποκλεισμός στα ιρανικά λιμάνια
Τη Δευτέρα, ο Αμερικανός πρόεδρος κλιμάκωσε περαιτέρω τη στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ θα επιβάλουν εκ νέου ναυτικό αποκλεισμό (αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή από το βράδυ της Τρίτης) και θα αναλάβουν τον έλεγχο των Στενών, επιβάλλοντας τέλη διέλευσης σε όλα τα πλοία που χρησιμοποιούν τη θαλάσσια οδό.
Η επίσημη ενημέρωση των νομοθετών ακολουθεί τη δήλωση που είχε κάνει ο Τραμπ στη Γενική Συνέλευση του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ότι η δίμηνη κατάπαυση του πυρός με το Ιράν έληξε και επίσημα. Η εκεχειρία, η οποία κηρύχθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο, ήταν εξαιρετικά εύθραυστη εξαρχής λόγω των συχνών εκατέρωθεν επιθέσεων, αν και η Ουάσινγκτον επέμενε επανειλημμένα ότι δεν υπήρχε στα σκαριά ένας γενικευμένος πόλεμος, δίνοντας χώρο στη διπλωματία.
Αξιωματούχοι της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (
CENTCOM) ανακοίνωσαν ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις έπληξαν περισσότερους από
300 ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους την περασμένη εβδομάδα, σε αντίποινα για τις συνεχιζόμενες εχθροπραξίες της Τεχεράνης στα στενά.
Τη Δευτέρα, οι αμερικανικές δυνάμεις
εξαπέλυσαν νέα πλήγματα κατά του Ιράν «κατόπιν εντολής του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η CENTCOM.
«Αυτά τα πλήγματα θα συνεχίσουν να επιφέρουν βαρύ κόστος στις ιρανικές δυνάμεις και να υποβαθμίζουν την ικανότητά τους να επιτίθενται σε αθώους πολίτες και στην εμπορική ναυτιλία στα Στενά του Ορμούζ», προστίθεται στην ανακοίνωση της CENTCOM.
Ο πρώτος πόλεμος είχε τερματιστεί από την εκεχειρία του Απριλίου, σύμφωνα με τον Τραμπ
Ο Τραμπ είχε ενημερώσει προηγουμένως τους νομοθέτες τον Μάιο ότι ο πόλεμος που είχε ξεκινήσει τον Φεβρουάριο, είχε «τερματιστεί», ακυρώνοντας έτσι τη νόμιμη προθεσμία των
60 ημερών, βάσει της οποίας οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να σταματήσουν εάν δεν υπάρξει έγκριση από το Κογκρέσο.
Η κατάπαυση του πυρός που τέθηκε σε ισχύ στις αρχές Απριλίου είχε παραταθεί τότε επ' αόριστον. Ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι η κίνηση αυτή σταμάτησε την αντίστροφη μέτρηση για τις πολεμικές εξουσίες της κυβέρνησης (
War Powers Act).
Ωστόσο, οι πολέμιοι της σύγκρουσης στο Καπιτώλιο αντέτειναν ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, επισημαίνοντας ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ εξακολουθούσε να επιβάλλει αποκλεισμό με σκοπό να πιέσει την Τεχεράνη, ακόμη και αν οι μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις είχαν σταματήσει.
Η νέα αυτή ενημέρωση αναμένεται να περιπλέξει τις συνεχιζόμενες προσπάθειες του Κογκρέσου να περιορίσει τις πολεμικές επιχειρήσεις στο Ιράν.
Το ψήφισμα της Γερουσίας για τον τερματισμό των εχθροπραξιών
Τον περασμένο μήνα, η
Γερουσία ψήφισε υπέρ του τερματισμού των εχθροπραξιών - μια κίνηση με κυρίως συμβολικό χαρακτήρα, η οποία ωστόσο αποτέλεσε ήττα για τον
Τραμπ, καθώς διαπιστώνει τη σταδιακή κάμψη της στήριξης του Κογκρέσου στις στρατιωτικές του επιχειρήσεις κατά της Τεχεράνης.
Η ψηφοφορία αυτή, με αποτέλεσμα
50-48, κρίθηκε από τέσσερις Ρεπουμπλικάνους που συντάχθηκαν με τους Δημοκρατικούς, ψηφίζοντας κατά του πολέμου εκτός εάν αυτός λάβει το «πράσινο φως» από το νομοθετικό σώμα. Οι ψήφοι τους, σε συνδυασμό με την απουσία των γερουσιαστών
Ντέιβ ΜακΚόρμικ (Ρεπουμπλικάνος από την Πενσυλβάνια) και
Μιτς Μακόνελ (Ρεπουμπλικάνος από το Κεντάκι), ήταν αρκετές για να προωθήσουν το μέτρο περιορισμού των πολεμικών εξουσιών.
Η κίνηση της Γερουσίας ακολούθησε μια αντίστοιχη επιτυχημένη ψηφοφορία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου τέσσερις Ρεπουμπλικάνοι ενώθηκαν με τους Δημοκρατικούς (
215-208), ζητώντας τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν, εκτός εάν αυτές εγκριθούν από το Κογκρέσο.
Ωστόσο, ο νομικός αντίκτυπος αυτών των ψηφοφοριών ήταν περιορισμένος. Τα κοινά ψηφίσματα (concurrent resolutions) αποτελούν νομοθετήματα που δεν έχουν δοκιμαστεί νομικά και δεν αποστέλλονται στον πρόεδρο για υπογραφή, ώστε να καταστούν νόμος του κράτους. Οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να περιορίσει τις προεδρικές εξουσίες θα αντιμετώπιζε σχεδόν βέβαια το βέτο του Λευκού Οίκου.
Στην επιστολή του προς το Κογκρέσο, ο Τραμπ υπογράμμισε ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις
«παραμένουν σε ετοιμότητα να αναλάβουν περαιτέρω δράση, όπως κρίνεται απαραίτητο και σκόπιμο, για την αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών και επιθέσεων κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ή των συμμάχων και εταίρων τους, και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η κυβέρνηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν θα πάψει να αποτελεί απειλή για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους μας».