Μέσα στην ημέρα θα γίνουν οι ανακοινώσεις από τον
ΕΟΔΥ σχετικά με το θέμα του επαναπατρισμού του Έλληνα επιβάτη του
κρουαζιερόπλοιου MV Hondius όπου έχουν εντοπιστεί κρούσματα
χανταϊού.
Σημειώνεται ότι οι ελληνικές υγειονομικές αρχές ακολουθούν τις οδηγίες του
ΕCDC που καταρτίστηκαν και δημοσιοποιήθηκαν χθες, ώστε να δρομολογηθούν όλα με ασφάλεια τόσο για τον Έλληνα επιβάτη όσο και για όσους εμπλακούν στις διαδικασίες επιστροφής του στη χώρα και στην καραντίνα που θα ακολουθήσει, εφόσον δεν έχει συμπτώματα της λοίμωξης.
Σύμφωνα με τις οδηγίες του ΕCDC, οι
επιβάτες χωρίς συμπτώματα αντιμετωπίζονται προς το παρόν ως επαφές υψηλού κινδύνου, για προληπτικούς λόγους. Ο επαναπατρισμός τους θα γίνει με ειδικά οργανωμένα μέσα μεταφοράς από τις χώρες τους, σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας. Το ECDC διευκρινίζει ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν τακτικές εμπορικές πτήσεις.
Μετά την επιστροφή τους, θα τεθούν σε αυτο-καραντίνα στη χώρα καταγωγής τους. Εάν εμφανίσουν συμπτώματα, θα πρέπει να υποβληθούν σε ιατρική αξιολόγηση και διαγνωστικές εξετάσεις.
Ωστόσο, η τελική ταξινόμηση του κινδύνου μπορεί να διαφοροποιηθεί. Τις τελευταίες δύο ημέρες, η ομάδα δημόσιας υγείας επί του πλοίου πραγματοποίησε συνεντεύξεις με όλους τους επιβάτες. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, δεν αποκλείεται ορισμένοι να μην θεωρηθούν υψηλού κινδύνου μετά την επιστροφή τους και να υπαχθούν σε λιγότερο αυστηρά μέτρα.
Τι πρέπει να κάνουν οι επαγγελματίες υγείας
Για τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας, το ECDC συνιστά αυξημένα μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια των ιατρικών επαφών.
Συγκεκριμένα, προτείνεται χρήση γαντιών, ιατρικής ποδιάς, αναπνευστικής μάσκας FFP2 και προστασίας των ματιών. Συνιστώνται επίσης ιατρικές μάσκες, καλός αερισμός των χώρων, καθώς και μέτρα καθαρισμού και απολύμανσης.
Όλοι οι επιβάτες θα κληθούν να φορούν ιατρική μάσκα προσώπου κατά τη διάρκεια των διαδικασιών.
Τι θα γίνει με τους επιβάτες που έχουν συμπτώματα
Οι επιβάτες που παρουσιάζουν συμπτωματολογία θα πρέπει να αξιολογηθούν και να υποβληθούν σε διαγνωστικό έλεγχο κατά προτεραιότητα. Ανάλογα με την κλινική τους κατάσταση και τις επιχειρησιακές αποφάσεις των αρχών, ενδέχεται είτε να παραμείνουν σε απομόνωση στην Τενερίφη είτε να μεταφερθούν για απομόνωση στη χώρα καταγωγής τους.
Εάν το αποτέλεσμα της εξέτασης είναι θετικό, θα συνεχιστούν η ιατρική φροντίδα και τα μέτρα απομόνωσης. Εάν είναι αρνητικό, το ECDC σημειώνει ότι μπορεί να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέτρα καραντίνας και παρακολούθησης για έως και έξι εβδομάδες, ως προληπτική προσέγγιση.