Η μεγάλη επιστροφή των δασμών: $166 δισ. επιστρέφουν από την κυβέρνηση Τραμπ στους εισαγωγείς αλλά όχι και στους καταναλωτές
Η Ουάσιγκτον ανοίγει από σήμερα Δευτέρα τη διαδικασία επιστροφών για δασμούς που κρίθηκαν παράνομοι - Ανάσα για χιλιάδες επιχειρήσεις, αλλά όχι για τους καταναλωτές που πλήρωσαν ακριβότερα προϊόντα και μένουν εκτός άμεσης αποζημίωσης
Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίαζε πέρυσι την άνοιξη την επιθετική δασμολογική του πολιτική, τη συνόδευε με μια υπόσχεση: ότι τα νέα μέτρα θα γέμιζαν τα αμερικανικά ταμεία και θα έκαναν τις Ηνωμένες Πολιτείες «ξανά πλούσιες». Λίγους μήνες αργότερα, έπειτα από μια βαρύνουσα ήττα στο Ανώτατο Δικαστήριο, η ίδια αυτή κυβέρνηση ετοιμάζεται να πάρει τον αντίθετο δρόμο: να αρχίσει να επιστρέφει τα συγκεκριμένα χρήματα – τρόπαιο.
Από σήμερα η κυβέρνηση Τραμπ ενεργοποιεί τον πρώτο μηχανισμό για την επιστροφή άνω των 166 δισ. δολαρίων που εισπράχθηκαν μέσω δασμών, οι οποίοι ακυρώθηκαν δικαστικά τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για ένα ποσό τεράστιο, όχι μόνο λόγω του απόλυτου ύψους του, αλλά και επειδή αποκαλύπτει την πραγματική κλίμακα μιας πολιτικής που παρουσιάστηκε ως εργαλείο εθνικής ισχύος και τελικά εξελίχθηκε σε βαρύ φορτίο για χιλιάδες επιχειρήσεις.
Οι επιστροφές, μάλιστα, δεν θα αφορούν μόνο το αρχικό ποσό. Το αμερικανικό δημόσιο καλείται να καταβάλει και τόκους, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τον λογαριασμό μιας νομικής και πολιτικής ήττας που χτυπά στον πυρήνα του οικονομικού αφηγήματος του Τραμπ.
Ανάσα για τις επιχειρήσεις, όχι όμως για τους καταναλωτές
Για πολλές αμερικανικές εταιρείες, η έναρξη της διαδικασίας επιστροφών μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια. Οι δασμοί δεν ήταν τίποτε άλλο από φόροι στις εισαγωγές. Και για επιχειρήσεις που εξαρτώνται από ξένες πρώτες ύλες, ενδιάμεσα προϊόντα ή έτοιμα εμπορεύματα, αυτή η πολιτική μετατράπηκε σε διαρκή οικονομική πίεση. Επί μήνες, πολλές εταιρείες βρέθηκαν μπροστά στο ίδιο αδιέξοδο: είτε να απορροφήσουν το κόστος, είτε να περικόψουν αλλού, είτε να το μεταφέρουν στις τιμές.
Όσοι πλήρωσαν αυτούς τους δασμούς θα μπορούν να αρχίσουν από σήμερα να υποβάλλουν τα απαιτούμενα έγγραφα για να πάρουν πίσω τα χρήματά τους. Και μόνο ο αριθμός των αγωγών αποκαλύπτει το μέγεθος της πίεσης. Πάνω από 3.000 επιχειρήσεις - ανάμεσά τους η FedEx και η Costco - έχουν ήδη κινηθεί νομικά κατά της κυβέρνησης Τραμπ διεκδικώντας αποζημίωση, με ορισμένες προσφυγές να έχουν κατατεθεί ακόμη και πριν από την οριστική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια που περιορίζει δραστικά το εύρος της ανακούφισης... Δικαίωμα επιστροφής έχουν μόνο όσοι κατέβαλαν τυπικά και επισήμως τους δασμούς. Αυτό σημαίνει ότι οι τελικοί καταναλωτές - τα εκατομμύρια των Αμερικανών που είδαν τις τιμές να ανεβαίνουν σε μια σειρά από προϊόντα - δεν μπορούν να ζητήσουν άμεση αποζημίωση από το κράτος. Με άλλα λόγια, η επιστροφή των δασμών δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επιστροφή των απωλειών για την αμερικανική κοινωνία. Το αν θα φτάσει τελικά κάποιο όφελος στον πολίτη θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι επιχειρήσεις θα επιλέξουν να μοιραστούν μέρος των χρημάτων με τους πελάτες τους - κάτι που, μέχρι στιγμής, ελάχιστες έχουν δεσμευθεί ότι θα κάνουν.
Κλείσιμο
Παρά το πρώτο βήμα, η αβεβαιότητα παραμένει
Παρά την έναρξη της διαδικασίας, το κλίμα στις επιχειρήσεις παραμένει επιφυλακτικό. Πολλοί ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων εταιρειών δηλώνουν πως δεν ξέρουν πόσο λειτουργικό θα αποδειχθεί στην πράξη το νέο σύστημα, ούτε πόσο γρήγορα θα φτάσουν τελικά τα χρήματα στους λογαριασμούς τους. Η δυσπιστία ενισχύεται και από την ίδια τη στάση του Τραμπ, ο οποίος έχει αφήσει σαφώς να εννοηθεί ότι δεν επιθυμεί πολιτικά αυτή την επιστροφή. Η κυβέρνηση έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να χρειαστούν μήνες μέχρι να ολοκληρωθούν οι πρώτες πληρωμές. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος έχει αποφύγει να ξεκαθαρίσει αν σκοπεύει να επιχειρήσει νέο δικαστικό ελιγμό προκειμένου να μπλοκάρει μέρος ή και το σύνολο των επιστροφών.
Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, αυτό είναι το βασικό πρόβλημα. Η επιστροφή αναγγέλλεται ως διορθωτική κίνηση, αλλά στην πράξη έρχεται πολύ αργά για να αναιρέσει τις απολύσεις, τις περικοπές και τις ζημιές του προηγούμενου έτους.
Η νομική ήττα που απογύμνωσε μια προεδρική επιλογή
Στην καρδιά της υπόθεσης βρίσκονται οι λεγόμενοι «ανταποδοτικοί δασμοί» που επέβαλε ο Τραμπ πέρυσι χρησιμοποιώντας τον νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Εκτάκτου Ανάγκης - τον γνωστό IEEPA. Ο νόμος αυτός, που θεσπίστηκε το 1977, δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν από Αμερικανό πρόεδρο ως εργαλείο επιβολής δασμών. Ο Τραμπ, όμως, τον αξιοποίησε ως μοχλό εμπορικής πίεσης, δίνοντάς του μια ερμηνεία που τελικά δεν άντεξε στον ανώτατο δικαστικό έλεγχο.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο δεν ήταν απλώς μια τεχνική δικαστική κρίση. Ήταν μια ουσιαστική ακύρωση του πιο ευέλικτου όπλου που είχε στη διάθεσή του ο Τραμπ στο πεδίο του εμπορίου. Μέσα από αυτό το εργαλείο είχε επιχειρήσει να εξυπηρετήσει πολλαπλούς στόχους - από την πίεση για ζητήματα ασφαλείας και διακίνησης ναρκωτικών έως την ενίσχυση ευρύτερων πολιτικών και γεωοικονομικών επιδιώξεων.
Το πλήγμα ήταν διπλό. Από τη μία πλευρά, ακυρώθηκε η νομική βάση των δασμών από την άλλη, αποκαλύφθηκε ότι ένα κομβικό στοιχείο της εμπορικής στρατηγικής του Λευκού Οίκου στηριζόταν σε μια εξαιρετικά επιθετική και αμφισβητήσιμη ερμηνεία της προεδρικής εξουσίας.
Τα 166 δισ. και ο τόκος που τρέχει κάθε μέρα
Η κλίμακα της υπόθεσης δεν έχει προηγούμενο στη σύγχρονη αμερικανική εμπορική ιστορία. Σύμφωνα με τα ίδια τα στοιχεία της κυβέρνησης, μέχρι τον Μάρτιο περισσότεροι από 330.000 εισαγωγείς είχαν πληρώσει δασμούς βάσει του IEEPA για περισσότερες από 53 εκατομμύρια καταχωρίσεις εισαγωγών. Το αμερικανικό δημόσιο υπολογίζει ότι συγκέντρωσε πάνω από 166 δισ. δολάρια από αυτούς τους φόρους. Και το ποσό αυτό δεν μένει στατικό. Επιβαρύνεται με περίπου 650 εκατ. δολάρια σε τόκους κάθε μήνα - δηλαδή σχεδόν 22 εκατ. δολάρια ημερησίως. Πρόκειται για έναν δημοσιονομικό πονοκέφαλο που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί ο Τραμπ επέμενε τόσο σκληρά στη δικαστική μάχη.
Ο ίδιος, σε όλη τη διάρκεια της αντιπαράθεσης, προειδοποιούσε ότι ενδεχόμενη ήττα θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε «μεγάλη ύφεση», έναν ισχυρισμό που η πλειονότητα των οικονομολόγων απέρριψε ως υπερβολικό. Όταν όμως ήρθε η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η κυβέρνησή του προσπάθησε να κερδίσει χρόνο. Χρειάστηκε νέα παρέμβαση, αυτή τη φορά από το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου, το οποίο τον Μάρτιο διέταξε ρητά την επιστροφή των χρημάτων.
Ένα σύστημα που στήθηκε υπό πίεση
Η ομοσπονδιακή τελωνειακή διοίκηση βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπη με την ανάγκη να στήσει από το μηδέν έναν μηχανισμό μαζικών επιστροφών. Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, οι τεχνικές και οργανωτικές δυσκολίες ήταν σημαντικές. Οι αρχές έπρεπε όχι μόνο να δημιουργήσουν νέα ψηφιακή υποδομή, αλλά και να ξεχωρίσουν ποιες χρεώσεις ήταν παράνομες και ποιες νόμιμες, ακόμη και όταν αφορούσαν τα ίδια προϊόντα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το πρόβλημα ήταν σχεδόν δομικό: η κυβέρνηση δεν διέθετε εξαρχής πλήρη δυνατότητα άμεσης κατάθεσης χρημάτων στους λογαριασμούς πολλών εισαγωγέων. Αυτό δείχνει και το εύρος της προχειρότητας με την οποία δομήθηκε αρχικά η δασμολογική πολιτική. Η επιβολή ήταν γρήγορη και πολιτικά ηχηρή. Η αναδίπλωση, όμως, αποδεικνύεται τεχνικά δύσκαμπτη, αργή και σύνθετη.
Το νέο σύστημα, που ονομάζεται CAPE ξεκινά την λειτουργία του από σήμερα αλλά θα καλύπτει αρχικά μόνο ένα μέρος των περιπτώσεων. Η κυβέρνηση έχει παραδεχθεί ότι στην πρώτη φάση θα μπορεί να επεξεργαστεί περίπου το 63% των καταχωρίσεων εισαγωγών που συνδέονται με τους δασμούς IEEPA. Στόχος είναι η σταδιακή επέκταση. Ακόμη και έτσι, οι τελωνειακές αρχές προειδοποιούν ότι από τη στιγμή που θα γίνει δεκτός ένας φάκελος, η πληρωμή της επιστροφής μπορεί να χρειαστεί 60 έως 90 ημέρες. Με απλά λόγια, πρόκειται για μια διοικητική άσκηση τεραστίων διαστάσεων, η οποία θα κριθεί όχι από την εξαγγελία της αλλά από το αν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μπλοκαρίσματα, καθυστερήσεις και λάθη.
Οι μεγάλες εταιρείες και το ερώτημα της μετακύλισης
Το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι τι θα κάνουν οι μεγάλες επιχειρήσεις αν και όταν πάρουν πίσω τα ποσά που δικαιούνται. Η FedEx έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι θα προσπαθήσει να μεταφέρει το όφελος στους πελάτες της, καθώς σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ως επίσημος εισαγωγέας αλλά τελικά χρεώνει τους δασμούς σε εκείνους που αγοράζουν τα αγαθά.
Η Costco επίσης έχει αφήσει να εννοηθεί ότι ενδέχεται να περάσει μέρος της ωφέλειας στους καταναλωτές, πιθανώς μέσω χαμηλότερων τιμών. Όμως οι πιέσεις ήδη μεγαλώνουν. Η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με νέα ομαδική αγωγή από πελάτες που υποστηρίζουν ότι τα χρήματα θα πρέπει να επιστραφούν απευθείας στους ίδιους και όχι να μείνουν στην επιχείρηση.
Παρά τις πιέσεις αυτές, αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι δεν πρέπει να αναμένεται άμεση και πλήρης μετακύλιση των επιστροφών στις τιμές. Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να κινούνται σε περιβάλλον αβεβαιότητας, καθώς γνωρίζουν ότι ο Τραμπ εξετάζει ήδη νέα εργαλεία για την επιβολή άλλων δασμών. Σε ένα τέτοιο τοπίο, είναι λογικό να θελήσουν πρώτα να αναπληρώσουν ζημιές, να καλύψουν τρύπες ή να δημιουργήσουν αποθέματα άμυνας απέναντι σε έναν νέο γύρο εμπορικών κραδασμών.
Ο Τραμπ ψάχνει ήδη το επόμενο εργαλείο
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικά πιο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης. Η επιστροφή των χρημάτων δεν σημαίνει το τέλος του δασμολογικού δόγματος Τραμπ. Η κυβέρνηση έχει ήδη ανοίξει έρευνες για τις εμπορικές πρακτικές δεκάδων χωρών βάσει άλλων διατάξεων του νόμου περί Εμπορίου του 1974, με στόχο να στήσει ένα νέο πλέγμα δασμών που θα αντικαταστήσει εκείνο που κατέρρευσε δικαστικά. Παράλληλα, έχει ήδη επιβληθεί προσωρινός δασμός 10% στις περισσότερες εισαγωγές με χρήση άλλης διάταξης του ίδιου νόμου. Και αυτή η κίνηση, ωστόσο, βρίσκεται ήδη υπό αμφισβήτηση, καθώς μικρές επιχειρήσεις και πολιτείες έχουν προσφύγει εκ νέου στη Δικαιοσύνη.
Επομένως, το βασικό πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι ο Τραμπ δεν εγκαταλείπει τη στρατηγική των δασμών. Απλώς αναγκάζεται να αλλάξει νομικό μονοπάτι. Η ήττα στο Ανώτατο Δικαστήριο δεν ακυρώνει την επιθυμία του να χρησιμοποιεί το εμπόριο ως εργαλείο πίεσης. Την καθιστά όμως πιο δύσκολη, πιο αργή και περισσότερο εκτεθειμένη στον δικαστικό έλεγχο.
Η ζημιά έγινε
Για τις μικρές επιχειρήσεις, αυτή είναι ίσως η πιο πικρή διάσταση της υπόθεσης. Ακόμη κι αν οι επιστροφές προχωρήσουν, ακόμη κι αν τα ποσά φτάσουν τελικά με τόκους, η πραγματική ζημιά του τελευταίου χρόνου δεν μπορεί να διαγραφεί αναδρομικά. Οι απολύσεις που έγιναν, οι επενδύσεις που πάγωσαν, οι γραμμές παραγωγής που πιέστηκαν, τα περιθώρια κέρδους που εξαερώθηκαν - όλα αυτά δεν ανατρέπονται με μια εκ των υστέρων επιταγή.
Γι’ αυτό και η συζήτηση γύρω από τα 166 δισ. δολάρια δεν είναι απλώς λογιστική. Είναι βαθιά πολιτική και αποκαλυπτική. Δείχνει πόσο εύκολα μια επιθετική εμπορική πολιτική μπορεί να παρουσιαστεί ως εθνικός θρίαμβος, να λειτουργήσει για μήνες σαν μηχανή αφαίμαξης της αγοράς και τελικά να καταλήξει σε μια ακριβή, αδέξια και ατελή αναδίπλωση.
Ο Τραμπ μπαίνει τώρα στη δύσκολη φάση όπου το κράτος καλείται να επιστρέψει όσα εκείνος παρουσίαζε ως τρόπαιο. Και αυτό από μόνο του είναι μια ισχυρή πολιτική δήλωση. Όχι επειδή αναιρεί τη βούλησή του να ξαναχτίσει το δασμολογικό του οπλοστάσιο, αλλά επειδή αποκαλύπτει ότι ο πιο θορυβώδης πυλώνας της εμπορικής του πολιτικής μπορεί να παράγει πολύ περισσότερο κόστος, σύγχυση και αβεβαιότητα απ’ όση ευημερία.
Στη νέα της καμπάνια, η MISKO εμπνέεται από τις μικρές στιγμές της καθημερινότητας όπου οι άνθρωποι, παρά τις διαφορές τους, βρίσκουν τρόπους να συνδεθούν γύρω από ένα πιάτο ζυμαρικών. Ένα δέσιμο που γίνεται και τίτλος της: «Όλη η νοστιμιά είναι στο δέσιμο»