Μία από τις πλέον επιδραστικές και μετριοπαθείς προσωπικότητες του ιρανικού κατεστημένου, ήταν ο Αλί Λαριτζανί, ο οποίος σκοτώθηκε σε αεροπορικό βομβαρδισμό το βράδυ της Δευτέρας, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσαν τόσο ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατζ όσο και ο ισραηλινός στρατός.
Η Τεχεράνη από την πλευρά της, δεν έχει ανακοινώσει το παραμικρό έκτοτε και το μόνο που κυκλοφόρησε, ήταν ένα χειρόγραφο μήνυμα του ίδιου του Λαριτζανί για τις κηδείες των Ιρανών ναυτικών του τάνκερ Dena, που χτυπήθηκε από αμερικανικό υποβρύχιο στα ανοιχτά της Σρι Λάνκα στις πρώτες μέρες του πολέμου.
Διατηρώντας στενές σχέσεις με τον Αλί Χαμενεΐ, επανήλθε τον Αύγουστο του 2025 στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, έχοντας διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις για τη χώρα του.
Γνωστός επί δεκαετίες ως μια μετριοπαθής και πραγματιστική προσωπικότητα εντός του ιρανικού κατεστημένου, ο Λαριτζανί έχει διατελέσει γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της στρατηγικής της χώρας κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης Ιράν, ΗΠΑ και Ισραήλ.
Γεννημένος το 1958 στη Νατζάφ του Ιράκ, σε εύπορη οικογένεια με καταγωγή από την Αμόλ, ο Λαριτζανί ανήκε σε μια ισχυρή πολιτική δυναστεία, η οποία είχε χαρακτηριστεί από το περιοδικό Time ως οι «Κένεντι του Ιράν».
Ο πατέρας του ήταν εξέχων θρησκευτικός λόγιος, ενώ σε ηλικία 20 ετών παντρεύτηκε τη Φαριντέχ Μοταχάρι, κόρη στενού συνεργάτη του ιδρυτή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Ρουχολάχ Χομεϊνί.
Σε αντίθεση με πολλούς συνομηλίκους του, διέθετε κοσμικό ακαδημαϊκό υπόβαθρο, έχοντας σπουδάσει Μαθηματικά και Πληροφορική, πριν ολοκληρώσει διδακτορικό στη δυτική φιλοσοφία με επίκεντρο τον Εμάνουελ Καντ.
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, εντάχθηκε στο Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), προτού μεταβεί σε κυβερνητικά αξιώματα, αναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων το υπουργείο Πολιτισμού και στη συνέχεια τη διοίκηση της κρατικής ραδιοτηλεόρασης IRIB.
Το 2005 ανέλαβε γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και επικεφαλής διαπραγματευτής του Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα, θέση από την οποία αποχώρησε το 2007.
Το 2008 εξελέγη στο ιρανικό κοινοβούλιο και υπηρέτησε ως πρόεδρος της Βουλής για τρεις συνεχόμενες θητείες, διαδραματίζοντας καθοριστικό ρόλο στην έγκριση της συμφωνίας για τα πυρηνικά το 2015.
Τον Αύγουστο του 2025, ο Λαριτζανί επέστρεψε στη θέση του γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, επανεμφανιζόμενος ως κεντρική μορφή στην ηγεσία του Ιράν.
Ο Λαριτζάνι είχε επίσης διαδραματίσει καθοριστικό διπλωματικό ρόλο πριν τον πόλεμο, μαζί με τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, στην προσπάθεια να πείσουν τα κράτη του Κόλπου να αποτρέψουν μια επίθεση εναντίον του Ιράν, έχοντας επισκεφθεί τη Μουσκάτ, την πρωτεύουσα του Ομάν, για να συναντήσει τους μεσολαβητές στις συνομιλίες.
Σύμφωνα με αναλυτές, αν και θεωρούνταν πραγματιστής και όχι ιδεολογικά σκληροπυρηνικός, παρέμενε προσηλωμένος στη διατήρηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως πολιτικού συστήματος του Ιράν.
Από την έναρξη της σύγκρουσης, ο Λαριτζανί είχε επανειλημμένα ασκήσει έντονη κριτική (ακόμα και σε live μετάδοση από τους δρόμους της Τεχεράνης) στον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και φέρεται να διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολεμικής στρατηγικής του Ιράν.
«Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ιράν έχει προετοιμαστεί για έναν μακροχρόνιο πόλεμο», ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X λίγο μετά την έναρξη της σύγκρουσης.
Τι σημαίνει για τον πόλεμο και το Ιράν η εξουδετέρωση του Λαριτζανί
Η δολοφονία του «de facto» ηγέτη του Ιράν,
Αλί Λαριτζανί, η οποία επιβεβαιώθηκε το πρωί της Τρίτης (17/3) από την ισραηλινή κυβέρνηση και τις
Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF), αποτελεί τη σημαντικότερη στοχευμένη επίθεση του ισραηλινού στρατού για την εξόντωση υψηλόβαθμου αξιωματούχου μετά το πλήγμα που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του
Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, στην έναρξη της επιχείρησης κατά του Ιράν.
Μετά τον θάνατο του Χαμενεΐ και πριν ο γιος του,
Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, οριστεί νέος ανώτατος ηγέτης, το όνομα του
67χρονου Λαριτζανί έπαιξε μεταξύ των βασικών υποψηφίων να αναλάβουν τα ηνία της χώρας.
Έπειτα από την εκλογή του Μοτζτάμπα και με βάση τις εκτιμήσεις περί σοβαρού τραυματισμού του, ο Λαριτζανί, που διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τον πατέρα Χαμενεϊ ως κορυφαίος αξιωματούχος ασφαλείας, είχε
αναλάβει ουσιαστικά κεντρικό ρόλο στη διαχείριση της εξουσίας.
Η εξόντωσή του εκτιμάται ότι θα δυσχεράνει τις επαφές και τις διαπραγματεύσεις με πρόσωπα της πολιτικής ηγεσίας του
Ιράν, καθώς ο ίδιος είχε αποτελέσει στο παρελθόν και βασικό διαπραγματευτή της Τεχεράνης για το
πυρηνικό πρόγραμμα.
Η επίθεση εναντίον του σημειώθηκε τέσσερις ημέρες μετά τη δημόσια παρουσία του σε συγκέντρωση στην Τεχεράνη, όπου είχε ασκήσει έντονη κριτική στον
Ντόναλντ Τραμπ σε ζωντανή μετάδοση.
Ο επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, συνέχισε τις επιθέσεις του κατά του Αμερικανού προέδρου με σειρά αναρτήσεων στην πλατφόρμα X, υιοθετώντας ιδιαίτερα επιθετική ρητορική.
«
Ο Τραμπ λέει ότι επιδιώκει μια γρήγορη νίκη. Το να ξεκινήσεις έναν πόλεμο είναι εύκολο,
όμως δεν μπορεί να κερδηθεί με μερικά tweets. Δεν θα υποχωρήσουμε μέχρι να σας κάνουμε να μετανιώσετε για αυτό το σοβαρό λάθος», έγραψε χαρακτηριστικά.
Παρ' όλα αυτά, η εξόντωση του Λαριτζανί μετά από αυτή του Χαμενεϊ, δ
εν συνεπάγεται κατάρρευση του καθεστώτος, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Το ιρανικό σύστημα διακυβέρνησης βασίζεται σε ένα πλέγμα θεσμών και οργανισμών, οι οποίοι συνεχίζουν να λειτουργούν, παρά την απώλεια του Χαμενεΐ και άλλων ανώτερων αξιωματούχων.
Εξάλλου, όπως έχει διαφανεί μετά τη δολοφονία του
Αλί Χαμενεϊ και τη φημολογούμενη αδυναμία του γιου του,
Μοτζτάμπα, να ασκήσει τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν, το καθεστώς δείχνει να λειτουργεί βασισμένο κατά κύριο λόγο στις αποφάσεις που λαμβάνουν οι Φρουροί της Επανάστασης στο πεδίο, σε μια κατάσταση που ενδεχομένως να δείχνει και τον ενισχυμένο ρόλο που θα έχουν στο μεταπολεμικό Ιράν αν, τελικά, δεν καταφέρουν εξωτερικοί παράγοντες (βλέπε ΗΠΑ) να «περάσουν» πρόσωπα που θα εξυπηρετούν τα συμφέροντα και την ασφάλειά τους.