Βρέθηκε στη Γουαδελούπη βακτήριο «γίγας»: Είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού και πιάνεται με τσιμπιδάκι
Σε αντίθεση με τα συνηθισμένα βακτήρια, το DNA δεν αιωρείται ελεύθερα μέσα στο κύτταρο, αλλά περιέχεται σε πολυάριθμους μικρούς σάκους - Έχει το μέγεθος μιας βλεφαρίδας και μπορεί να φθάσει έως και τα δύο εκατοστά
Το μεγαλύτερο βακτήριο στον κόσμο ανακαλύφθηκε στη Γουαδελούπη της Καραϊβικής, έχει πιο περίπλοκη δομή και είναι 5.000 φορές μεγαλύτερο από τα συνηθισμένα, ενώ το πιάνει κανείς με τσιμπιδάκι, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύτηκε σήμερα στην επιστημονική επιθεώρηση Science.
To βακτήριο «Thiomargarita magnifica» είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού, αφού έχει το μέγεθος μιας βλεφαρίδας και μπορεί να φθάσει έως και τα δύο εκατοστά.
«Η ανακάλυψη του συγκεκριμένου βακτηρίου είναι σαν να συναντάς έναν άνθρωπο τόσο ψηλό όσο το Έβερεστ», δήλωσε ο θαλάσσιος βιολόγος Ζαν-Μαρί Βολάντ, ένας εκ των συγγραφέων της μελέτης.
Εντοπίστηκε για πρώτη φορά στο πλούσιο σε θείο θαλάσσιο νερό ενός βάλτου της Γουαδελούπης το 2009, προσκολλημένο σε φύλλο ενός δέντρου.
Σε αντίθεση με τα συνηθισμένα βακτήρια, το DNA δεν αιωρείται ελεύθερα μέσα στο κύτταρο, αλλά περιέχεται σε πολυάριθμους μικρούς σάκους που συνδέονται με μεμβράνη.
Το μεγαλύτερο γνωστό βακτήριο – μέχρι σήμερα – είχε μέγιστο μήκος περίπου 750 μικρομέτρων.
Κλείσιμο
Τα βακτήρια είναι μονοκύτταροι οργανισμοί που είναι ζωτικής σημασίας για τα οικοσυστήματα. Στο ανθρώπινο σώμα υπάρχουν πολλά βακτήρια, αλλά ένας πολύ μικρός αριθμός από αυτά προκαλεί ασθένειες.
Αυτό το βακτήριο δείχνει πως η ζωή στη Γη έχει ακόμα εκπλήξεις που περιμένουν να τις ανακαλύψουμε, τονίζει ο Ζαν-Μαρί Βολάντ.
Καθηλωτικές εμπειρίες σε έναν εμβληματικό προορισμό που φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά και επαναπροσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν την ψυχαγωγία και την απόλαυση, έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν τα μέλη της κοινότητας του Ploom*.
Σήμερα, οι επιχειρήσεις δεν αναζητούν απλώς θεωρητικές γνώσεις, αλλά ανθρώπους που μπορούν να ενταχθούν άμεσα στην παραγωγή, να χειριστούν σύγχρονες τεχνολογίες και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός περιβάλλοντος που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς