Τζένη Μπαλατσινού: Δεν έχω να λογοδοτήσω σε κανέναν

Τζένη Μπαλατσινού: Δεν έχω να λογοδοτήσω σε κανέναν

«Λατρεύω τις ρυτίδες κάτω από τα μάτια μου, το σώμα μου υπακούει και αυτό στο νόμο της βαρύτητας» - «Και τα λεφτά καίγονται και το όνομα διαλύεται, η μόνη επιτυχία είναι η αγάπη που αφήνεις πίσω σου» - «Θα ήθελα να είχα ένα κτήμα, να είμαι ξυπόλητη, να φυτεύω»

Τζένη Μπαλατσινού: Δεν έχω να λογοδοτήσω σε κανέναν
Στην Τζένη Μπαλατσινού αρέσει να διαβάζει έστω μισή σελίδα από το βιβλίο της κάθε βράδυ λίγο πριν αποκοιμηθεί - αυτή την περίοδο στο κομοδίνο της διεκδικούν μια θέση το «Storytelling» και το «The monk and the riddle». Της αρέσει το μπλε της θάλασσας και το πράσινο της φύσης, της αρέσει να μαγειρεύει και να τρώει γύρω από το ίδιο τραπέζι με τα παιδιά της κάθε βράδυ περίπου στις 8.30 - καυχιέται μάλιστα για το γαλακτομπούρεκο και το παστίτσιο της. Της αρέσει ακόμη να τρέχει, να χορεύει χωρίς αύριο μπρος στον καθρέφτη της, να στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο από τα μέσα Νοέμβρη για να το «χορταίνει», να ξεφορτώνεται οτιδήποτε εμπίπτει στην κατηγορία του περιττού, να αγκαλιάζει και να την αγκαλιάζουν.

Της αρέσει ο εαυτός της - αυτό δεν χρειάζεται να το πει με λέξεις, είναι μια άρρητη αλήθεια που την αντιλαμβάνεσαι από τα πρώτα λεπτά της  συναναστροφής. Και αυτό είναι μια κατάκτηση - μπορεί και η πιο σπουδαία. Ισως είναι τύχη, ενδεχομένως ατυχία, όμως η Τζένη Μπαλατσινού δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων που αυτοεγκλωβίστηκαν στη διαδικασία να επανεφεύρουν τον εαυτό τους. Για τον απλό λόγο ότι ποτέ δεν τον επινόησε. Προτίμησε να τον ανακαλύψει μέρα με τη μέρα, φορά με τη φορά, εμπειρία με την εμπειρία.


 
«Ψιλο-κόμπλαρα με το "Jenny Jenny"»
Κλείσιμο
Εκείνο που ουδόλως της αρέσει είναι να καθυστερεί στις συναντήσεις της. Το καταλαβαίνω από την κεκτημένη ταχύτητα με την οποία φτάνει στο ραντεβού μας, έπειτα από ένα πολύωρο -απ’ όσο μ’ αφήνει να καταλάβω- γύρισμα για την εκπομπή της «Jenny Jenny», που προβάλλεται από το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στο MEGA. Απολογείται για την αργοπορία ενώ μιλά ακόμη στο κινητό της τηλέφωνο, κινείται αστραπιαία στον χώρο, κάθεται ανακουφισμένη σε έναν καναπέ και λίγο πριν παραγγείλει μια μπίρα ελέω αποφόρτισης, επισημαίνει πως νιώθει μάλλον άβολα που είναι ακόμη βαμμένη, αφού την αληθινή ζωή της προτιμά να την περνά χωρίς πρόσθετα φτιασίδια - κυριολεκτικά, αλλά όχι μόνο. Με ρωτά -ως είθισται- τη γνώμη μου για τα δύο πρώτα επεισόδια του «Jenny Jenny», της λέω πως ο τίτλος μού φαίνεται κάπως αυτοαναφορικός. Απολογείται. «Είχα προτείνει διάφορους τίτλους. Ψιλο-κόμπλαρα με το “Jenny Jenny”... Ηταν ιδέα της Ελενας Κατραβά. Με το που έπεσε στο τραπέζι, όλοι είπαν “το ’χουμε”. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο», λέει γελώντας - μάλλον για να διασκεδάσει την αμυδρή ενοχή της. «Την ιδέα για τη συγκεκριμένη εκπομπή την είχα εδώ και καιρό.



Ολοι οι συντελεστές της εκπομπής «Jenny Jenny»

Τη φτιάξαμε και τη δέσαμε πολύ περισσότερο με τη Foss Productions. Ξέρεις, πιστεύω πολύ στην ομάδα. Θεωρώ ότι τα πράγματα δεν είναι πλέον αυτοαναφορικά, προσωποκεντρικά στην τηλεόραση. “Καίγονται” γρήγορα. Το να επαναλαμβάνεις τον εαυτό σου είναι βαρετό. Δεν μπορείς να βγαίνεις μόνος σου. Θέλεις την ενέργεια και τη συμμετοχή μιας ομάδας». Καλά τα concepts, ωραίες και οι ομάδες. Ομως ποια ανάγκη την οδήγησε και πάλι στην τηλεόραση, δηλαδή σε περισσότερη δουλειά και ευθέως ανάλογη έκθεση; «Η τηλεόραση για μένα είναι ένα μέσο που εξυπηρετεί την άλλη δουλειά μου. Ξεκάθαρα. Δεν θα βγάλω λεφτά από την τηλεόραση, όμως είναι ένα μέσο που βοηθά το site μου Jenny.gr αλλά και το iOS περιοδικό που βγάζουμε, το “Hope”. Το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Τη διαφορά στην επισκεψιμότητα την είδα από τη μέρα που βγήκα στην τηλεόραση πριν από τρία χρόνια». Αλήθεια, όμως, γίνεται τηλεόραση χωρίς έστω σπαράγματα ματαιοδοξίας; «Το κεφάλαιο ματαιοδοξία το έχω καλύψει τα τελευταία 25 χρόνια. Πλέον έχω τη ματαιοδοξία να κάνω πολύ καλά τη δουλειά μου.

Και αυτό που κάνω αυτή τη στιγμή στην τηλεόραση είναι κάτι που πραγματικά μου αρέσει. Είμαι εγώ, είναι ο τρόπος που θέλω να βλέπω τα πράγματα, ο τρόπος που τα αντιλαμβάνομαι και τα ζω. Δεν είναι καμιά βαρύγδουπη εκπομπή. Ούτε θεωρώ ότι στην τηλεόραση μπορείς να κάνεις καμιά φοβερή καινοτομία. Ολοι τα ίδια κάνουμε πάνω κάτω. Για μένα η εικόνα είναι πολύ σημαντική. Η αίσθηση της όρασης είναι η πιο δυνατή. Ενας ωραίος πίνακας, μια σκηνή από μια ταινία, ένα ηλιοβασίλεμα μπορούν να σε καθηλώσουν. Οπότε αν πετύχεις μια ωραία εικόνα και έχεις και μια θεματολογία που μπορείς να την υποστηρίξεις, έχεις ένα καλό αποτέλεσμα», λέει, και συνεχίζει εξηγώντας μου τη φιλοσοφία της σύμφωνα με την οποία απέχει από την αποκαλούμενη gossip θεματολογία τόσο στην εκπομπή όσο και στο site της.

Αναρωτιέμαι αν αντιστρόφως η ίδια παρακολουθεί σε άλλα sites και εκπομπές τον εαυτό της να πρωταγωνιστεί σε ανάλογου ύφους δημοσιεύματα. Τη ρωτάω τι νιώθει. «Τίποτα δεν νιώθω. Καμιά φορά μπορεί να γελάσω. Είναι τόσο κλισέ αυτά που γράφονται κάτω από τις φωτογραφίες που και πάλι στην εικόνα μένεις. Δεν το ψάχνω, πάντως, αν αυτό με ρωτάς. Δεν πληρώνω κάποια εταιρεία να μου στέλνει τα links από τα sites και τα αποκόμματα από τα περιοδικά».

Επιστρέφω στα της τηλεόρασης. Κι αν μια εκπομπή με brand name το όνομά της δεν αποδώσει τους αναμενόμενους καρπούς τηλεθέασης, τότε τι; Γελάει. «Αν δεν πάει καλά η εκπομπή, θα πρέπει να ξανασυστηθώ. Θα με φωνάζετε με το βαφτιστικό όνομά μου: Πολυξένη, Πολυξένη.
(γέλια) Ξέρεις τι έχω μάθει από μικρή; Πιστεύω στον βολονταρισμό, έχω μάθει να επιδιώκω τα πράγματα, αλλά τελικά ο ντετερμινισμός είναι αναπόφευκτος. Ο,τι είναι να γίνει θα γίνει.

Εκείνο που ξέρω είναι ότι δουλεύω, ότι δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας, και εγώ και η ομάδα. Χάρηκα που πήγαν καλά οι πρώτες εκπομπές, αλλά αγχώθηκα κιόλας. Τώρα πρέπει να δουλέψω περισσότερο, για να συνεχίσει η εκπομπή να έχει την ίδια ποιότητα, να έχει ενδιαφέροντα θέματα για τον κόσμο, να είναι μέσα στην εποχή και στα δεδομένα που μπορούμε να έχουμε, αφού το σύμπαν γύρω μας είναι αβέβαιο».





Η καθημερινότητα
Της ζητώ να μου πει πώς είναι η μέρα της, πόσες -πολλές απ’ ό,τι καταλαβαίνω από τα συμφραζόμενα- ώρες δουλεύει.

«Στην πραγματικότητα δεν ξέρω πόσες ώρες δουλεύω. Ξυπνάω κάθε μέρα στις 6.15. Ξέρεις, όταν μεγαλώνει ο άνθρωπος ξυπνάει πιο νωρίς. (γέλια) Θαυμάζω τις κόρες μου ή κάποιες φίλες μου που μπορούν και κοιμούνται μέχρι τις 12 τα Σαββατοκύριακα. Τρώμε πρωινό με τον μικρό, τον πάω στη στάση του λεωφορείου, μετά ξυπνάει η κόρη μου, τελειώνουμε το πρωινό και την πάω σχολείο. Αν προλάβω, τρεις-τέσσερις φορές την εβδομάδα θα κάνω γυμναστική, θα βγω έξω να τρέξω. Μετά πάω στο γραφείο. Αυτή την εποχή έχουμε και γυρίσματα 3-4 φορές την εβδομάδα. Προσπαθώ να είμαι σπίτι μου στις 8.30 το βράδυ, για να φάω μαζί με τα παιδιά μου.

Το θεωρώ πολύ σημαντικό να τρώμε όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι. Μετά κοιμίζω τον μικρό, λέω τα κουτσομπολιά με την κόρη μου, τι έγινε στο σχολείο, πώς είναι τα πράγματα και τα σχετικά. Και το Σαββατοκύριακο μαζεύω τα κοκαλάκια μου, οργανώνω όσο μπορώ την εβδομάδα μου, πάω ένα θέατρο, διαβάζω κανένα ενδιαφέρον άρθρο στις εφημερίδες. Πολύ απλά, μάλλον βαρετά ζω. Δεν προλαβαίνω ούτε κομμωτήριο να πάω. Ευτυχώς, έχω έναν φίλο που έρχεται κάθε δυο μήνες στο σπίτι και μου βάφει τις άσπρες τρίχες μου. Η προσωπική στιγμή μου πάντως είναι η γυμναστική που δεν θέλω να τη χάνω. Με τη γυμναστική ανοίγει το μυαλό, με τονώνει και με γειώνει».

Διακόπτω τον ειρμό της καθημερινότητας που μου περιγράφει για να τη ρωτήσω αν αξίζει τον κόπο τόση δουλειά. «Αν αξίζει; Εχω υποχρεώσεις, έχω τρία παιδιά. Και από την άλλη θεωρώ ότι είμαι στην πιο δημιουργική μου περίοδο. Αν δεν δουλέψω τώρα, πότε θα δουλέψω; Δεν κάνω κάποιο καταναγκαστικό έργο. Το έχω επιλέξει αυτό που κάνω. Και περνάω καλά». Μήπως η έντονη καθημερινότητα είναι ένα αντίβαρο στο περίφημο «σύνδρομο της άδειας φωλιάς», τώρα που η μεγάλη κόρη της έχει μετοικήσει για σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες; «Η τεχνολογία μάς βολεύει. Είμαστε κάθε μέρα στο What's App και στο Facetime. Το βλέπω το κορίτσι μου. Βλέπω άμα τρώει, αν δεν τρώει, άμα έχει ξενυχτήσει... Πολλές φορές μπαίνω στο δωμάτιό της και κάθομαι στο κρεβάτι της, απαντώντας στα mail της δουλειάς μου, για να μυρίζω λίγο το Αμαλάκι μου. Χαίρομαι γι’ αυτήν.

Για πολλούς λόγους. Είναι ένα παιδί που δεν ξέφυγε από τον στόχο του, που θα μπορούσε με όλα όσα μας συνέβησαν τα προηγούμενα χρόνια να τον χάσει. Χαίρομαι γιατί μόνη της πήρε την απόφαση να δουλέψει το καλοκαίρι, γιατί μόνη της προσπαθεί για την υποτροφία της, γιατί είναι μια ωραία δομημένη προσωπικότητα. Κι είναι όλο δικό της. Είναι το DNA της». Και να ήθελε δεν θα μπορούσε να κρύψει την περηφάνια για τα τρία παιδιά της. Τη ρωτάω αν αντίστοιχα νιώθει πως και εκείνα χαίρονται για τη μητέρα τους. «Ναι, και τα παιδιά μου χαίρονται για μένα. Και τα ακούω. Οταν μου κάνουν κριτική για κάτι που κάνω υπολογίζω πάρα πολύ τη γνώμη τους».  Σε μια πρώτη ανάγνωση θα συμπέραινε κανείς ότι η ζωή είναι γενναιόδωρη με την Τζένη Μπαλατσινού. Μπορεί όμως να συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο.



To τάνγκο Τζένης - Ιβάν Σβιτάιλο με θέα την Ακρόπολη 

Η ίδια μάλλον πιστεύει πως έχει μια παραπληρωματική σχέση μαζί της. «Νιώθω πιο πολύ ο εαυτός μου όσο μεγαλώνω. Λένε πως μεγαλώνοντας η γνώση σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Εγώ θέλω να σου πω ότι η γνώση για μένα είναι μια έννοια που στηρίζεται στο παρελθόν. Νιώθω ότι έχω γίνει πιο σοφή μεγαλώνοντας. Η σοφία είναι κάτι που σου υποδεικνύει πώς να ζεις το τώρα. Εκτιμώ περισσότερο τη σοφία από τη γνώση τελικά. Οταν ήμουν μικρή επεδίωκα τη γνώση, τώρα μου αρέσουν τα σοφά πράγματα. Αυτό εμπεριέχει πολλές ερμηνείες. Από τον τρόπο που θα διαχειριστείς μια προσωπική κρίση ή ένα καλό γεγονός μέχρι τον τρόπο που θα περάσεις το καλοκαίρι σου. Ο χρόνος έχει μια άλλη αξία πλέον. Ισως η σοφία έρχεται με τα βιώματα. Νιώθω πιο σοφή με την έννοια ότι οι αξίες και τα πράγματα που έχουν σημασία για μένα είναι πλέον πολύ συγκεκριμένα και περιορισμένα. Δεν τα διαπραγματεύομαι. Για παράδειγμα, το πώς θέλω να περάσω τις διακοπές μου, πώς θέλω να ξεκουραστώ.

Τα τελευταία τρία χρόνια σκέφτομαι μόνο το καλοκαίρι. Αισθάνομαι ότι μπορώ να κάνω περισσότερα πράγματα για μένα, να γειωθώ, να κάτσω στη θάλασσα και να μη σκέφτομαι απολύτως τίποτα. Να απολαμβάνω αυτό που συμβαίνει. Και να μην παίρνω φωτογραφία το ηλιοβασίλεμα. Να μην έχω το στρες να απαθανατίσω τη στιγμή, απλώς να τη ζήσω, να τη νιώσω, να την αναπνεύσω. Ερχεται μια ηλικία που αρχίζεις να σκέφτεσαι τα καλοκαίρια που σου έχουν απομείνει. Μικρός μέτραγες πόσα παγωτά έτρωγες, πόσα μπάνια έκανες στη θάλασσα. Μεγαλώνοντας λες “πόσα καλοκαίρια έχω ακόμα που θα μπορώ να κατεβαίνω τα κατσάβραχα και να πάω σε μια απομονωμένη παραλία και να περπατήσω μόνη μου;”. Το εκτιμάς αλλιώς. Δεν είναι το ίδιο. Πόσα χρόνια έχω ακόμη να χορέψω μπροστά στον καθρέφτη μου σαν τρελή;» αναρωτιέται ρητορικά, έχοντας μάλλον δώσει ακούσια την καλύτερη αφορμή για να τη ρωτήσω για το καλοκαίρι που μας πέρασε και τις παπαράτσι φωτογραφίες που σύστησαν σε όλη την Ελλάδα τον νέο δεσμό της. Επιλέγει να με επαναφέρει στην τάξη. Με τρόπο.



«Δεν αφορά κανέναν αυτό που ζω»
«Δεν θέλω να σχολιάσω το ζήτημα με τις φωτογραφίες από το καλοκαίρι που μας πέρασε. Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Δεν θέλω να γίνει πάλι αναπαραγωγή όσων θα πω. Εγινε, τελείωσε, πάει. Είναι δικό μου από δω και πέρα. Είναι δικό μου αυτό που ζω. Και δεν αφορά κανέναν άλλον». Αλλάζω θέμα, επιστρέφω στον χρόνο που περνάει και την κάνει, όπως λέει, να αντιμετωπίζει τη ζωή της με σοφία. Τι γίνεται όμως με την εξωτερική εμφάνιση, με τα -κατά το δημοσιογραφικό κλισέ- σημάδια του χρόνου; «Λατρεύω τις ρυτίδες κάτω από τα μάτια μου. Το σώμα μου δεν είναι όπως όταν ήμουν 20 χρονών. Υπακούει και αυτό στον νόμο του Νεύτωνα.

Δεν με ενοχλεί που μεγαλώνω. Εχω περάσει καλά στη ζωή μου. Ο,τι έχω κάνει το έκανα με πάθος και συνειδητότητα. Δεν ήμουν ποτέ παρατηρητής της ζωής μου. Πάντα με τις φίλες μου, από 20 χρονών φανταζόμαστε πώς θα ήμασταν στο γηροκομείο. Είναι η φυσική εξέλιξη. Τι να κάνω; Να στρεσαριστώ; Αν κάτι με ενοχλήσει τρομερά πάνω μου, θα το αλλάξω. Δεν αποκλείω τίποτα. Αλλά δεν είναι κάτι που συζητάω κάθε πρωί με τον καθρέφτη μου». Η ερώτησή μου μάλλον περιττεύει, όμως της ζητώ να αυτοψυχαναλυθεί περιγράφοντας τη συναισθηματική  κατάστασή της αυτή την περίοδο. «Είμαι σε μια κατασταλαγμένη, δημιουργική αλλά και σε εγρήγορση περίοδο. Τα αντανακλαστικά μου είναι πολύ ακονισμένα. Εχω πολύ καλή διάθεση απέναντι στη ζωή και στα πράγματα, παρόλο που όλο το γύρω μού επιτάσσει ότι δεν είναι έτσι.

Τα πράγματα είναι απλά, πάρα πολύ απλά. Εμείς τα κάνουμε δύσκολα. Παλιά είχα το απλό και το ’κανα δύσκολο. Θέλω να λειτουργώ με το ένστικτό μου. Οχι με τη λογική. Δεν έχω να λογοδοτήσω σε κανέναν για τη ζωή μου παρά μόνο σε μένα. Για μένα η λέξη ‘‘πρέπει’’ δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό μου τα τελευταία τρία χρόνια. Και προσπαθώ ούτε στα παιδιά μου να λέω ‘‘πρέπει’’. Εύκολο είναι αν το συνειδητοποιήσεις. Το πιο δύσκολο στη ζωή είναι να διαχειριστούμε τα αυτονόητα». Σε αυτά τα αυτονόητα του απώτερου μέλλοντός της περιλαμβάνεται -απ’ ό,τι καταλαβαίνω- και η φυγή της από την πόλη.



Τα όνειρά της
«Ονειρο ζωής είναι, όταν πια μεγαλώσει και ο γιος μου, να ασχολούμαι με τη γη. Δεν οφείλω και εγώ να έχω κάποια χρήματα στην άκρη για τον εαυτό μου και να έχω την ποιότητα ζωής που θέλω; Να έρχονται αργότερα τα εγγόνια μου να με βλέπουν; Θα ’θελα να ’χα ένα κτήμα, να ’μαι ξυπόλητη, να φυτεύω, να μυρίζω, να μη μου πειράζει κανένας τον κήπο, γιατί θα είναι δικός μου. Και να εξελιχθώ περισσότερο στη μαγειρική. Και να διαβάζω. Πάντα σκεφτόμουν πώς θα είμαι μεγάλη. Μετά τα 60. Να είμαι ένας πόλος που όλοι θα θέλουν να έρθουν σε μένα. Αυτό είναι επιτυχία στη ζωή. Τα παιδιά σου να μην έρχονται να σε βλέπουν ως καταναγκαστικό έργο, ως υποχρέωση. Αυτό είναι ευτυχία».

Η ευτυχία για την Τζένη Μπαλατσινού μοιάζει ταυτόσημη με την επιτυχία. Η ίδια έχει τον δικό της πολύ συγκεκριμένο ορισμό: «Επιτυχία είναι η αγάπη που μπορείς να αφήσεις πίσω σου.

Είναι η μόνη περιουσία που μπορείς να αφήσεις. Τίποτε άλλο. Και τα χρήματα καίγονται και το όνομα διαλύεται. Τι σημαίνει όνομα; Τι σημαίνει διάσημος; Μια ατέλειωτη λίστα πεθαμένων ανθρώπων είναι, ενώ η αγάπη... Να έχεις φύγει και να λένε “η μάνα μου έκανε ωραίο μουσακά, η μάνα μου καθάριζε το τζάμι τέλεια, η μάνα μου είχε μια ωραία αγκαλιά”. Αυτό θέλω». Τελικά, αν θα έπρεπε να ζυγίσει τα πράγματα, η ζωή της μέχρι τώρα ήταν καλύτερη, χειρότερη, διαφορετική απ’ ό,τι τη φανταζόταν μικρή; Για να απαντήσει επιστρατεύει έναν από τους ήρωες του Χαρούκι Μουρακάμι. «Η ζωή μου μέχρι στιγμής ήταν υπέροχη. Κι εγώ λέγομαι Χατζίμε που στα γιαπωνέζικα σημαίνει ξεκίνημα». Αν πάντως δεν ήταν η Χατζίμε, θα ήταν η Λούσι Μπολ, η αγαπημένη της κινηματογραφική ηρωίδα, όπως λέει.
Κλείσιμο
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Best of Network

Δείτε Επίσης