Μόλις ένα εικοσιτετράωρο απομένει μέχρι να ανοίξουν οι κάλπες στις
ΗΠΑ και στην αμερικανική πρωτεύουσα η προσοχή έχει στραφεί από τον Λευκό Οίκο στο Καπιτώλιο. Αύριο, Τρίτη 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί δεν θα εκλέξουν πρόεδρο, αλλά θα αποφασίσουν πόση εξουσία θα εξακολουθήσει να διαθέτει ο
Ντόναλντ Τραμπ στα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης θητείας του. Η αναμέτρηση για τον έλεγχο του
Κογκρέσου εξελίσσεται σε κρίσιμη πολιτική δοκιμασία τόσο για τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο όσο και για τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι αναζητούν την πρώτη μεγάλη εκλογική τους νίκη μετά την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία.
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις και τις αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν την Κυριακή στα μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης καταγράφει σημαντική πίεση προς τους
Ρεπουμπλικανούς. Οι
Δημοκρατικοί διεκδικούν την πλειοψηφία στη
Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ η μάχη για τη
Γερουσία διεξάγεται με διαφορετικούς πολιτικούς και εκλογικούς όρους. Οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να περιορίσουν τις απώλειες, διατηρώντας τη συσπείρωση της εκλογικής τους βάσης και παρουσιάζοντας την αναμέτρηση ως επιλογή ανάμεσα στη συνέχιση της πολιτικής Τραμπ και στην επιστροφή των Δημοκρατικών σε θέσεις εξουσίας.
Η ανάλυση που δημοσίευσε την Κυριακή το
Associated Press εστίασε στις πολιτικές συνέπειες των κυβερνητικών επιλογών και στο βάρος που αυτές δημιουργούν για τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους. Οι δασμοί, το κόστος ζωής, οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν και οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη λειτουργία της κυβέρνησης αποτελούν κεντρικά ζητήματα της προεκλογικής συζήτησης.
Οι Δημοκρατικοί, ωστόσο, αντιμετωπίζουν και μια δική τους πρόκληση. Η δυσαρέσκεια απέναντι στον πρόεδρο δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αποδοχή του προγράμματός τους. Η ηγεσία τους καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την αντίδραση προς τον Τραμπ σε σταθερή εκλογική στήριξη, ιδίως στις περιφέρειες και στις πολιτείες όπου οι ανεξάρτητοι ψηφοφόροι θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο.
Η οικονομία επιστρέφει στο επίκεντρο
Το σημαντικότερο πεδίο αντιπαράθεσης παραμένει η
οικονομία. Ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο το 2025 έχοντας επενδύσει πολιτικά στην υπόσχεση της οικονομικής ανάκαμψης, της προστασίας της αμερικανικής παραγωγής και της ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Σήμερα, η κυβέρνηση καλείται να υπερασπιστεί τις επιλογές της απέναντι στις ανησυχίες για το κόστος των καθημερινών αναγκών.
Οι Δημοκρατικοί έχουν επιλέξει να δώσουν ιδιαίτερο βάρος στις τιμές των τροφίμων, της ενέργειας και της στέγασης, αλλά και στο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης. Στόχος τους είναι να συνδέσουν τις οικονομικές δυσκολίες των νοικοκυριών με συγκεκριμένες αποφάσεις της κυβέρνησης.
Η
Washington Post, σε ανάλυση της προεκλογικής διαφημιστικής δραστηριότητας που δημοσιεύθηκε πριν από την αναμέτρηση, ανέδειξε την οικονομία ως ένα από τα κυρίαρχα θέματα της εκστρατείας. Οι δύο παρατάξεις επιχειρούν να πείσουν τους ψηφοφόρους με διαφορετική ερμηνεία για τις αιτίες των οικονομικών προβλημάτων και τις λύσεις που προτείνουν.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή των Αντιπροσώπων,
Χακίμ Τζέφρις, συνδέει την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης με την ανάγκη ενίσχυσης των κοινωνικών παροχών, προστασίας της υγειονομικής περίθαλψης και αυστηρότερου ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας.
Στον αντίποδα, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής,
Μάικ Τζόνσον, υπερασπίζεται τη φορολογική και οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική οικονομία χρειάζεται συνέχεια και σταθερότητα και όχι ανατροπή των κυβερνητικών επιλογών.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η εκλογική συμπεριφορά δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τους συνολικούς οικονομικούς δείκτες. Η προσωπική εμπειρία των ψηφοφόρων, το διαθέσιμο εισόδημα και η αίσθηση οικονομικής ασφάλειας επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν την κυβέρνηση. Και αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία της τελευταίας προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Ο πόλεμος στο Ιράν και οι αντιφάσεις του «Πρώτα η Αμερική»
Ο
πόλεμος στο Ιράν έχει προσθέσει μια σημαντική παράμετρο στην εκλογική εξίσωση. Η διαχείριση της σύγκρουσης, οι επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και το κόστος της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε οικοδομήσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του ταυτότητας στην υπόσχεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα απέφευγαν νέες παρατεταμένες στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό. Η εξέλιξη του πολέμου προσφέρει στους Δημοκρατικούς ένα επιχείρημα για να αμφισβητήσουν τη συνέπεια ανάμεσα στις προεκλογικές δεσμεύσεις και στις κυβερνητικές αποφάσεις.
Οι Ρεπουμπλικανοί, από την πλευρά τους, επικαλούνται την ανάγκη προστασίας των αμερικανικών συμφερόντων, την ασφάλεια των συμμάχων των ΗΠΑ και τη διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.
Η συζήτηση αγγίζει και το εσωτερικό του κινήματος
MAGA. Το σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» συγκέντρωσε ψηφοφόρους με διαφορετικές απόψεις για τον διεθνή ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Μεταξύ αυτών βρίσκονται τόσο υποστηρικτές μιας ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας όσο και πολίτες που αντιτίθενται στις μακροχρόνιες αμερικανικές εμπλοκές.
Η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις, την ώρα που οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να συνδέσουν την εξωτερική πολιτική με τις οικονομικές συνέπειες για τους Αμερικανούς πολίτες.
Η στρατηγική των Ρεπουμπλικανών: Μετανάστευση, ασφάλεια και ιδεολογική σύγκρουση
Η απάντηση του
Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη δημοκρατική εκστρατεία επικεντρώνεται σε ζητήματα που συνέβαλαν στην πολιτική επιστροφή του Τραμπ: τη μετανάστευση, την ασφάλεια των συνόρων, την εγκληματικότητα και την πολιτισμική αντιπαράθεση.
Ο πρόεδρος επιχειρεί να παρουσιάσει την αυριανή αναμέτρηση ως επιλογή ανάμεσα στη συνέχιση της πολιτικής του και σε μια ευρύτερη μετατόπιση προς την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι Ρεπουμπλικανοί αξιοποιούν την πολιτική παρουσία του δημάρχου της Νέας Υόρκης,
Ζόραν Μαμντάνι, επιχειρώντας να συνδέσουν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους με θέσεις της αμερικανικής Αριστεράς, ακόμη και όταν οι ίδιοι εκπροσωπούν πιο μετριοπαθείς πολιτικές τάσεις.
Ο
Μάικ Τζόνσον έχει επιλέξει να δώσει έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα στην αναμέτρηση, προειδοποιώντας για τις συνέπειες που, σύμφωνα με τους Ρεπουμπλικανούς, θα είχε μια δημοκρατική πλειοψηφία στο Κογκρέσο.
Η στρατηγική αυτή απευθύνεται πρωτίστως στους συντηρητικούς ψηφοφόρους και σε τμήματα των ανεξάρτητων που αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τις κοινωνικές και πολιτισμικές θέσεις της προοδευτικής πτέρυγας.
Η τελευταία ημέρα της εκστρατείας αποκτά επομένως ιδιαίτερη σημασία για τη συμμετοχή. Οι Ρεπουμπλικανοί χρειάζονται υψηλή κινητοποίηση των ψηφοφόρων που στήριξαν τον Τραμπ το 2024, ενώ οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να προσελκύσουν πολίτες που δεν συμμετέχουν με την ίδια συχνότητα στις ενδιάμεσες εκλογές.
Οι δημοσκοπήσεις και η μάχη των δύο σωμάτων
Στον εθνικό μέσο όρο των
δημοσκοπήσεων που είχε καταγραφεί την Κυριακή από το
RealClearPolling, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονταν στο 51,5% και οι Ρεπουμπλικανοί στο 43,1%, με διαφορά 8,4 ποσοστιαίων μονάδων. Πρόκειται για μέτρηση της γενικής πρόθεσης ψήφου και όχι για απευθείας πρόβλεψη της κατανομής των εδρών.
Στη
Βουλή των Αντιπροσώπων ανανεώνονται και οι 435 έδρες. Η οριακή κοινοβουλευτική ισορροπία καθιστά ιδιαίτερα σημαντικές τις αναμετρήσεις σε περιφέρειες όπου η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων είναι μικρή.
Η
Γερουσία ακολουθεί διαφορετική εκλογική λογική. Οι Ρεπουμπλικανοί εισήλθαν στον εκλογικό κύκλο με 53 έδρες, έναντι 47 της δημοκρατικής παράταξης, συμπεριλαμβανομένων δύο ανεξάρτητων γερουσιαστών που συνεργάζονται με τους Δημοκρατικούς.
Στις φετινές εκλογές κρίνονται 35 έδρες. Για να εξασφαλίσουν τον έλεγχο του σώματος, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών, καθώς σε περίπτωση ισοψηφίας 50-50 η καθοριστική ψήφος ανήκει στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς.
Η αριθμητική αυτή εξηγεί γιατί οι εθνικές δημοσκοπήσεις δεν αρκούν για να περιγράψουν την πραγματική μάχη. Στη Γερουσία οι υποψήφιοι κρίνονται ξεχωριστά σε κάθε πολιτεία, όπου οι τοπικές πολιτικές ισορροπίες μπορούν να αποκλίνουν σημαντικά από την εθνική εικόνα.
Οι πολιτείες που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον
Στο
Τέξας, η αναμέτρηση ανάμεσα στον Δημοκρατικό
Τζέιμς Ταλαρίκο και τον Ρεπουμπλικανό
Κεν Πάξτον έχει αποκτήσει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διευρύνουν την απήχησή τους σε μια πολιτεία με ισχυρή συντηρητική παράδοση, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί επιδιώκουν να διατηρήσουν τη συσπείρωση της βάσης τους.
Στο
Μέιν, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής
Σούζαν Κόλινς αντιμετωπίζει τον Δημοκρατικό
Τρόι Τζάκσον. Η Κόλινς έχει διαμορφώσει επί χρόνια ένα πιο μετριοπαθές προφίλ σε σύγκριση με άλλους Ρεπουμπλικανούς, γεγονός που καθιστά την αναμέτρηση χαρακτηριστική της προσπάθειας του κόμματος να διατηρήσει την παρουσία του σε πολιτείες που δεν ταυτίζονται σταθερά με την πολιτική του Τραμπ.
Στο
Μίσιγκαν, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη βιομηχανική οικονομία, στην απασχόληση, στις εμπορικές πολιτικές και στις κοινωνικές ομάδες που επηρεάζονται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Η
Βόρεια Καρολίνα, το
Οχάιο και η
Αλάσκα αποτελούν επίσης σημαντικά πεδία της μάχης για τη Γερουσία, ενώ οι αναμετρήσεις σε πολιτείες όπως η
Αϊόβα και το
Κάνσας παρακολουθούνται ως ενδείξεις της γεωγραφικής έκτασης της εκλογικής μετατόπισης.
Στο
Νιου Χάμσαϊρ, η υποψηφιότητα του ελληνοαμερικανού Δημοκρατικού
Κρις Πάπας απέναντι στον πρώην Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή
Τζον Σουνούνου προσθέτει και ένα ξεχωριστό ελληνικό ενδιαφέρον.
Το αποτέλεσμα σε αυτές τις πολιτείες θα επηρεάσει όχι μόνο την κομματική σύνθεση της Γερουσίας, αλλά και την εσωτερική ισορροπία δυνάμεων στα δύο κόμματα.
Τα τρία σενάρια της επόμενης ημέρας
Το
πρώτο σενάριο προβλέπει την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Δημοκρατικούς και τη διατήρηση της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς.
Σε αυτή την περίπτωση, ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει σημαντικά θεσμικά στηρίγματα, αλλά η νομοθετική του ατζέντα θα αντιμετωπίσει μεγαλύτερες δυσκολίες. Η Βουλή θα μπορεί να ξεκινήσει κοινοβουλευτικές έρευνες, να καλέσει κυβερνητικούς αξιωματούχους σε ακροάσεις και να ασκήσει πίεση μέσω της διαδικασίας έγκρισης των ομοσπονδιακών δαπανών.
Ο Χακίμ Τζέφρις θα μπορούσε να αναλάβει την προεδρία της Βουλής, αποτελώντας τον πρώτο Αφροαμερικανό που θα κατείχε τη συγκεκριμένη θέση.
Το
δεύτερο σενάριο αφορά την επικράτηση των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητα του Λευκού Οίκου να προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες χωρίς διακομματική συνεννόηση.
Η Γερουσία θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία λόγω των αρμοδιοτήτων της στην επικύρωση κυβερνητικών και δικαστικών διορισμών. Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί θα είχαν τη δυνατότητα να ενισχύσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της κυβέρνησης.
Το
τρίτο σενάριο είναι η διατήρηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων από τους Ρεπουμπλικανούς. Σε αυτή την περίπτωση, ο Τραμπ θα διατηρούσε ευνοϊκότερες συνθήκες για την προώθηση της νομοθετικής του ατζέντας και θα ενίσχυε τη θέση του στο εσωτερικό του κόμματος.
Ανεξάρτητα από την τελική κατανομή των εδρών, η αυριανή αναμέτρηση θα επηρεάσει και τη διαδικασία διαμόρφωσης των προεδρικών υποψηφιοτήτων για το 2028. Οι Δημοκρατικοί θα αξιολογήσουν την αποτελεσματικότητα της αντιπολιτευτικής τους στρατηγικής, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί θα εξετάσουν κατά πόσον η πολιτική συμμαχία που συγκρότησε ο Τραμπ εξακολουθεί να κινητοποιείται όταν ο ίδιος δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο.
Η ελληνική εξίσωση: Η Αθήνα, το Κογκρέσο και η Τουρκία
Για την
Ελλάδα, η σημασία των ενδιάμεσων εκλογών ξεπερνά την εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σύνθεση του νέου Κογκρέσου θα επηρεάσει τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς σε ζητήματα που συνδέονται άμεσα με την ελληνική εξωτερική πολιτική και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Αθήνα έχει επενδύσει διαχρονικά στη διατήρηση διακομματικών σχέσεων με μέλη της Βουλής και της Γερουσίας. Η στρατηγική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η αμερικανική εξωτερική πολιτική διαμορφώνεται από έναν πρόεδρο που αποδίδει μεγάλο βάρος στις προσωπικές σχέσεις με ξένους ηγέτες και στη διμερή διαπραγμάτευση.
Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις αποτελούν ένα από τα βασικά πεδία ελληνικού ενδιαφέροντος. Η προοπτική επανένταξης της
Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, οι κυρώσεις που συνδέονται με την αγορά των ρωσικών S-400, οι εξοπλιστικές συμφωνίες και οι αμερικανικές επιλογές στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ζητήματα στα οποία το Κογκρέσο διαθέτει δυνατότητες παρέμβασης.
Η επιρροή του δεν είναι απεριόριστη. Ο Λευκός Οίκος εξακολουθεί να έχει καθοριστικό ρόλο στη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής. Ωστόσο, η νομοθετική εξουσία μπορεί να ασκήσει πίεση, να επιβάλει προϋποθέσεις σε συγκεκριμένες αποφάσεις και να επηρεάσει την κατανομή αμυντικών κονδυλίων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και
η παρουσία πολιτικών ελληνικής καταγωγής.
Ο Δημοκρατικός
Κρις Πάπας διεκδικεί την εκλογή του στη Γερουσία από το Νιου Χάμσαϊρ. Μια ενδεχόμενη εκλογή του θα ενίσχυε την εκπροσώπηση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας στο ανώτερο νομοθετικό σώμα.
Η
Ντίνα Τάιτους, Δημοκρατική βουλευτής από τη Νεβάδα, παραμένει ενεργή σε ζητήματα ελληνικού και κυπριακού ενδιαφέροντος, ενώ η συμμετοχή της στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων αποκτά πρόσθετη σημασία σε περίπτωση αλλαγής της πλειοψηφίας στη Βουλή.
Στη ρεπουμπλικανική πλευρά, ο
Γκας Μπιλιράκης από τη Φλόριντα αποτελεί έναν από τους σταθερότερους υποστηρικτές των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Η
Νικόλ Μαλλιωτάκη από τη Νέα Υόρκη διατηρεί επίσης σημαντική πολιτική παρουσία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Το ελληνικό ενδιαφέρον επεκτείνεται και σε άλλους πολιτικούς ελληνικής καταγωγής, μεταξύ των οποίων ο
Μάικ Χαριδόπουλος και ο
Τζίμι Πατρώνης στη Φλόριντα.
Η ουσία, πάντως, δεν βρίσκεται αποκλειστικά στον αριθμό των ελληνοαμερικανών βουλευτών. Μεγαλύτερη σημασία έχει η συμμετοχή τους στις επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων, Ενόπλων Δυνάμεων και Πιστώσεων, αλλά και η δυνατότητά τους να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας με την ηγεσία των δύο κομμάτων.
Μια δημοκρατική πλειοψηφία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένο κοινοβουλευτικό έλεγχο της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, αυτομάτως αυστηρότερη στάση απέναντι στην Άγκυρα. Αντίστοιχα, η διατήρηση της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας δεν σημαίνει ότι οι ελληνικές θέσεις θα στερούνται υποστήριξης.
Η ελληνική διπλωματία έχει συμφέρον να διατηρήσει ισχυρούς διαύλους και στις δύο πλευρές, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές επιλογές για τη Μέση Ανατολή, την Τουρκία, την Ουκρανία και το ΝΑΤΟ επηρεάζουν άμεσα το περιβάλλον ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η επόμενη ημέρα της Ουάσιγκτον
Το αποτέλεσμα των αυριανών εκλογών δεν θα αλλάξει τον ένοικο του Λευκού Οίκου. Θα καθορίσει, όμως, τις πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες ο Ντόναλντ Τραμπ θα ολοκληρώσει τη δεύτερη θητεία του.
Μια αλλαγή πλειοψηφίας στη Βουλή θα επανέφερε την ανάγκη διαπραγμάτευσης με την αντιπολίτευση σε σημαντικά νομοθετικά ζητήματα. Μια αντίστοιχη αλλαγή στη Γερουσία θα επηρέαζε επιπλέον τις διαδικασίες διορισμών και την άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η διατήρηση των σημερινών συσχετισμών θα επέτρεπε στους Ρεπουμπλικανούς να συνεχίσουν με μεγαλύτερη θεσμική συνοχή την κυβερνητική τους ατζέντα.
Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να μετατρέψουν τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και τις κυβερνητικές επιλογές σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να αποδείξουν ότι η εκλογική βάση του Τραμπ παραμένει ισχυρή και ότι το πολιτικό του πρόγραμμα εξακολουθεί να διαθέτει ευρεία υποστήριξη.
Για την Ουάσιγκτον, η Τρίτη αποτελεί την πρώτη μεγάλη εκλογική αποτίμηση της δεύτερης προεδρίας Τραμπ. Για τα δύο κόμματα, θα αποτελέσει επίσης αφετηρία της πολιτικής διαδρομής προς το 2028.
Και για την Ελλάδα, το αποτέλεσμα θα δείξει με ποιους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς θα χρειαστεί να εργαστεί η Αθήνα τα επόμενα δύο χρόνια, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών - Τουρκίας παραμένουν κρίσιμες για τα ελληνικά συμφέροντα.