Αττίκ: Από την Αίγυπτο και τη θρυλική «Μάνδρα» στους μεγάλους έρωτες, τον άγριο ξυλοδαρμό και το τραγικό τέλος
Σαν σήμερα, πριν 82 χρόνια, φεύγει από τη ζωή ο καλλιτέχνης που κατάφερε να ταυτίσει το όνομά του με το ελληνικό ελαφρό τραγούδι - Πώς «γεννήθηκαν» τα τραγούδια «Είδα μάτια» και «Ζητάτε να σας πω» - Γιατί απαρνήθηκε το όνομά του και «βαφτίστηκε» Αττίκ
Με στίχους πλημμυρισμένους από ποίηση και ευαισθησία, μελωδίες φινετσάτες και μελαγχολικές, αλλά και με ένα εκρηκτικό ταμπεραμέντο, ο Αττίκ κατάφερε να ταυτίσει το όνομά του με το ελληνικό ελαφρό τραγούδι, μετατρεπόμενος στον απόλυτο εκφραστή της παλιάς Αθήνας. Σαν σήμερα, πριν 82 χρόνια και συγκεκριμένα, στις 29 Αυγούστου 1944, ο Αττίκ έγραψε την τελευταία παρτιτούρα της ζωής του βυθισμένος στην κατάθλιψη και θυμίζοντας σκιά του παλιού του εαυτού.
Ποια ήταν όμως η πορεία ζωής του Κλέωνα Τριανταφύλλου που «γέννησε» τον Αττίκ, έζησε παθιασμένους έρωτες, τους μετέτρεψε σε μουσική, δημιούργησε την θρυλική «Μάνδρα» και βίωνε όλα του τα συναισθήματα απόλυτα;
Καθημερινότητα οι Τέχνες από μικρή ηλικία
Πίσω από το λαμπερό ψευδώνυμο «Αττίκ» βρισκόταν ο Κλέων Τριανταφύλλου ο οποίος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1885 στο Ζαγαζίκ της Αιγύπτου από Έλληνες γονείς. Ο πατέρας του, Δημήτριος, ήταν ένας βαθύπλουτος βαμβακοπαραγωγός και έμπορος, ενώ η μητέρα του, Εριθέλγη, κόρη του γιατρού και ριζοσπάστη βουλευτή Κυθήρων στην Ιόνιο Βουλή, Δημητρίου Ραπτάκη και της Κλεοπάτρας Κορωναίου, ήταν μια γυναίκα απαράμιλλης καλλιέργειας και γλωσσομάθειας.
Ο Αττίκ μεγάλωσε σε αρχοντικό περιβάλλον και το πάθος για τις τέχνες ήταν καθημερινότητα για όλα τα μέλη της οικογένειας. Μάλιστα, οι φήμες θέλουν τη μητέρα του, να έχει φτάσει σε σημείο να νοικιάσει ολόκληρο σιδηροδρομικό συρμό για την οικογένεια και το υπηρετικό προσωπικό, κάνοντας ένα ταξίδι-αστραπή στο Παρίσι μόνο και μόνο για να παρακολουθήσουν τον Enrico Caruso στην Όπερα του Παρισιού καθώς το να ακούσει κάποιος τη θρυλική φωνή του αποτελούσε το απόλυτο κοσμικό και καλλιτεχνικό γεγονός στην Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα.
Η προσπάθεια να ασχοληθεί με τη Νομική
Καλλιτεχνικό πνεύμα, ο νεαρός Κλέωνας έμαθε πιάνο και φλάουτο, το οποίο τελειοποίησε στο Ωδείο Αθηνών, ενώ παράλληλα σκάρωνε από νωρίς τα πρώτα του στιχάκια. Ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του, το 1893 άλλαξε τις ισορροπίες στην οικογένεια, η οποία εγκατέλειψε την Αίγυπτο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Ο Κλέωνας, τότε, αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στη Νομική Σχολή Αθηνών όπου και φοίτησε. Το 1907 έφυγε με τον αδελφό του για το Παρίσι, προοριζόμενος για μια λαμπρή διπλωματική καριέρα στις πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Η μοίρα του όμως ήταν άλλη και ήταν γραμμένη με νότες στο πεντάγραμμο.
Έτσι, εγκατέλειψε τις επιστήμες για να γραφτεί στο Ωδείο του Παρισιού (Conservatoire de Paris), όπου μαθήτευσε δίπλα σε μεγαθήρια όπως ο Gabriel Fauré, ο Camille Saint-Saëns και ο Émile Pessard. Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε και άνθισε κατά τη διάρκεια της Μπελ Επόκ ενώ υπέγραψε συμβόλαιο με τον εκδοτικό οίκο Editions Universelles ως ένας από τους τέσσερις μόνιμους συνθέτες του.
Κλείσιμο
Πώς «γεννήθηκε» ο Αττίκ
Το όνομα Κλέωνας Τριανταφύλου ήταν δύσκολο για τους Γάλλους συναδέλφους του οι οποίοι δεν παρέλειπαν να τον πειράζουν λόγω του επωνύμου του, καθώς η κατάληξη «φύλλου» στα γαλλικά παραπέμπει στον μπαγαπόντη. Τότε, εκείνος έψαξε να βρει ένα πιο σύντομο όνομα, το οποίο να έχει «άρωμα» Ελλάδας και να διαβάζεται στα λατινικά. Μετά από σκέψη, κατέληξε στο «Αττίκ».
Οι τραγωδίες και οι γυναίκες που τον σημάδεψαν
Οι φήμες ήθελαν τον Αττίκ να είναι άστατος και να έχει αρκετές σχέσεις κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ο ίδιος όμως ήταν βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος ο οποίος είχε πάθος με τον έρωτα, γι' αυτό και τον τραγούδησε άπειρες φορές και με κάθε ευκαιρία.
Τον πρώτο του γάμο, ο Αττίκ τον τέλεσε το 1909 σε ηλικία 24 ετών με τη γαλλοπολωνέζα Μαρί-Έλεν. Αυτός ο γάμος έμελλε να σημαδευτεί από μια ανείπωτη τραγωδία. Το ζευγάρι απέκτησε ένα παιδάκι το οποίο σε ηλικία μόλις ενός έτους πέθανε. Έξι μήνες μετά, η σύζυγός του, μη μπορώντας να διαχειριστεί το βάρος της απώλειας, φεύγει και εκείνη από τη ζωή.
Λίγο αργότερα, μπαίνει στη ζωή του η ηθοποιός, ποιήτρια και εκδότρια Μαρίκα Φιλιππίδου, ο οποίος ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής του και για εκείνη έγραψε το θρυλικό τραγούδι «Είδα μάτια». Το 1910 οι δυο τους παντρεύτηκαν και έμειναν μαζί μέχρι το 1914 οπότε εκείνη τον εγκατέλειψε για χάρη του αξιωματικού Σταμάτη Μερκούρη (πατέρα της Μελίνας Μερκούρη). Ο χωρισμός ήταν αβάσταχτος για τον Αττίκ που βυθίστηκε στη θλίψη.
Όμως, ούτε με τον τρίτο γάμο του στάθηκε τυχερός. Ο Αττίκ, εργάστηκε ως ηθοποιός σε θιάσους και έκανε περιοδείες ανά τον κόσμο. Σε μια από τις περιοδείες του στην Αγία Πετρούπολη το 1917, λίγες μέρες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, έπαιξε στο τσαρικό παλάτι όπου γνώρισε την Σούρα, μια πανέμορφη και γοητευτική Ρωσίδα χορεύτρια. Εκείνη, τον ικέτεψε να την πάρει μαζί του όταν η κατάσταση στη χώρα έγινε εκρηκτική. Με τις πληγές ακόμα ανοιχτές, από τους δύο προηγούμενους γάμους του, ο Αττίκ αρχικά δίστασε, φοβούμενος όμως για τη ζωή της και το μέλλον της, τελικά δέχθηκε. Οι δυο τους ήρθαν στην Ελλάδα όπου το 1926 παντρεύτηκαν. Ο καλλιτέχνης όμως, ήταν τόσο αφοσιωμένος στο θέατρο και στο κοινό του με αποτέλεσμα να παραμελεί την Σούρα η οποία ερωτεύτηκε τον Θόδωρο Άγγλο και ξεκίνησαν παράνομη σχέση.
Μια μέρα, ο Αττίκ είδε το παράνομο ζευγάρι να κάθεται σε ένα καφενεδάκι. Όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους, πάνω στο τραπέζι ένα ματσάκι γιασεμιά, από αυτά που βλέπουμε στις ελληνικές ταινίες να πουλούν τα παιδιά στους δρόμους για μια δραχμή. Ο συνθέτης, με την λύπη να έχει χαραχτεί στο πρόσωπό του, πλησίασε και πήρε από το τραπέζι τα λουλούδια. Λίγο καιρό αργότερα, συγχώρεσε την σύζυγό του για την απιστία της και έζησαν μαζί μέχρι το τέλος.
Το 1930, ο Αττίκ σταματά τις περιοδείες και επιστρέφει μόνιμα στην Ελλάδα για να στηρίξει τη μητέρα του αφού η οικογένειά του είχε ξεκινήσει να έχει οικονομικές δυσκολίες ενώ η αδελφή του, η Νόρα, είχε αρρωστήσει βαριά.
Η «Μάνδρα του Αττίκ» που έγινε το νέο στέκι
Γαλλομαθής και εκλεπτυσμένος, έγινε αμέσως το αγαπημένο παιδί των κοσμικών κύκλων. Το 1931, οδηγούμενος από τη «ρωμαίικη μανία για το διευθυντηλίκι», το πείσμα του όταν αρνήθηκαν να του δώσουν την αμοιβή που ζητούσε στην «Όαση» του Ζαππείου, αλλά κυρίως από την επιθυμία να δημιουργήσει ένα πρωτότυπο θεατράκι στα χνάρια των παρισινών cabarets της Μονμάρτης, όπως είχε εξομολογηθεί ο ίδιος, γέννησε τη θρυλική «Μάνδρα του Αττίκ».
Στεγασμένη αρχικά στην οδό Μηθύμνης στην Πλατεία Αγάμων (σήμερα πλατεία Αμερικής), η Μάνδρα περιόδευε το χειμώνα σε όλη την Ελλάδα, μέχρι που βρήκε μόνιμη στέγη στην ταβέρνα «Μονμάρτη», στη διασταύρωση των οδών Αχαρνών και Ηπείρου.
Τι ήταν όμως η Μάνδρα;
Όπως έγραφε ο ίδιος ο Αττίκ, η Μάνδρα ήταν: «Πολλές σανίδες, λίγη μπογιά και αρκετή πρωτοπορία. Ένα ξύλινο παράπηγμα-σκηνή, ύψους έξι-επτά μέτρων, και δίπλα η αυλόπορτα-είσοδος. Στον δρόμο η πρόσοψη παριστάνει ένα φτωχικό διώροφο σπιτάκι με ζωγραφισμένα πορτοπαράθυρα».
Η μούσα του, η Δανάη Στρατηγοπούλου, είχε περιγράψει: «Λίγο Παρίσι, λίγη Ανατολή, κάμποση Αθήνα και πολύς Αττίκ. Συνδύαζε τη ρετσίνα και τη σαμπάνια, το αττικόν άλας με τη γαλατική φινέτσα».
Στο χώρο δέσποζαν επιγραφές, άλλες έξυπνες κι άλλες επίτηδες κακογραμμένες, όπως το περίφημο: «Απαγορεύεται να ανεβαίνετε στον κάλο του γείτονά σας για να βλέπετε καλύτερα», ενώ μια πελώρια επιγραφή εξόρκιζε τους θεατές να αγαπούν τα ζώα, τον Αττίκ και αλλήλους.
Φυσικά υπήρχε και το περίφημο «κουτί παραπόνων». Εκεί το κοινό, προστατευμένο από την ανωνυμία, έριχνε γράμματα με ό,τι επιθυμούσε. Στο δεύτερο μέρος της παράστασης που διαρκούσε δύο ώρες, ο Αττίκ ανέβαινε στη σκηνή, έπαιρνε τις επιστολές και τις διάβαζε απροετοίμαστος, προκαλώντας πανδαιμόνιο και αυθόρμητα γέλια στην πλατεία.
Η Μάνδρα έφερε νέα αισθητική στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας και ανέδειξε σπουδαία ταλέντα, όπως την Καλή Καλό, την Καίτη Ντιριντάουα, τον Ορέστη Λάσκο και τον Μίμη Τραϊφόρο.
Τραγουδιστές, παρουσιαστές, μίμοι και ερασιτέχνες μουσικοί πέρασαν από την Μάνδρα. Συνδετικός κρίκος όλων ήταν ο Αττίκ ο οποίος επιζητούσε την συμμετοχή του κοινού και συνόδευε τα νούμερα με το πιάνο του και το χαρακτηριστικό του σφύριγμα. Είχε την σπάνια ικανότητα να σφυρίζει ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικές νότες, και ο ήχος του ακουγόταν σαν κελάηδισμα.
Πώς γεννήθηκε το «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες»
Ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Αττίκ, το «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες», γεννήθηκε τη δεκαετία του ’30, όταν η σύζυγός του Σούρα κινδύνεψε από τύφο. Ο συνθέτης είχε γράψει το κομμάτι, αλλά δυσκολευόταν να βρει ένα δισύλλαβο λουλούδι για να συμπληρώσει τον στίχο «μαραμένα τα γιούλια και οι…». Τη λύση έδωσε το ίδιο το κοινό σε μια περιοδεία του στη Σάμο ή τη Μυτιλήνη, όταν ένας θεατής φώναξε από το βάθος «κι οι βιόλες!», δένοντας αριστουργηματικά με τη φράση «κι οι ελπίδες μου όλες». Το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1935 με την Κάκια Μένδρη και σφραγίστηκε αργότερα από την Ελίζα Μαρέλλη και τη Δανάη Στρατηγοπούλου.
Μέσα σε δέκα λεπτά γράφτηκε το «Ζητάτε να σας πω»
Στη Μάνδρα γράφτηκε και μία από τις πιο συγκινητικές ιστορίες του ελληνικού τραγουδιού. Ένα βράδυ, ανάμεσα στο κοινό που παρακολουθούσε την παράσταση ήταν και η πρώην σύζυγός και μεγάλος έρωτας του Αττίκ, η Μαρίκα Φιλιππίδου με τον νέο της σύζυγο. Το κοινό την αναγνώρισε και άρχισε να ζητάει από τον καλλιτέχνη να πει το τραγούδι που είχε γράψει για εκείνη, το «Είδα μάτια». Ο θρύλος, λέει, πως ο Αττίκ, αφού τελείωσε το πρώτο μέρος της παράστασης, έφυγε από την σκηνή, πήγε στα παρασκήνια και μετά από δέκα λεπτά επέστρεψε κρατώντας ένα χαρτί στο οποίο είχε αποτυπώσει σε στίχους την πληγωμένη του ψυχή.
Αφού το κοινό του ζήτησε ξανά να τραγουδήσει το «Είδα μάτια», εκείνος απάντησε καθισμένος στο πιάνο, τραγουδώντας για πρώτη φορά το «Ζητάτε να σας πω».
Η άγρια επίθεση την ώρα της παράστασης
Ο Αττίκ σατίριζε τους πάντες, τον εαυτό του, τους θεατές, αλλά και τα πολιτικά πρόσωπα της εποχής, όπως ο Βενιζέλος, ο Μεταξάς και ο Τσαλδάρης.
Η ανιψιά του, Πέλεια στην εκπομπή «Ιχνηλάτες» της ΕΡΤ το 2001, είχε πει για τον θείο της πως αν και ήταν «φοβερά φιλελεύθερος και βενιζελικός μέχρι εκεί που δεν πήγαινε», παραδόξως αποτελούσε και το «ανφάν γκατέ της βασιλικής αυλής».
Σε μια περίοδο οξυμένων πολιτικών παθών ανάμεσα σε Βασιλικούς και Βενιζελικούς, το βράδυ της 26ης Ιουλίου 1935, την ώρα της παράστασης, τρεις στρατιώτες σηκώθηκαν από την πλατεία. Οι θεατές υπέθεσαν ότι κατευθύνονταν στο κουτί των παραπόνων. Εκείνοι όμως προσπέρασαν το κουτί, ανέβηκαν στη σκηνή, πέταξαν κάτω τον Αττίκ και άρχισαν να τον χτυπούν με μανία. Αφορμή για την συγκεκριμένη επίθεση, ήταν ένα σατιρικό τραγούδι κατά του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη με θέμα την ενδεχόμενη παλινόρθωση της βασιλείας.
Η πρώτη αντίδραση του κοινού ήταν να σαστίσει, γρήγορα όμως ανέβηκαν στην σκηνή για να σώσουν τον Αττίκ από τη δολοφονική μανία των επιτιθέμενων.
Μάλιστα, λέγεται, πως ένας από τους επιτιθέμενους, βλέποντας πως το κοινό υπερτερούσε αριθμητικά, έβγαλε περίστροφο και ούρλιαξε: «Μη πειράξετε τους φαντάρους γιατί σας σκότωσα όλους! Εμείς θα τον φέρουμε τον Βασιλιά!», πυροβολώντας στον αέρα για να διευκολύνει τη φυγή των ανδρών του.
Μετά την επίθεση, ο Αττίκ δήλωνε στον Τύπο της εποχής πως: «Δεν φοβήθηκα ποτέ επίθεση, γιατί τα τραγουδάκια μου είναι υπερβολικά αθώα και μόνο τον γέλωτα προκαλούν».
Η αρχή του τέλους
Το 1940, αρχίζει να γράφεται το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του Αττίκ αφού πεθαίνει η μητέρα του και λόγω της μεγάλης αδυναμίας που της είχε, η δημιουργική του διάθεση χάνεται. Το μόνο που καταφέρνει, είναι να γράψει ένα τελευταίο τραγούδι αφιερωμένο σε εκείνη.
Παρατηρώντας τα πουλιά πάνω στα καλώδια του ρεύματος, τα φαντάστηκε σαν νότες πάνω σε πεντάγραμμο και έγραψε το τελευταίο του τραγούδι με τον τίτλο «Χωρίς εσένα» σύμφωνα με την ανιψιά του και αφήγησή της στο περιοδικό «Κ».
«Είδες που μπορείς να ξανασυνθέσεις;» του είπε τότε ο αδερφός του και η απάντηση του Αττίκ, έκρυβε μόνο πόνο για την απώλεια που ζούσε: «Ναι, αλλά δεν έχω διάθεση, δεν θέλω. Αυτό το έκανα για τη μητέρα».
Η Κατοχή αλλά και οι θηριωδίες του ναζισμού λύγισαν οριστικά τον ευαίσθητο δημιουργό. Το 1944 πρωταγωνίστησε στην ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, μια ταινία με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Κουρασμένος, υπερβολικά μελοδραματικός και καταβεβλημένος, ο Αττίκ της οθόνης ελάχιστα θύμιζε τον δυναμικό και παιχνιδιάρη δημιουργό της Μάνδρας.
Λίγο πριν το θάνατό του, είχε σημειωθεί και ένα επεισόδιο με Γερμανό στρατιώτη το οποίο τσάκισε την αξιοπρέπεια του Αττίκ. Ενώ οδηγούσε το ποδήλατό του, φέρεται να χτύπησε τον Γερμανό ο οποίος αντέδρασε με βίαια γρονθοκοπήματα κατά του καλλιτέχνη.
«Και τότε αισθάνεται ότι είναι πια ο αδύνατος. Ο ξοφλημένος άνθρωπος» θα πει η ανιψιά του στην τηλεόραση της ΕΡΤ.
Το μοιραίο βράδυ
Βυθισμένος σε βαριά κατάθλιψη, ο Αττίκ κάθε βράδυ που επέστρεφε στο σπίτι του, για να μπορέσει να κοιμηθεί έπαιρνε ηρεμιστικό. Το μοιραίο βράδυ, είτε από την απελπισία της χαμένης του αξιοπρέπειας είτε κατά λάθος, πήρε μεγαλύτερη ποσότητα. Και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Ήταν 29 Αυγούστου του 1944 και ο Αττίκ ήταν μόλις 59 ετών.
Τα Ελληνικά Κολλέγια αποτελούν μια σύγχρονη εκπαιδευτική επιλογή για νέους που θέλουν να χτίσουν το επαγγελματικό τους μέλλον, παραμένοντας στον τόπο τους.
Η εταιρεία αναλαμβάνει Ονομαστικός Χορηγός της διοργάνωσης, επενδύοντας στην αναβάθμιση της εμπειρίας γύρω από το Κύπελλο και στη δημιουργία νέων δράσεων και περιεχομένου για τους φιλάθλους