Πασχάλης Τερζής, ο 21χρονος πρωταγωνιστής του Δημήτρη Παπαϊωάννου που έπαιξε στη Λυρική: «Μου έμαθε πράγματα που μπορεί να μάθαινα και σε 10 χρόνια»
Οι σπουδές στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, η πρώτη επαγγελματική παράσταση στα 14 και ο ρόλος που αποτέλεσε σημαντικό σημείο καμπής στη μέχρι σήμερα πορεία του ηθοποιού
«Από πολύ μικρός χανόμουν σε κόσμους. Αυτό κάνω και τώρα, απλά αντί για το παιδικό μου δωμάτιο, το κάνω στη Λυρική Σκηνή με τον Παπαϊωάνου» θα μου πει ο Πασχάλης Τερζής, που σε ηλικία μόλις 21 ετών βρέθηκε να παίζει σε μία παράσταση σύμβολο, το «Ρέκβιεμ για το Τέλος του Έρωτα», με καθοδηγητή έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες σκηνοθέτες - χορογράφους και όπλο του, όχι το επώνυμό του ή όποια παρακαταθήκη κουβαλάει, αλλά μία ορμή που τον ωθεί να δοκιμάζει τα όριά του και να εξερευνά καλλιτεχνικά μονοπάτια, που ούτε ο ίδιος είχε φανταστεί.
Πριν ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, αποφάσισε να στείλει το βιογραφικό του, όταν πληροφορήθηκε, ότι ο Δημήτρης Παπαϊωάννου αναζητούσε performers για τη νέα του παραγωγή. «Μα τι θα κάνω εγώ εκεί;» σκέφτηκε για λίγο, στη συνέχεια όμως μία εσωτερική πίστη στις δυνατότητές του, τον έφερε στο σήμερα: να κλέβει τις εντυπώσεις παίζοντας μεταξύ των 49 συναδέλφων του στην κεντρική αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σε μία αριστουργηματική performance-installation. Αυτή και μόνο η στιγμή στην πορεία του - χωρίς να υποβιβάζει όσα έχει προλάβει να κάνει ένα τόσο νεαρό παιδί πριν από το «Ρέκμβιεμ» - δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει προσδοκίες για τη συνέχειά του.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, όπως τα διηγείται ο ίδιος στο protothema, και όχι όπως βιαστικά θα έκρινε κανείς, σκεπτόμενος ότι οι ρίζες του - και ειδικότερα το όνομα του παππού του, Πασχάλη Τερζή - είναι αυτό που τον φέρνει και εκείνον μπροστά από τα φώτα, στον χώρο του θεάματος. Ο 21χρονος ηθοποιός κάθε άλλο παρά να πατήσει σε ένα όνομα ψάχνει. Με σεβασμό στην ιστορία του ονόματός του, και μια ματιά που επικεντρώνεται στην ουσία της οικογένειας, και όχι στις ταμπέλες, κυνηγάει τα όνειρά του, με την ανάγκη να απασχολεί και να εκφράζεται μέσα από την τέχνη του, και μόνο.
Η σχέση του με τον αξεπέραστο για τον κόσμο τραγουδιστή είναι αυτή, που κάθε εγγόνι θα ήθελε να έχει με τον παππού του. Δεν επηρεάζεται από τη λάμψη του ονόματος, αντίθετα εμμένει στην προσωπικότητα και στην καλλιτεχνική υπόσταση του Πασχάλη Τερζή, εστιάζοντας σε αυτές από μία διαφορετική, πιο προσωπική σκοπιά: «Ο παππούς μου, ο Πασχάλης, είναι ένας απ' τους άνθρωπος που με έκανε να καταλάβω τι σημαίνει ανιδιοτελής αγάπη. Με λόγια, αλλά κυρίως με πράξεις, μας δείχνει καθημερινά ότι βάζει τα εγγόνια του πάνω κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Το μεγαλείο της καλλιτεχνικής του φύσης το συνειδητοποίησα πραγματικά όταν κατάλαβα πως, παρ' όλο που δεν γνωρίζει να διαβάζει νότες, διαθέτει μια εξαιρετική μουσική αντίληψη. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους, που δεν γνώριζαν μουσική… την κουβαλούσαν από πάντα μέσα τους».
Κλείσιμο
Η πρώτη παράσταση στα 14, η Ρούλα Πατεράκη και οι σπουδές στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
Ο Πασχάλης Τερζής ασχολείται με τη μουσική από μικρή ηλικία, καθώς φοίτησε στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, ανέπτυξε ενδιαφέρον για τη σκηνοθεσία, την υποκριτική και τον χορό, αντιμετωπίζοντας το θέατρο ως παιχνίδι, καθώς όπως τονίζει «κανείς δεν λέει κάνω θέατρο, αλλά παίζω θέατρο».
Αν και φλερτάρει με διάφορα καλλιτεχνικά μονοπάτια, όταν τον ρωτάς ποια είναι η επαγγελματική του ιδιότητα σου λέει «είμαι ηθοποιός». Η πρώτη επαφή με την υποκριτική και η ανάγκη να μπαίνει σε ρόλους, εμφανίστηκε σε πολύ μικρή ηλικία από τα αυτοσχέδια σκετς που έκανε με φίλους του στη Χαλκιδική, φορώντας πουκάμισα του παππού του. Καθοριστική για εκείνον όμως ήταν η στιγμή, όταν σε ηλικία 11 ετών περπατούσε με τη μητέρα του στη Θεσσαλονίκη, όπου και μεγάλωσε, δείχνοντάς της μία αφίσα θεατρικής παράστασης στον δρόμο, λέγοντάς: «Μαμά αυτό θέλω να γίνω».
Οι γονείς του στάθηκαν στο πλευρό του. Τον έγραψαν στο θεατρικό εργαστήριο του Ανδρέα Βουτσινά, όπου για έξι χρόνια, κάθε Σάββατο παρακολουθούσε μαθήματα, περιμένοντας πότε θα έρθει ξανά η συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας. Τότε έπαιξε και την πρώτη του επαγγελματική παράσταση, στα 14 του. «Όταν δούλεψα πρώτη φορά, τότε κατάλαβα ποια θα είναι η ζωή μου» εξηγεί.
Ο Πασχάλης Τερζής στην πρώτη του επαγγελματική παράσταση στα 14 του
Η ανάγκη να σκηνοθετεί σαν παιδί ιστορίες που έπλαθε στο μυαλό του συνυπήρχε με την ευχαρίστηση που του προσέφερε η παρουσία του σε θέατρα, καμαρίνια και κουίντες. Στα 17 του έδωσε Πανελλήνιες προσδοκώντας να σπουδάσει σκηνοθεσία στο Tμήμα Kινηματογράφου του ΑΠΘ, στόχος που δεν επετεύχθη, για να προετοιμαστεί αμέσως μετά για τη σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
«Έκανα προετοιμασία και πέρασα με την πρώτη. Είπα δύο μονολόγους και τραγούδησα» λέει ο Πασχάλης Τερζής και θυμάται χαρακτηριστικά την ημέρα, που ενώ μαζί με άλλους υποψήφιους επρόκειτο να εξεταστούν από τη Ρούλα Πατεράκη, εκείνος άρχισε να χασμουριέται, περιμένοντας να έρθει η σειρά του. «Βαριέται κανείς;» είπε εκείνη. «Όχι κυρία Πατεράκη, αφαιρέθηκα» της εξήγησε, με την ίδια να απαντάει «το ίδιο λέμε!». Θα περίμενε κανείς, ότι αυτή δεν ήταν μία καλή αρχή και παρ' όλο που δεν είχε εκτυπώσει καν τα κείμενα του, όπως προβλέπεται, στάθηκε απέναντι της και ξεκίνησε να λέει ένα κείμενο του Βλέπυρου, καταφέρνοντας εν τέλει να την εντυπωσιάσει.
Έτσι λοιπόν, ξεκίνησαν τρία χρόνια στο Κρατικό, κάνοντας παράλληλα τις πρώτες του ακροάσεις και μετέπειτα δουλειές, ως χορευτής σε παραστάσεις, όπως σε επιθεώρηση του Κρατικού, στο «Βίρα τις Άγκυρες» και αργότερα στο «Δον Κάρλος» του Γιάννη Χουβαρδά.
Από τη Θεσσαλονίκη στη Λυρική Σκηνή και στο «Ρέκβιεμ» των Παπαϊωάννου και Κουμεντάκη
Παρότι δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει τις σπουδές του, τον περασμένο Μάιο ο Πασχάλης Τερζής αποφάσισε, διστακτικά στην αρχή, να στείλει το βιογραφικό του για να περάσει από το bootcamp του Δημήτρη Παπαϊωάννου, και τότε για εκείνον ξεκίνησε ένα μοναδικό και συνάμα απαιτητικό ταξίδι.
«Εκείνη η ημέρα ήταν από τις καλύτερες ημέρες της ζωής μου»
Η performance–installation του Δημήτρη Παπαϊωάννου και Γιώργου Κουμεντάκη, που δημιουργήθηκε το 1995 ως φόρος τιμής «για τους φίλους που χάθηκαν από AIDS», παρουσιάστηκε σε έναν κύκλο δώδεκα παραστάσεων στη Λυρική. Οι δύο καλλιτέχνες επαναπροσέγγισαν το συγκλονιστικό έργο τους σε μια νέα ανάγνωση υπό τη μουσική διεύθυνση του παγκοσμίου φήμης μαέστρου Θεόδωρου Κουρεντζή. Πρόκειται για ένα ρέκβιεμ αφιερωμένο στον θρήνο, ένα έργο που ισορροπεί ανάμεσα στη νέα όπερα, την εικαστική εγκατάσταση και το σωματικό θέατρο, όπου δεσπόζει η επιβλητική εικόνα μιας μαύρης σκάλας με σώματα–ψυχές να κατρακυλούν αδιάκοπα.
Περιγράφοντάς την πρώτη του συνάντηση με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, μου λέει: «Με διάλεξε και ήρθα στην Αθήνα για τις ακροάσεις. Ξεκίνησε ένα επταήμερο bootcamp. Μας κρατούσε ένα πεντάωρο και μας έβαζε διάφορες ασκήσεις. Ήταν πολύ ευγενικός και αμέσως είδα στα μάτια του, το πού θέλουμε να πάμε. Εκείνη ήταν από τις καλύτερες ημέρες της ζωής μου. Ήταν από τις φορές, που όντως κάποιος μας ζητούσε κάτι. Μας έβαζε να περπατήσουμε για παράδειγμα δέκα μέτρα με γέφυρα ανάποδα. Δεν ήταν δύσκολο για εμένα, θυμήθηκα τον εαυτό μου, που έπαιζα και μου βγήκε φυσικά. Από μικρός μου άρεσαν τα ακροβατικά και τα ακραία πράγματα. Η ακρόαση ήταν πολύ απαιτητική. Έπρεπε να είμαι πολύ συγκεντρωμένος και μέρα με τη μέρα να εξελίσσομαι».
Η διαδικασία για να επιλεγεί κανείς για την παράσταση δεν ήταν σε καμία περίπτωση απλή υπόθεση: «Μπορεί κάποιος να έδινε όλη την ημέρα τον εαυτό του, μόνο και μόνο για να φύγει το βράδυ, να μην περάσει στη συνέχεια. Εγώ δεν έφευγα. Όταν έφτασα στην έβδομη ημέρα, είχαμε μείνει 30 άτομα, αλλά και πάλι δεν θα μέναμε όλοι».
Η αγωνία για τον Πασχάλη Τερζή παρατάθηκε και τα ευχάριστα νέα, ότι δηλαδή επελέγη για το «Ρέκμβιεμ» ήρθαν μέσω ενός email, όσο εκείνος συνέχιζε το τρίτο έτος της σχολής του στη Θεσσαλονίκη. Δεν έχασε χρόνο, κατέβηκε ξανά στην Αθήνα, χωρίς να γνωρίζει μέχρι και την τελευταία στιγμή, ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος, αυτός του γυμνού σώματος ανάμεσα σε 49 πολύ σημαντικούς perfomers, ήταν δικός του.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου έφτιαξε δύο γκρουπ, το ένα με την παλιά του ομάδα και ένα με τα νέα μέλη, ανάμεσά τους και ο Πασχάλης Τερζής. Στη δεύτερη ημέρα πρόβας όμως, ένας performer εγκατέλειψε για προσωπικούς λόγους. «Μιλάμε για 4 ορόφους σκαλιά, ακόμα και εγώ που δεν φοβόμουν, ένιωσα την επικινδυνότητα» τόνισε ο ηθοποιός. Η αποχώρηση αυτή ήταν η ευκαιρία του Πασχάλη Τερζή, του μικρού όπως τον αποκαλούσε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, καθώς έτσι κατάφερε να βρεθεί ξαφνικά στο πρώτο γκρουπ. «Με τίμησε τόσο πολύ που από τόσο κόσμο που ξέρει, δέχτηκε να φέρουν εμένα στη θέση του ανθρώπου που έφυγε. Πήγα στις πρόβες και με το που μπήκα, χωρίς να έχω προλάβει να υπογράψω, με είδε ξαφνικά ο Παπαϊωάννου να έχω ανέβει στα σκαλιά και δεν μου είπε τίποτα». Η συνέχεια απαιτούσε δοκιμές από τη μεριά του σκηνοθέτη, ψάχνοντας να βρει ποιο θα ήταν το πρόσωπο εκείνο, που θα έκανε το σήμα κατατεθέν στην παράσταση, το γυμνό σώμα. «Είχε δοκιμάσει δύο παιδιά και μια ημέρα μου ζήτησε να βγάλω τα ρούχα μου και να μείνω με το μπεζ εσώρουχο που φοράμε στις πρόβες» θυμάται ο ηθοποιός.
«Ο Δημήτρης στάθηκε δίπλα μου ως πραγματικός δάσκαλος»
Η εμπειρία του με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου ήταν ξεχωριστή, όπως και η πρώτη τους συνάντηση, όταν έδωσαν τα χέρια και με μία ματιά συνεννοήθηκαν, πως για τους επόμενους μήνες ο καθένας τους θα δούλευε σκληρά με τον εαυτό του, αλλά και σαν ομάδα. Η προετοιμασία για την παράσταση έγινε σε διάστημα περίπου τριών μηνών, με πρόβες, αλλαγές, δοκιμές και κυρίως εξέλιξη για τον ίδιο τον ηθοποιό, κάνοντας για καιρό το λεγόμενο «δείγμα».
«Ο Δημήτρης στάθηκε δίπλα μου ως πραγματικός δάσκαλος. Ήταν πολύ σωστός μαζί μου, μου φέρθηκε πολύ ευγενικά, δεν με άφησε να νιώσω ποτέ άβολα και μόνος μου. Με προστάτευε. Ήταν κύριος και πολύ καλός δάσκαλος. Μου έδωσε πάρα πολύ χρόνο να εξελιχθώ. Δεν μου είπε ποτέ ότι μου ανήκει ο ρόλος. Κάναμε κάθε ημέρα πρόβα και ήξερα ότι ήμουν το "δείγμα", γιατί μιλάμε για παραστάσεις που έχουν σχέση με το σώμα. Ανά πάσα ώρα και στιγμή ήξερα ότι μπορεί να πει σε κάποιον άλλον να κάνει αυτό που έκανα εγώ. Παίρνει ανθρώπους, που εν δυνάμει μπορούν να τα κάνουν όλα».
Τι και αν τα έργα του Δημήτρη Παπαϊωάνναου είναι εκεί να θυμίζουν την πορεία ενός τόσο σημαντικού Έλληνα καλλιτέχνη, που ξεχωρίζει τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, για έναν όμως νεαρό ηθοποιό, όπως ο Πασχάλης Τερζής, αυτό που θαύμασε στο πρόσωπό του είναι το γεγονός ότι «ο Δημήτρης έχει κάτι που πρώτη φορά βλέπω σε παραστάσεις: κρατάει το πράγμα ζωντανό. Σε αφήνει να αυτοσχεδιάσεις, αλλά αν κάνεις κάτι που του αρέσει, υπάρχει η παγίδα ότι στο επόμενο λεπτό μπορεί να σου πει "ξανά κάν' το μου", γιατί άμα έχει γίνει και το έχει δει, σημαίνει ότι γίνεται, άρα θέλει να το δει ξανά».
Για τον Πασχάλη Τερζή, η συμμετοχή σε μία παράσταση αυτού του επιπέδου και ειδικότερα η συνεργασία με έναν τόσο έμπειρο σκηνοθέτη αποτελεί κορυφαία στιγμή στη μέχρι σήμερα πορεία του, αποκομίζοντας εφόδια, που σε άλλη περίπτωση εξηγεί ότι θα κέρδιζε σε βάθος χρόνων: «Αυτός ο άνθρωπος μου έμαθε πράγματα που μπορεί να μάθαινα και σε δέκα χρόνια από τώρα. Σε διάστημα τριών μηνών προβών, μου έδωσε το χέρι, και είχα την τύχη, το μυαλό, την ψυχή να το ακουμπήσω (σ.σ: αυτό το χέρι), και να διαγράψω μαζί του μία πολύ όμορφη πορεία. Με ξεκλείδωσε πάρα πολύ τεχνικά, αλλά και στο να είμαι 21 χρονών και να μπορώ να σταθώ με μια τέτοια μεγάλη ευθύνη ανάμεσα σε άλλους 49 έμπειρους, καταξιωμένους καλλιτέχνες και φίλους».
Όσο για το κομβικό σημείο της παράστασης: τη στιγμή που ένας συνάδελφός του έπρεπε να τον αφήσει να πέσει από ένα αρκετά ψηλό σημείο της σκάλας, θυμάται τον Δημήτρη Παπαϊωάννου να λέει «πέτα τον». «Έπεσα στα σκαλιά, αλλά δεν χτύπησα ποτέ. Με εμπιστεύτηκε και τη στιγμή που με πέταξε από τα σκαλιά, ο Δημήτρης ήξερε ότι δεν θα χτυπήσω, δεν ξέρω πώς, αλλά κάπως το ήξερε. Επέμενα πολύ στο να είμαι κάθε ημέρα και καλύτερος. Ήταν δύσκολο, γιατί δεν είχα τεχνική, εγώ δεν είμαι χορευτής».
Το καλλιτεχνικό ταξίδι που πραγματοποίησε πρόσφατα ο Πασχάλης Τερζής αποδείχτηκε καθοριστικό για την εξέλιξή του, σηματοδοτώντας ένα σημαντικό σημείο καμπής στη μέχρι σήμερα πορεία του και εμπλουτίζοντας το βιογραφικό του με μια εμπειρία που, όπως ο ίδιος παραδέχεται, τον διαμόρφωσε ουσιαστικά ως καλλιτέχνη.
Η Motor Oil, μέσα από την πρωτοβουλία «Φροντίζω τον Αθλητισμό», επενδύει συστηματικά στον ελληνικό αθλητισμό, δίνοντας έμφαση στη νέα γενιά και στις ίσες ευκαιρίες