Η εικόνα που έχει φτάσει έως σήμερα για τη γυναικεία σεξουαλικότητα στην
αρχαιότητα είναι σε μεγάλο βαθμό διαμορφωμένη από ανδρικές φωνές, συχνά γεμάτες προκαταλήψεις και στερεότυπα. Ωστόσο, μέσα από ποιήματα, επιστολές, έργα τέχνης και ορισμένες σπάνιες γυναικείες μαρτυρίες, προκύπτει μια πιο σύνθετη και πιο ανθρώπινη εικόνα για το πώς οι γυναίκες της αρχαιότητας αντιλαμβάνονταν τον έρωτα, την επιθυμία και το
σεξ.
Όπως καταγράφει το BBC, αφετηρία αυτής της προβληματικής εικόνας αποτελεί, μεταξύ άλλων, ο
ποιητής Σημωνίδης ο Αμοργίνος, ο οποίος τον 7ο αιώνα π.Χ. περιέγραφε δέκα βασικούς τύπους γυναικών, αποδίδοντάς τους
χαρακτηριστικά ζώων. Στην κατηγορία των «γαϊδουρογυναικών» ενέτασσε εκείνες που θεωρούσε σεξουαλικά ακόλαστες. Η καταγραφή αυτή αποτυπώνει τη μισογυνική ματιά της εποχής, αλλά ταυτόχρονα γεννά και ένα ερώτημα: ήταν πράγματι οι γυναίκες του αρχαίου κόσμου τόσο αποκομμένες από τη σεξουαλική επιθυμία όσο συχνά υπονοούν οι πηγές ή μήπως η εικόνα αυτή είναι αποτέλεσμα ανδρικής φαντασίωσης;
Οι ιστορικές μαρτυρίες αναδεικνύουν συνήθως τον περιορισμένο χαρακτήρα της ζωής των γυναικών. Στην
αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες κυκλοφορούσαν συχνά καλυμμένες στον δημόσιο χώρο, ενώ στη Ρώμη βρίσκονταν υπό την επιτήρηση
ανδρικών μορφών εξουσίας, συνήθως του πατέρα ή του συζύγου, τόσο στις μετακινήσεις όσο και στη διαχείριση της περιουσίας τους. Παρ’ όλα αυτά, η έρευνα δείχνει ότι η πραγματική σχέση των γυναικών με τη σεξουαλικότητα ήταν πιο περίπλοκη από όσο αφήνουν να φανεί οι κυρίαρχες ανδρικές αφηγήσεις.
Η Σαπφώ και η γυναικεία φωνή του πόθου
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα γυναικείας έκφρασης του ερωτικού πάθους είναι η
Σαπφώ, η οποία έγραφε λυρική ποίηση στη
Λέσβο τον 7ο αιώνα π.Χ. Σε ένα από τα ποιήματά της περιγράφει τις έντονες σωματικές αντιδράσεις που της προκαλεί η θέα μιας γυναίκας που μιλά με έναν άνδρα: ταχυκαρδία, αδυναμία λόγου, φωτιά στις φλέβες, προσωρινή τύφλωση, βούισμα στα αυτιά, κρύος ιδρώτας, τρέμουλο και ωχρότητα. Σε άλλο ποίημα ανακαλεί εικόνες μιας γυναίκας στολισμένης με λουλούδια και θυμάται με νοσταλγία πώς πάνω σε ένα μαλακό κρεβάτι θα «κατέπαυε την επιθυμία» της.
Τα σωζόμενα έργα της Σαπφώς είναι αποσπασματικά, ωστόσο σε έναν από τους παπύρους οι μελετητές έχουν διακρίνει πιθανή αναφορά σε δονητές, γνωστούς στα αρχαία ελληνικά ως «όλισβοι». Τα αντικείμενα αυτά χρησιμοποιούνταν τόσο σε τελετές γονιμότητας όσο και για ηδονή, ενώ εμφανίζονται και σε παραστάσεις αγγείων.
Ερωτισμός, σύμβολα και ταφικά ευρήματα
Το κείμενο επισημαίνει ότι οι γυναίκες της αρχαιότητας δεν απέστρεφαν το βλέμμα από τον ερωτισμό.
Αντίθετα, ορισμένες θάβονταν ακόμη και με σχετικά αντικείμενα.
Πριν από την άνοδο της Ρώμης, οι Ετρούσκοι κυριαρχούσαν στην ιταλική χερσόνησο και γέμιζαν την τέχνη τους με σκηνές ρομαντικού χαρακτήρα. Πολλά έργα τέχνης και γλυπτά ταφών δείχνουν άνδρες και γυναίκες ξαπλωμένους μαζί, ενώ ένα θυμιατήριο με παράσταση ανδρών και γυναικών που αγγίζουν ο ένας τα γεννητικά όργανα του άλλου τοποθετήθηκε στον τάφο μιας Ετρουσκής γυναίκας τον
8ο αιώνα π.Χ.
Αργότερα, και στη Ρώμη τα φαλλικά αντικείμενα είχαν αποτρεπτική και συμβολική αξία, καθώς θεωρούνταν ότι έφερναν τύχη. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα είχε νόημα οι γυναίκες να αποφεύγουν σύμβολα που θεωρούνταν φορείς προστασίας και καλής τύχης.
Πορνεία και δημόσια εικόνα
Η σεξουαλικότητα ήταν επίσης παρούσα και στον δημόσιο χώρο. Τα πορνεία της Πομπηίας, για παράδειγμα, δείχνουν πόσο εμφανές ήταν το σεξ στην καθημερινή ζωή. Στους τοίχους των μικρών αυτών χώρων υπήρχαν γκράφιτι, πολλά από τα οποία είχαν γραφτεί από άνδρες πελάτες που σχολίαζαν τις επιδόσεις συγκεκριμένων γυναικών.
Ιστορικά κείμενα και λόγοι περιγράφουν τις δύσκολες συνθήκες που βίωναν οι γυναίκες που εργάζονταν στην πορνεία. Ωστόσο, εμφανίζονται και σπάνιες περιπτώσεις όπου ακούγεται μια πιο σύνθετη γυναικεία φωνή. Τον 3ο αιώνα π.Χ., η
ποιήτρια Νόσσις, που ζούσε στο νότιο άκρο της Ιταλίας, έγραψε εγκωμιαστικά για ένα έργο τέχνης που είχε χρηματοδοτηθεί από μια εργάτρια του σεξ, την Πολυαρχίδα.
Σύμφωνα με το ποίημα, ένα εντυπωσιακό άγαλμα της
Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και της σεξουαλικότητας, είχε τοποθετηθεί σε ναό χάρη στα χρήματα που είχε συγκεντρώσει εκείνη.
Η Πολυαρχίς δεν ήταν μοναδική περίπτωση. Προγενέστερη εταίρα, η Δωρίχα, είχε επίσης διαθέσει χρήματα για την αγορά αντικειμένων που θα εκτίθεντο δημόσια στους
Δελφούς. Όπως σημειώνεται, αυτό που αποδέχονταν αυτές οι γυναίκες δεν ήταν απαραίτητα το σεξ, αλλά η σπάνια δυνατότητα να μείνουν στη μνήμη μετά τον θάνατό τους, σε έναν κόσμο όπου η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών προοριζόταν για ανωνυμία.