Γιάννης Τσορτέκης: Δεν πάμε στο θέατρο για να κάνουμε μια «δουλειά»
Δεν πιστεύει στην έννοια της απόρριψης, ούτε θεωρεί ότι υπάρχει καλή και κακή τέχνη. Για εκείνον όλα είναι υποκειμενικά. Εντελώς αντικειμενικά, είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του. Φέτος μεταμορφώνεται στο σανίδι σε απολαυστικό Ταρτούφο
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ο Γιάννης Τσορτέκης ως ηθοποιός δεν χρειάζεται συστάσεις, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτή η φράση. Από το 1995 που έδωσε τα πρώτα του δείγματα γραφής στην υποκριτική, έχει υποδυθεί -και σκηνοθετήσει- δεκάδες ρόλους στο θέατρο και τον κινηματογράφο, έχει τιμηθεί για τις ερμηνείες του και έχει κερδίσει τον σεβασμό των συναδέλφων του και την αγάπη του κόσμου.
Το ευρύτερο κοινό της τηλεόρασης τον γνώρισε μόλις το 2022 ως απεχθή Χαράλαμπο στη σειρά «Maestro», αλλά ήταν τόσο άρτια η μεταμόρφωσή του που απλά όλοι υποκλίθηκαν στο ταλέντο του. Ως άνθρωπος, από την άλλη, από αυτό το λίγο που τον γνώρισα στις δύο ώρες της συνάντησής μας, είναι γλυκός, σεμνός, γενναιόδωρος προς τους συνεργάτες του και μιλά με το ίδιο πάθος με το οποίο ερμηνεύει τους ρόλους του. Ενας από αυτούς και ο φετινός θεατρικός «Ταρτούφος».
Τζάκετ, παντελόνι και φουλάρι Emporio Armani, attica, The Department Store. Sneakers, Converse
GALA: Τη φετινή θεατρική σεζόν είσαι ο Ταρτούφος στο ομώνυμο έργο του Μολιέρου. Η παράσταση έχει ανεβεί αρκετές φορές στο παρελθόν. Θα έλεγες ότι το δικό σας ανέβασμα είναι μη συνηθισμένο; ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΟΡΤΕΚΗΣ: Οχι, αλλά θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος τι είναι συνηθισμένο και τι δεν είναι. Αυτό που δεν είναι συνηθισμένο είναι να υπάρχει από πίσω ένας παραγωγός, ο Μάρκος Τάγαρης, που να το πιστεύει και να το υποστηρίζει ακραία από την πρώτη στιγμή, γιατί είναι ένα πολυδάπανο θέαμα από όλες τις απόψεις. Κάτι που είναι πολύ βασικό εδώ, επίσης, είναι το θέμα της σκηνοθεσίας. Μία παράσταση είναι η ματιά του σκηνοθέτη, είναι αυτό που εκείνος διάβασε. Η ανάγνωση, λοιπόν, της Ελενας Μαυρίδου είναι σαφώς επηρεασμένη και εμπνευσμένη από το παρελθόν της και την εμπειρία της επί δεκαετίες με την comedia del’arte, με τη μάσκα, με το λαϊκό θέατρο, με το μπουλούκι. Είναι ευτυχία για εμάς να την έχουμε στο τιμόνι. Εχουμε επίσης τα εξαιρετικά κοστούμια και σκηνικά του Πάρη Μέξη που είναι βαθύς γνώστης του μπαρόκ και έχει εκπληκτική ακρίβεια σε ό,τι κάνει. Εχουμε τους παραμυθένιους φωτισμούς του Περικλή Μαθιέλη και την υπέροχη μουσική του Γιώργου Μαυρίδη. Κι έχουμε κι έναν πολύ ωραίο θίασο, όπου όλοι είναι εξαιρετικοί, μηδεμιάς και μηδενός εξαιρεμένου, σαν όλοι οι ρόλοι να γράφτηκαν ειδικά για τον καθένα. Αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι μια ευγενική συγκυρία.
G.: Εχει τύχει να βρεθείς σε δουλειές που δεν τις έκανες με τόση χαρά; Γ.ΤΣ.: Φυσικά. Μου έχουν τύχει και πολύ αρνητικά πράγματα στο παρελθόν. Μου έχει τύχει σε παράσταση να μην αντέχω ούτε το δέρμα μου, αλλά έπρεπε να βρω τον τρόπο να αντέξω και να λατρέψω και το όλον, όπως και έκανα.
G.: Είσαι ενεργός από το 1995, όμως πολύ πρόσφατα ξεκίνησες να κάνεις τηλεόραση.Την απέφευγες; Γ.ΤΣ.: Δεν έχω αποφύγει ποτέ τίποτα. Το ότι δεν έκανα τηλεόραση ήταν λόγω της αυστηρά μονογαμικής φύσης μου. Ετσι είμαι από καταβολής, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μου. Μπήκα στο θέατρο με δύο πολύτιμους δασκάλους, με τον συγχωρεμένο τον Ακη Δαδή και τον σπουδαίο Μιχαήλ Μαρμαρινό που ήταν τότε στα πρώτα του βήματα. Η σχέση μου μαζί τους ήταν αποκλειστική. Εμαθα από αυτούς, και τα πράγματα που έκαναν ήταν μονόδρομος για μένα. Τα μάτια μου έβλεπαν με παρωπίδες και το μόνο που ερχόταν σε μένα ήταν αυτό που έβλεπα. Δηλαδή ούτε εγώ έβλεπα το «άλλο», ούτε το «άλλο» μπορούσε να δει εμένα. Ο κινηματογράφος ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα, το οποίο ξεκίνησε από όταν ήμουν μαθητής στη Σχολή του Εθνικού, που έκανα και την πρώτη μικρού μήκους ταινία με κάποιους άλλους τότε μαθητές της Σχολής Σταυράκου. Η τηλεόραση, όταν ξεκινούσα, ήταν κι εκείνη στο ξεκίνημά της και δεν μπορούσε να αποτελεί όπως σήμερα στόχο και κατεύθυνση ενός νέου ηθοποιού. Τώρα, όπως λέει και ο σοφός λαός, «κάθε πράγμα στον καιρό του και ο κολιός τον Αύγουστο».
G.: Ομως πλέον πώς είσαι μονογαμικός, αφού κάνεις και τηλεόραση; Γ.ΤΣ.: Είμαι ακραία μονογαμικός. Η τηλεόραση δεν έχει να κάνει με το μέσο αυτό καθαυτό, αλλά με τους συντελεστές. Ολα τα πράγματα είναι θέμα στιγμής, τύχης και συγκυρίας και όχι θέμα επιλογής: αν δηλαδή με επέλεξε ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης για το «Maestro» και αν εγώ επέλεξα να πω «ναι» ή «όχι». Θα μπορούσε να μη με έχει επιλέξει. Το ότι βρίσκομαι έκτοτε στην τηλεόραση μας πηγαίνει πίσω, σε ένα ακόμα ισχυρότερο σημείο, το «Δέκα» του Καραγάτση, όπου όλο το πράγμα ήταν κινηματογραφικό. Ο κινηματογράφος, λοιπόν, μέχρι τότε δεν με άφηνε ποτέ, ούτε ως συνείδηση ούτε ως κατάσταση. Από το «Maestro» και μετά, όλες οι δουλειές που έχω κάνει στην τηλεόραση πραγματικά έχουν τύχει άριστων συνεργατών και συνθηκών. Να πω για το πιο πρόσφατο, τον «Αγιο Ερωτα», όπου τα πάντα γίνονται με αρτιότητα, άμεση εμπλοκή και συμμετοχή όλων μας και με απόλυτα κινηματογραφικούς όρους. Πραγματικά το αγάπησα πάρα πολύ.
G.: Οταν δημοσιευτεί η συνέντευξη, ο ρόλος σου, ο Κλεάνθης, θα έχει χάσει τη ζωή του. Πώς ένιωσες όταν το έμαθες; Γ.ΤΣ.: Ηταν νομοτέλεια αυτό. Ετσι ήταν στο ξένο φορμάτ και αναπόφευκτα έπρεπε να γίνει. Αλλά αν και το ήξερα από την αρχή, όταν το διάβασα στα σενάρια που μας ήρθαν, ήταν από τις λίγες φορές, για να μην πω ότι ήταν η μόνη, που θρήνησα πραγματικά μέσα μου. Ο γλυκός μου ο Κλεάνθης είναι μια πονεμένη ιστορία, ένας βαθύς άνθρωπος που κινήθηκε σε όλη του τη ζωή με ανάγκη για προσφορά. Είναι ένας άνθρωπος που πραγματικά αγαπάει.
Total look Gabba, attica, The Department Store. Sneakers, Adidas
G.: Επομένως ως ρόλος ο Κλεάνθης ήταν πιο κοντά σου, γιατί απ’ όσα μου έχεις πει, είσαι κι εσύ ένας άνθρωπος που αγαπάει. Γ.ΤΣ.: Ναι, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς επιστροφή αυτής της αγάπης. Και ο λόγος που σου είπα πριν ότι σε κάποιες παραστάσεις δεν πέρασα καλά, ήταν ακριβώς γιατί δεν ένιωθα αυτή την επιστροφή, όχι επειδή οι συνεργάτες δεν ήταν καλοί. Πρώτον, εγώ δεν ζηλεύω. Θαυμάζω απεριόριστα, το οποίο ενίοτε μέσα μου μπορεί να πάρει τη μορφή ζήλιας, αλλά με τη θετική έννοια. Να βλέπω δηλαδή μια παράσταση και να λέω «αχ, θα ήθελα να ήμουν κι εγώ εκεί». Ποτέ δεν ένιωσα ότι κάποιος πήρε κάτι από μένα, γι’ αυτό και δεν ένιωσα ποτέ απόρριψη. Εχω νιώσει όμως μη έγκριση σε πολλές περιπτώσεις σε όλη μου τη ζωή. Το θέμα είναι πώς βλέπεις τα πράγματα. Αν νιώσω πως κάποιος με απορρίπτει, έχω εκμηδενιστεί και έχω εξαφανιστεί. Δεν υπάρχει πια ελπίδα για ζωή. Η μη έγκριση σημαίνει απλά ότι κάποιος δεν με ενέκρινε γι’ αυτόν τον ρόλο. Είναι δικό του δικαίωμα. Και δικό μου δικαίωμα είναι να πάρω τα μάτια μου από κει και να κοιτάξω κάπου άλλου. Η ζωή προχωράει. Γι’ αυτό και για μένα δεν υπάρχει σωστό ή λάθος. Υπάρχει το σωστό υπό συνθήκες. Οπως δεν υπάρχει και στην τέχνη το «καλό» και το «κακό». Αυτό είναι ακραία υποκειμενικό.
G.: Λόγω της μεγάλης πείρας σου, μπορείς πλέον να αναγνωρίσεις πότε μια σειρά ή μια παράσταση θα έχει επιτυχία; Γ.ΤΣ.: Δεν μπορείς να ξέρεις πότε μια δουλειά θα σπάσει ταμεία ή όχι. Αυτό το οποίο ξέρεις είναι ο τρόπος με τον οποίο θα μπεις στα πράγματα. Ο,τι κι αν έχουμε κάνει μέχρι στιγμής, απόψε το βράδυ που θα έχουμε παράσταση, δεν θα είναι άλλη μία παράσταση. Είναι μία παράσταση από την αρχή. Αυτό διαφοροποιεί την κατάσταση συλλήβδην. Δεν πάμε στο θέατρο για να κάνουμε μια «δουλειά». Οταν κάθε βράδυ, πριν βγω στη σκηνή, έχουν προηγηθεί κάποιες άλλες σκηνές κι εγώ από πίσω ακούω με αυτί ελέφαντα, αφουγκράζομαι την ενέργεια και με ενθουσιάζει και με φτιάχνει η κατάθεση του συναδέλφου που είναι πάνω, αυτό αυτομάτως κάνει το πράγμα σκυταλοδρομία. Οταν θα βγω εγώ θα πρέπει να πάρω αυτό που εκείνοι έχουν καταθέσει και να το συνεχίσω. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να βάλουμε όλοι τα δυνατά μας για να είμαστε νικητές. Και να είμαστε έτοιμοι να κάνουμε αυτή τη σκυταλοδρομία πάλι από την αρχή.
G.: Δεν είναι λίγο πιεστικό αυτό; Γ.ΤΣ.: Οχι, είναι απόλυτα εξιταριστικό.
Η εταιρεία υλοποιεί μακροχρόνια και πολυβραβευμένα προγράμματα κοινωνικής συνεισφοράς, με μετρήσιμα αποτελέσματα που συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών