«Η μοναξιά είναι από χώμα»: Διαβάστε απόσπασμα από το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη

vivliodfg1

Ενας άντρας αυτοεξορίζεται σε ένα μακρινό νησί μετά από έναν δύσκολο ερωτικό χωρισμό. Θα παλέψει ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος που συνιστούν τον έρωτα, μήπως λυτρωθεί από τον πόνο και τη σύγχυση

Λίγες μέρες έμειναν για την κυκλοφορία του βιβλίου της Μάρως Βαμβουνάκη «Η μοναξιά είναι από χώμα», από τις εκδόσεις Ψυχογιός. 

Στο βιβλίο θα συναντήσουμε έναν άντρα που αυτοεξορίζεται σε ένα μακρινό νησί μετά από έναν δύσκολο ερωτικό χωρισμό. Θα παλέψει ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος που συνιστούν τον έρωτα, μήπως λυτρωθεί από τον πόνο και τη σύγχυση. Θα γράψει αυτές τις δεκαοχτώ, ανεπίδοτες εντέλει, επιστολές προς τη γυναίκα που έχασε σαν ημερολόγια της εσωτερικής ζωής του. Θα της λέει: «Το πάθος είναι πιο σπουδαίο απ’ το θαύμα», σου διάβαζα από ένα παλιό βιβλίο την ώρα που εσύ έβγαζες τα φρύδια σου μπρος σ’ ένα μεγεθυντικό καθρεφτάκι. Δεν είναι εκμηδένιση η ταπείνωση. Η εκμηδένιση σε κατεβάζει στο τίποτα ενώ η ταπείνωση σ’ ανεβάζει στο παν. Πώς να την καταφέρουμε όμως εμείς, αγάπη μου, που από έπαρση είμαστε χτισμένοι; Δεν πετυχαίνεται εύκολα, γι’ αυτό υποφέρουμε. Κι απ’ τον πολύ τον πόνο, κι απ’ την πολλή την τυραννία αρχίζουμε, για την αυτοσυντήρησή μας, να υποψιαζόμαστε με την υποψία της καρδιάς, κι αρχίζει λίγο λίγο να φέγγει. Η Μάρω Βαμβουνάκη μας χαρίζει ένα βαθιά εξομολογητικό, ποιητικό κείμενο, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος. Η αγαπημένη συγγραφέας 900.000 αναγνωστών, υπογράφει ένα έργο που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας, μια και ψηλαφεί μια κατάσταση που οι περισσότεροι έχουμε βιώσει, την ερωτική απογοήτευση.


Προδημοσίευση

9786180126808_hd
Μια κι απ’ το μικρό φτάνεις στο μεγάλο είπα να φροντίσω για το χάος μου ξεκινώντας από το χάος του μικρού αυτού σπιτιού που με δέχεται.
Το άδειασα από πολλά σαραβαλιασμένα έπιπλα που τα έκλεισα σε μια αποθηκούλα από πίσω. Κράτησα λίγα.
Έβγαλα όλα τα πράγματα στον αέρα έξω, μια μέρα ολόκληρη, παγωμένη αλλά ηλιόλουστη.
Το σπιτάκι έχει δύο δωμάτια. Το ένα σχεδόν μεγάλο με καμάρα στη μέση και η κουζίνα.
Έπλυνα ό,τι φαίνεται. Πατώματα, τοίχους, πόρτες, παράθυρα, έπιπλα. Με τον κουβά έχυνα νερά και τα έτριβα με σκληρή βούρτσα. Όταν καλυτερέψουν οι μέρες και περιοριστούν οι βροχές θ’ ασπρίσω μέσα κι έξω τους τοίχους. Στην κουζίνα έχει ένα τζάκι παμπάλαιο για το μαγείρεμα και τη ζεστασιά. Πλάι στο τζάκι και μπροστά στο παράθυρο ακούμπησα το τραπέζι και πάνω του τα λίγα βιβλία που έφερα μαζί μου. Δεν είναι πολλά, κάποια μονάχα που μας δένει μια σχέση συναισθηματική από παλιά και με ζεσταίνει. Μόνο γι’ αυτό. Τους Αδελφούς Καραμαζώφ, την Αγία Γραφή της μάνας μου, ποιήματα του Μαγιακόφσκι στα ρωσικά που δε γνωρίζω, έναν χιλιοδιαβασμένο τόμο κλασικά εικονογραφημένα που είχα παιδί και μια ανθολογία του Μπόρχες για να έχω κοντά μου το Άλεφ.
Ενώ στην πόλη κοιμόμουν και ξυπνούσα άτακτα, συχνά μέχρι το μεσημέρι, έτρωγα όποτε πεινούσα κι έκανα τη νύχτα μέρα, εδώ βάζω το ξυπνητήρι να χτυπήσει στις έξι και μισή. Προσπαθώ να μπω σε πειθαρχία και να τραβήξω το πόδι μου από το δόκανο κάθε παλιάς συνήθειας.
Σηκώνομαι αμέσως μόλις ακούσω το ξυπνητήρι ακόμα κι αν τη νύχτα είχα αϋπνία. Πλένομαι ολόκληρος, κάνω καφέ, γάλα, αλείφω ζεστό ψωμί με βούτυρο και μέλι. Έχω όλα όλα τέσσερα πιάτα, δυο ποτήρια, ένα μαχαίρι, ένα πιρούνι κι ένα κουτάλι μικρό.
Τα ακουμπώ στο τραπέζι, κάθομαι, τρώγω αργά και περιεργάζομαι ό,τι απλώνεται έξω απ’ το παράθυρο. Τα χρώματα του πρωινού έχουν πάντοτε μια συγκινητική τρυφεράδα, εύθραυστη, διστακτική.
Κοιτώ την κίνηση που δίνει ο κάθε άνεμος στο τοπίο. Την κλίση των βούρλων στο χωράφι, των ξερόκλαδων και των κυμάτων.
Κι οι μυρωδιές είναι απ’ τις βαθύτερες συγκινήσεις, τα κανάλια των συνειρμών τους τραβάνε μακριά. Θυμάμαι πως στην Αθήνα, στο τέλος της άνοιξης, αγόραζα φράουλες και τις άφηνα σ’ ένα πιάτο στην κουζίνα όλη μέρα. Είχανε μια ευωδιά που γέμιζε το σπίτι, μια ευωδιά ωραιότερη κι απ’ τη γεύση τους.
Κι εδώ η ζωή μου σηματοδοτείται από μυρωδιές.
Η μυρωδιά των καμένων ξύλων στο τζάκι, της στάχτης, του καφέ μες στο τενεκεδένιο κουτί, του καφέ που χύθηκε, του ντουλαπιού δίπλα μου όταν είναι κλειστό, του ντουλαπιού όταν ανοίγει, του μελιού, του ψωμιού, της βροχής στο τσιμέντο, της βροχής στο χώμα, της βροχής στην άμμο, της βροχής στη θάλασσα, της βροχής στον κουβά με το γλυκό νερό.
Και ήχοι! Τα αυτιά μου μαθαίνουν να συλλέγουν χαμηλούς, χαμηλότερους ήχους. Του ξεραμένου φύλλου που σέρνεται στο πεζούλι, του ξύλου που σκάει στη φωτιά, του νερού που βράζει, του νερού που στάζει, της πόρτας που μισανοίγει, του ρολογιού μέσα, της θάλασσας πέρα, των ανεξήγητων τριγμών. Μυριάδες αυτοτελείς λεπτομέρειες που ξυπνούν και μνημονεύουν μυριάδες κόσμους, μυριάδες ζωές. Από πού έρχονται οι ζωές και πού πάνε αφήνοντας παντού σημάδια; Νιώθω πως επιτέλους προχωρώ στην ησυχία που μ’ αφήνει ανεπαίσθητα ν’ αφουγκράζομαι την ύπαρξή μου.
Για τρόφιμα και γι’ άλλα απαραίτητα πηγαίνω με το ποδήλατο στο χωριό τρία χιλιόμετρα πιο μέσα. Αποφεύγω να έρθω σε πολλά πολλά με τους ντόπιους αν και μερικοί δείχνουν συμπαθέστατοι.
Επιθυμώ όσο τίποτα και ποτέ να κάτσω ολομόναχος κι απομακρύνω κάθε αντιπερισπασμό στον ησυχασμό μου.
Φοβάμαι πως θα με κρίνουν ιδιόρρυθμο κι ακόμα χειρότερα, ακατάδεχτο, αλλά δε γίνεται να κάνω τίποτα. Πρέπει άλλωστε να μάθω ν’ αδιαφορώ για τις εντυπώσεις που δίνω και ν’ αποφύγω τον πειρασμό τού να εξηγούμαι. Ας καταλάβουν απ’ την όψη μου ό,τι θέλουν.
Δεν αγοράζω εφημερίδες, δεν ακούω ραδιόφωνο και φυσικά δεν υπάρχει τηλεόραση. Το ηλεκτρικό φως σπάνια το ανάβω και τη νύχτα ανάβω μια λάμπα θυέλλης ή κεριά και το τζάκι. Προσπαθώ να διατηρώ το σπίτι σχολαστικά καθαρό κι έχω κάνει αυστηρό πρόγραμμα δουλειάς για την κάθε μέρα. Όσο δύσκολο ήταν στην αρχή να μάθω να πειθαρχώ τόσο τώρα με τίποτα δεν παρεκκλίνω απ’ τους κανονισμούς του. Αν συνεχώς αναβάλλω να εργαστώ σοβαρά με το αστυνομικό μυθιστόρημα, καμιά αναβολή δεν επιτρέπω στον εαυτό μου σ’ ό,τι αφορά τις πρακτικές δουλειές του σπιτιού. Αισθάνομαι πως αυτές οι δουλειές είναι το σημαντικότερο που έχω να διεκπεραιώσω.
Έξω απ’ την πόρτα υπάρχει ένα κομμάτι πλούσιο καστανό χώμα. Το καθάρισα, το σκάλισα και φύτεψα λαχανικά, μαρούλια, κρεμμύδια, κολοκύθια. Μπροστά στο πεζούλι του παραθύρου, μέσα σε σκουριασμένους τενεκέδες έβαλα χώμα και φύτεψα φασόλια που μ’ αρέσουν τα λουλούδια τους. Τα φασόλια ανήκουν στα ψυχανθή νομίζω.
Τις πεταλούδες γιατί τις λένε ψυχές;
Στην αποθήκη ανακάλυψα μια μεγάλη ξύλινη κορνίζα με τη φωτογραφία των παππούδων του ανθρώπου που μου νοικιάζει το σπίτι. Έφερα και τους κρέμασα στο δωμάτιο γιατί ντράπηκα να τους αφήσω πεταμένους στις σκόνες. Σ’ αυτούς ανήκει τούτος ο ήρεμος χώρος που εγώ καταπάτησα κι όταν τους κοιτώ να με κοιτούν κι αυτοί κατάματα σοβαροί, αισθάνομαι να βιάζω, ξένος εγώ, τα ιερά βιώματά τους που κολυμπούν στην ατμόσφαιρα. Ας τους τιμώ έστω λιγάκι.
Το Ψυχοσάββατο θα ανάψω καντήλι μπροστά στη φωτογραφία τους. Τούτοι οι άγνωστοι νεκροί γίνονται και δικοί μου νεκροί τώρα. Όσο δένομαι με το σπιτάκι δένομαι αναπόφευκτα και μαζί τους. Σκέψου πως κοιμάμαι στο κρεβάτι τους.
Είναι ένα κρεβάτι με σιδερένια κάγκελα και τέσσερις μπρούντζινες σφαίρες στα γωνιακά. Έχει σανίδες από κάτω κι ένα λεπτό στρώμα από πούπουλα. Στην αρχή πιάστηκα, όμως τώρα νομίζω πως δε θα μπορούσα να ξανακοιμηθώ σε πιο μαλακό κρεβάτι.
Δε διαβάζω, δεν ακούω μουσική.
Θέλω ν’ απαλλαγώ απ’ ό,τι ως τώρα μου άρεσε, γιατί φοβάμαι πως όσα πολύ μου άρεσαν με είχαν και κλείσει τελικά σε μια παγίδα αδιέξοδη.
Οι εξηγήσεις που έχω μαζέψει στο κεφάλι μου συσκοτίζουν το νόημα των πραγμάτων. Το μυαλό μου είναι φουσκωμένο από χαρακτηρισμούς που αστραπιαία με την παραμικρή αφορμή σπεύδουν να ορθωθούν μπροστά από την ουσία.
Θέλω να μάθω ν’ ακούω τον ήχο ενός μήλου που πέφτει στο σανιδένιο πάτωμα κι ύστερα κυλά, λίγο πριν σταματήσει, χωρίς να ονοματίζω τίποτε απ’ όλα αυτά. Παρθένα κι αθώα ν’ ακούω τον ήχο και μόνον αυτόν.
Θέλω να μάθω ν’ ακολουθώ τον εαυτό μου χωρίς να καθορίζω συνεχώς την όποια κατάστασή μου. Χωρίς να λέω «τώρα είμαι καλά», «τώρα είμαι λυπημένος», «τώρα νυστάζω», «τώρα πλήττω», «τώρα νιώθω μαγκούφης». Αν δεν ησυχάσω απ’ τις συνεχείς δηλώσεις μου, δε θα μπορέσω να συναντήσω αυτό που πραγματικά είμαι. Να υπάρχω μόνο, έτσι που να μην είμαι μερικός, να είμαι όλος με όλα. Νιώθω φορτωμένος, ξέχειλος από άχρηστες αποσκευές που μου είχαν καταπνίξει τον ωφέλιμο χώρο. Πώς ν’ απαλλάξω τη σκέψη μου απ’ τις ερμηνείες των άλλων έτσι που να μη σου λέω «σ’ αγαπώ», γιατί όσα κάνουμε μιμούνται τις ταινίες, τα διαβάσματα, τα τραγούδια που μας πρωτοδίδαξαν αυτή τη φράση; Να σου λέω «σ’ αγαπώ», γιατί ένα αρχέγονο κύμα βγαίνει από βαθιά μου, πρωτοφανές, άγνωστο και λέει έτσι.
Άγνωστα τα θέλω όλα, μόνο άγνωστα, που να μπορέσω ίσως κάποτε να τ’ ανακαλύψω, άγνωστη γη με μάτι καθαρό. Μόνο αν τα γνωστά γίνουν άγνωστα έχω ελπίδα να ξαναγεννηθώ.
Δεν υπάρχουν χαρακτηρισμοί, δεν υπάρχουν ερμηνείες, ούτε κανόνες, ούτε κατηγορίες, ούτε ορισμοί. Το καθετί είναι μοναδικό, εξαίσια μοναδικό και μόνο.
Πρέπει να καταφέρω τη γενναιότητα να στέκομαι στο κενό. Να το παραδεχτώ πως, έτσι κι αλλιώς, κάθε στιγμή στην άκρη μιας αβύσσου στέκω. Με τα ψέματα παρηγορούμε τον ίλιγγο βέβαια, όμως βυθιζόμαστε σε ύπνο όλο και βαθύτερα.
Ο πανικός της ανάγκης σου, καλή μου, μ’ έσπρωχνε σε ψέματα και βυθιζόμουνα κι εγώ όλο και βαθύτερα. Θέλει υπομονή, θέλει έγνοια.
Το αληθινό γίνεται και ωριμάζει στον ορισμένο καιρό του, δε βρίσκεται προκατασκευασμένο. Κάθομαι ώρες στον κηπάκο μου με το καστανό χώμα και τα λαχανικά, με φυσά ο κρύος αέρας, σαν έπιπλο παλιό κι εγώ που αερίζεται, και συλλογιέμαι κάτω απ’ το χώμα τους σπόρους των μαρουλιών που φύτεψα. Τίποτα δε φαίνεται. Εκεί μέσα, στα υπόγεια, σπόροι, σκοτάδι, καιρός, υγρασία, χώμα, χυμοί, δουλεύουν τις μυστικές αλχημείες τους ώσπου ν’ ανθίσει μια μέρα η δικιά μου πράσινη σαλάτα.
Εγώ δεν είχα σε τίποτα υπομονή. Ήμουνα βίαια ανυπόμονος γι’ αυτό και καταστροφικός. Καταστροφέας και καταστραμμένος ξεβράστηκα σε τούτη τη σοφή και υπομονετική ερημιά μήπως κι η μοναξιά με διδάξει την τέχνη να γίνω καρτερικός. Εγωισμός είναι η ανυπομονησία, μάτια μου, το ξέρω. Μένος κατακτητικό είναι, απληστία. Κερδοσκοπία χωρίς κόπο, βιασμός καιρού, οκνηρία. Κι είμαι ακράτητα ανυπόμονος.
Είμαι κι εγώ ένας δυστυχής που καίγεται να ’ναι ευτυχισμένος.
Δεν μπορούμε να ’μαστε ευτυχισμένοι αν δε γίνουμε σωστοί, μάτια μου. Τίποτα δεν αποκτάς χωρίς πρώτα να γίνεις αντάξιός του.
Δεν άξιζα τις απαιτήσεις που είχα γι’ αυτό έμενα στο περίμενε. Να λυτρωθώ απ’ τις απαιτήσεις μου θέλω.
Πώς να μ’ αγαπήσεις με τον απόλυτο τρόπο που απαιτούσα αφού δεν ήμουνα καθόλου αξιαγάπητος. Άγριος ήμουνα, ασυνάρτητος, σπασμωδικός, υποκριτής, ζηλιάρης, γκρινιάρης, άγαρμπος κι όλα όσα μου έβγαζε η ανάγκη κι η εξάρτηση που με δυνάστευαν.
Η αγάπη δεν επιβάλλεται, η αγάπη εμπνέεται.

ΣΧΟΛΙΑ

Νατάσσα

Εξαιρετική συγγραφέας

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

xruso_klouvi_arthro

Ενα παραμύθι για την αξία της φιλίας που ομορφαίνει την ζωή μας