Φωνή λαού βοώντος εν τη ερήμω
Είναι η πρώτη φορά που αποφασίζω να γράψω ένα «μη νομικό και μη ακαδημαϊκό» άρθρο και το αποτολμώ γιατί ναι μεν ένοιωσα πρώτη εγώ αυτή την ανάγκη, αλλά κυρίως όμως γιατί μου το ζήτησαν ή μάλλον το απαίτησαν στενοί φίλοι αλλά και απλοί γνωστοί, με το επιχείρημα «είναι γνωστό ότι είσθε ανεξάρτητη και αδέκαστη και η γνώμη σας μετράει
Μπορείτε συνεπώς να τα πείτε, ενώ εμείς είμαστε οι απλοί εκλογείς και ψηφοφόροι που δεν μας λαμβάνουν υπόψη».
Καταρχάς η ιδιαίτερα υψηλή αποχή που δεν τιμά τη δημοκρατία μας στέλνει πολλαπλά πολιτικά μηνύματα, τα οποία δεν φαίνονται να διαβάζονται σωστά από το πολιτικό σύστημα. Το ίδιο ισχύει και για τις υποτιθέμενες ή πραγματικές μετακινήσεις ψηφοφόρων. Τόσον οι εκλογολόγοι όσον και οι επικοινωνιολόγοι φαίνεται να μην έχουν στενή σχέση με την πραγματικότητα και να μη αφουγκράζονται και αυτοί, όπως και οι πολιτικοί, τη φωνή του λαού που βοά στην έρημο.
Και φυσικά θα ξεκινήσω από την παντελή σχεδόν έλλειψη ενημέρωσης για το τι διακυβεύεται στις ευρωπαϊκές εκλογές, η οποία συνοδεύτηκε, από όλα τα κόμματα, από ένα – αδικαιολόγητα μακρύ – κατάλογο υποψηφίων που κατά μεγάλο μέρος επελέγησαν με κριτήριο την αναγνωρισιμότητά τους και όχι το αν διαθέτουν τα προσόντα για να μπορέσουν να εκπροσωπήσουν τη χώρα μας αξιοπρεπώς και επί της ουσίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ουδέποτε συζητήθηκε δημόσια ποια ήταν μέχρι σήμερα τα «επιτεύγματα» των ελλήνων ευρωβουλευτών και πώς εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα της χώρας μας ή της Ευρώπης στο Ευρωκοινοβούλιο. Εκείνο που προβλήθηκε, αντιθέτως, ήταν κάποια σκάνδαλα και κάποιες αντικυβερνητικές ενέργειες. Είναι εμφανές ότι εκείνο που ενδιέφερε πρωταρχικά τα κόμματα ήταν πώς θα «μαζέψουν» ψήφους, αφού για αυτά διακυβευόταν, καλώς ή κακώς, η θέση τους στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η όλη εικόνα δράσης των κομμάτων και των υποψηφίων θύμιζε αμιγώς εθνικές εκλογές.
Πέραν από την πρωτοφανή αποχή – που βρίσκεται όχι μόνον σε σχεδόν πρωτόγνωρα ύψη για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά και σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από το μέσο όρο των άλλων Κρατών μελών – μηνύματα εστάλησαν και από τα αποτελέσματα των εκλογών. Η αποχή ήταν μάλλον μια συνειδητή απόφαση μερίδας πολιτών που δεν επιθυμούσε να πάει και να καταψηφίσει ένα κόμμα, το οποίο τους εξέφραζε τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Προτίμησε να στείλει ένα σιωπηρό μήνυμα. Άλλοι πάλι προτίμησαν να στείλουν το μήνυμα πιο ηχηρά, αποσκοπώντας στην μείωση των ποσοστών του κόμματος που είχαν ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές και πιθανόν να ψήφιζαν εκ νέου. Ο αποστολέας των μηνυμάτων, δηλαδή ο λαός, και ο αποδέκτης, δηλαδή η πολιτική εξουσία, δεν φαίνεται όμως να διάβασαν τα μηνύματα με τον ίδιο τρόπο.
Το να μην αντιλαμβάνεται ή να μη παραδέχεται λ.χ. η κυβέρνηση ότι εξίσου αν όχι και περισσότερο από την ακρίβεια της στοίχισε ο τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα του γάμου των μη ετερόφυλων ζευγαριών είναι ωσεί να θέλει να αγνοεί την μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, και μάλιστα όχι μόνον ψηφοφόρων της, που δεν ήταν ώριμη να αποδεχθεί αυτό το μεγάλο βήμα και μάλιστα με τον ουσιαστικό, αλλά και επικοινωνιακό τρόπο με τον οποίο συντελέσθηκε. Είναι αρκετά δύσκολο να ξανακερδίσει αυτόν τον κόσμο η κυβέρνηση, χωρίς να ομολογήσει τις πολλαπλές αστοχίες της στο θέμα αυτό, αρχής γενομένης από τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και τους δημόσιους πανηγυρισμούς τους μέχρι τη μονομερή και μεροληπτική θέση της κρατικής τηλεόρασης.
Όπως όμως επιβεβαιώνεται και από τον τρέχοντα ανασχηματισμό, την κυβέρνηση δεν φαίνεται να προβλημάτισε ούτε το θέμα αυτό ούτε και άλλες δυσλειτουργίες στο έργο της, οι οποίες δεν περιορίζονται στην ακρίβεια. Ακόμη και για την τελευταία, που είναι κατά το 80% εισαγόμενη, ο απλός πολίτης αναρωτιέται πώς αντιμετωπίσθηκε ένας από τους υπαιτίους του υπολοίπου 20% της ακρίβειας που είναι η έλλειψη ανταγωνισμού. Αναμφιβόλως η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι ανεξάρτητη αρχή, όμως για τον διορισμό των μελών και τη στελέχωσή της σε τελευταία ανάλυση έχει το λέγειν η κυβέρνηση.
Από την άλλη, η αντιπολίτευση φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται ή δεν παραδέχεται ότι τους ψηφοφόρους, καλώς ή και κακώς, δεν απασχολούν σε πρώτη θέση ούτε οι υποκλοπές, ούτε το τραγικό πράγματι σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, ούτε το life style πολιτικών αρχηγών, ούτε οι προσωπικές φιλοδοξίες πολιτικών στελεχών που οδήγησαν σε κατακερματισμό των δυνάμεων της. Εκείνο που πρέπει να προσπαθήσει είναι να παρουσιάσει μια νέα ουσιαστική ατζέντα που θα της επιτρέψει όχι μόνο να ανακτήσει ψηφοφόρους της, αλλά και να κερδίσει νέους, κάτι που δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να είναι το κύριο μέλημά της.
Τέλος, και η λεγόμενη «ακροδεξιά» αντιπολίτευση ας αντιληφθεί και παραδεχθεί και αυτή το μήνυμα του λαού που, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν σημαίνει οπωσδήποτε «δεξιά» στροφή. Εισέπραξε θετικά ποσοστά από λάθη της Κυβέρνησης, με τα οποία συντάχθηκε και η εξ αριστερών αντιπολίτευση, και επιπλέον την ψήφισαν ακόμη και ψηφοφόροι της τελευταίας. Αυτοί όλοι δεν αποτελούν τη σταθερή της πελατεία, ώστε να μπορεί δικαιολογημένα να επαίρεται.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το άρθρο αυτό δεν θα ενθουσιάσει κανένα κόμμα. Θα έχει όμως πετύχει τον στόχο του, αν ανοίξουν λίγο οι πολιτικοί μας τα ώτα τους στη φωνή του λαού, την πηγή της δημοκρατικής τους νομιμοποίησης. Προς το παρόν όμως δεν φαίνεται η φωνή του λαού να τους απασχολεί ιδιαίτερα.
Βέβαιο είναι ότι οι όροι «δεξιός» και «αριστερός» έχουν χάσει – ίσως δυστυχώς ίσως και ευτυχώς – το πραγματικό νόημά τους. Ο κόσμος ενδιαφέρεται πλέον μόνον για το ποιος μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις σημερινές προκλήσεις και να εξασφαλίσει στο λαό μια αξιοπρεπή – ή μάλλον αξιοπρεπέστερη από ό,τι μπορούν οι άλλοι πολιτικοί – διαβίωση, ειδικά σε μια χρονική συγκυρία αφ’ ενός εμπόλεμης κατάστασης που αγγίζει την Ευρώπη και αφ’ ετέρου που κατακλύζεται από σοβαρά προβλήματα για την ίδια την ζωή του, όπως τα θέματα της κλιματικής αλλαγής και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ελλείψει και σοβαρής αντιπολίτευσης, ο λαός φαίνεται προς το παρόν να εμπιστεύεται ακόμη την κυβέρνηση. Αλλά για πόσο θα εξακολουθήσει αυτό και για πόσο χρόνο ακόμη ο λαός θα ανέχεται «το μη χείρον βέλτιστο»; Δεν πιστεύω άλλωστε ότι αυτός μπορεί να είναι ο στόχος και η φιλοδοξία της παρούσας κυβέρνησης, η οποία σε αυτά τα σχεδόν πέντε χρόνια διακυβέρνησης κατάφερε αδιαμφισβήτητα να ανυψώσει το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας μας στο εξωτερικό και να προχωρήσει σε αρκετές τομές στο εσωτερικό.
*Η Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Καταρχάς η ιδιαίτερα υψηλή αποχή που δεν τιμά τη δημοκρατία μας στέλνει πολλαπλά πολιτικά μηνύματα, τα οποία δεν φαίνονται να διαβάζονται σωστά από το πολιτικό σύστημα. Το ίδιο ισχύει και για τις υποτιθέμενες ή πραγματικές μετακινήσεις ψηφοφόρων. Τόσον οι εκλογολόγοι όσον και οι επικοινωνιολόγοι φαίνεται να μην έχουν στενή σχέση με την πραγματικότητα και να μη αφουγκράζονται και αυτοί, όπως και οι πολιτικοί, τη φωνή του λαού που βοά στην έρημο.
Και φυσικά θα ξεκινήσω από την παντελή σχεδόν έλλειψη ενημέρωσης για το τι διακυβεύεται στις ευρωπαϊκές εκλογές, η οποία συνοδεύτηκε, από όλα τα κόμματα, από ένα – αδικαιολόγητα μακρύ – κατάλογο υποψηφίων που κατά μεγάλο μέρος επελέγησαν με κριτήριο την αναγνωρισιμότητά τους και όχι το αν διαθέτουν τα προσόντα για να μπορέσουν να εκπροσωπήσουν τη χώρα μας αξιοπρεπώς και επί της ουσίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ουδέποτε συζητήθηκε δημόσια ποια ήταν μέχρι σήμερα τα «επιτεύγματα» των ελλήνων ευρωβουλευτών και πώς εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα της χώρας μας ή της Ευρώπης στο Ευρωκοινοβούλιο. Εκείνο που προβλήθηκε, αντιθέτως, ήταν κάποια σκάνδαλα και κάποιες αντικυβερνητικές ενέργειες. Είναι εμφανές ότι εκείνο που ενδιέφερε πρωταρχικά τα κόμματα ήταν πώς θα «μαζέψουν» ψήφους, αφού για αυτά διακυβευόταν, καλώς ή κακώς, η θέση τους στην ελληνική πολιτική σκηνή. Η όλη εικόνα δράσης των κομμάτων και των υποψηφίων θύμιζε αμιγώς εθνικές εκλογές.
Πέραν από την πρωτοφανή αποχή – που βρίσκεται όχι μόνον σε σχεδόν πρωτόγνωρα ύψη για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά και σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από το μέσο όρο των άλλων Κρατών μελών – μηνύματα εστάλησαν και από τα αποτελέσματα των εκλογών. Η αποχή ήταν μάλλον μια συνειδητή απόφαση μερίδας πολιτών που δεν επιθυμούσε να πάει και να καταψηφίσει ένα κόμμα, το οποίο τους εξέφραζε τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Προτίμησε να στείλει ένα σιωπηρό μήνυμα. Άλλοι πάλι προτίμησαν να στείλουν το μήνυμα πιο ηχηρά, αποσκοπώντας στην μείωση των ποσοστών του κόμματος που είχαν ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές και πιθανόν να ψήφιζαν εκ νέου. Ο αποστολέας των μηνυμάτων, δηλαδή ο λαός, και ο αποδέκτης, δηλαδή η πολιτική εξουσία, δεν φαίνεται όμως να διάβασαν τα μηνύματα με τον ίδιο τρόπο.
Το να μην αντιλαμβάνεται ή να μη παραδέχεται λ.χ. η κυβέρνηση ότι εξίσου αν όχι και περισσότερο από την ακρίβεια της στοίχισε ο τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα του γάμου των μη ετερόφυλων ζευγαριών είναι ωσεί να θέλει να αγνοεί την μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού, και μάλιστα όχι μόνον ψηφοφόρων της, που δεν ήταν ώριμη να αποδεχθεί αυτό το μεγάλο βήμα και μάλιστα με τον ουσιαστικό, αλλά και επικοινωνιακό τρόπο με τον οποίο συντελέσθηκε. Είναι αρκετά δύσκολο να ξανακερδίσει αυτόν τον κόσμο η κυβέρνηση, χωρίς να ομολογήσει τις πολλαπλές αστοχίες της στο θέμα αυτό, αρχής γενομένης από τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και τους δημόσιους πανηγυρισμούς τους μέχρι τη μονομερή και μεροληπτική θέση της κρατικής τηλεόρασης.
Όπως όμως επιβεβαιώνεται και από τον τρέχοντα ανασχηματισμό, την κυβέρνηση δεν φαίνεται να προβλημάτισε ούτε το θέμα αυτό ούτε και άλλες δυσλειτουργίες στο έργο της, οι οποίες δεν περιορίζονται στην ακρίβεια. Ακόμη και για την τελευταία, που είναι κατά το 80% εισαγόμενη, ο απλός πολίτης αναρωτιέται πώς αντιμετωπίσθηκε ένας από τους υπαιτίους του υπολοίπου 20% της ακρίβειας που είναι η έλλειψη ανταγωνισμού. Αναμφιβόλως η Επιτροπή Ανταγωνισμού είναι ανεξάρτητη αρχή, όμως για τον διορισμό των μελών και τη στελέχωσή της σε τελευταία ανάλυση έχει το λέγειν η κυβέρνηση.
Από την άλλη, η αντιπολίτευση φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται ή δεν παραδέχεται ότι τους ψηφοφόρους, καλώς ή και κακώς, δεν απασχολούν σε πρώτη θέση ούτε οι υποκλοπές, ούτε το τραγικό πράγματι σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, ούτε το life style πολιτικών αρχηγών, ούτε οι προσωπικές φιλοδοξίες πολιτικών στελεχών που οδήγησαν σε κατακερματισμό των δυνάμεων της. Εκείνο που πρέπει να προσπαθήσει είναι να παρουσιάσει μια νέα ουσιαστική ατζέντα που θα της επιτρέψει όχι μόνο να ανακτήσει ψηφοφόρους της, αλλά και να κερδίσει νέους, κάτι που δεν φαίνεται, τουλάχιστον προς το παρόν, να είναι το κύριο μέλημά της.
Τέλος, και η λεγόμενη «ακροδεξιά» αντιπολίτευση ας αντιληφθεί και παραδεχθεί και αυτή το μήνυμα του λαού που, τουλάχιστον στη χώρα μας, δεν σημαίνει οπωσδήποτε «δεξιά» στροφή. Εισέπραξε θετικά ποσοστά από λάθη της Κυβέρνησης, με τα οποία συντάχθηκε και η εξ αριστερών αντιπολίτευση, και επιπλέον την ψήφισαν ακόμη και ψηφοφόροι της τελευταίας. Αυτοί όλοι δεν αποτελούν τη σταθερή της πελατεία, ώστε να μπορεί δικαιολογημένα να επαίρεται.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το άρθρο αυτό δεν θα ενθουσιάσει κανένα κόμμα. Θα έχει όμως πετύχει τον στόχο του, αν ανοίξουν λίγο οι πολιτικοί μας τα ώτα τους στη φωνή του λαού, την πηγή της δημοκρατικής τους νομιμοποίησης. Προς το παρόν όμως δεν φαίνεται η φωνή του λαού να τους απασχολεί ιδιαίτερα.
Βέβαιο είναι ότι οι όροι «δεξιός» και «αριστερός» έχουν χάσει – ίσως δυστυχώς ίσως και ευτυχώς – το πραγματικό νόημά τους. Ο κόσμος ενδιαφέρεται πλέον μόνον για το ποιος μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις σημερινές προκλήσεις και να εξασφαλίσει στο λαό μια αξιοπρεπή – ή μάλλον αξιοπρεπέστερη από ό,τι μπορούν οι άλλοι πολιτικοί – διαβίωση, ειδικά σε μια χρονική συγκυρία αφ’ ενός εμπόλεμης κατάστασης που αγγίζει την Ευρώπη και αφ’ ετέρου που κατακλύζεται από σοβαρά προβλήματα για την ίδια την ζωή του, όπως τα θέματα της κλιματικής αλλαγής και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ελλείψει και σοβαρής αντιπολίτευσης, ο λαός φαίνεται προς το παρόν να εμπιστεύεται ακόμη την κυβέρνηση. Αλλά για πόσο θα εξακολουθήσει αυτό και για πόσο χρόνο ακόμη ο λαός θα ανέχεται «το μη χείρον βέλτιστο»; Δεν πιστεύω άλλωστε ότι αυτός μπορεί να είναι ο στόχος και η φιλοδοξία της παρούσας κυβέρνησης, η οποία σε αυτά τα σχεδόν πέντε χρόνια διακυβέρνησης κατάφερε αδιαμφισβήτητα να ανυψώσει το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας μας στο εξωτερικό και να προχωρήσει σε αρκετές τομές στο εσωτερικό.
*Η Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα, είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα