Με τον Τραμπ ή με το δίκαιο;
Παντελής Καψής

Παντελής Καψής

Με τον Τραμπ ή με το δίκαιο;

Όπως θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο η επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και η απαγωγή Μαδούρο αποδείχθηκε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια ακόμα αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης

Αφορμή το σημείο της δήλωσης Μητσοτάκη πως δεν είναι η ώρα «να σχολιαστεί η νομιμότητα» της επιχείρησης. Το ΠΑΣΟΚ την χαρακτήρισε ντροπιαστική ενώ ο Σύριζα υποστήριξε πως όσοι «σχετικοποιούν την εισβολή» είναι «κυνικοί και επικίνδυνοι».

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο Μητσοτάκης κινήθηκε ουσιαστικά στο ίδιο μήκος κύματος με τους περισσότερους ευρωπαίους ηγέτες. Οι Μερτς, Μακρόν και Στάρμερ απέφυγαν να ασκήσουν κριτική εκφράζοντας ικανοποίηση για την απομάκρυνση του Μαδούρο από την εξουσία. Χτυπητή εξαίρεση ήταν ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ο οποίος και σε άλλα ζητήματα έχει ακολουθήσει μια πολύ πιο κριτική στάση απέναντι στον Τραμπ. Παρότι και αυτός είπε πως η χώρα του δεν είχε αναγνωρίσει τον Μαδούρο δεν μάσησε τα λόγια του, καταδίκασε την αμερικανική παρέμβαση. Σίγουρα για τη στάση του αυτή μέτρησε και η ειδική σχέση της Ισπανίας με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Η απαγωγή Μαδούρο αποτελεί προφανώς μια βάναυση παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όταν συνοδεύεται μάλιστα από τις δηλώσεις Τραμπ για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δείχνει καθαρά πώς αντιλαμβάνεται ο αμερικανός πρόεδρος τις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τα υπόλοιπα κράτη. Σε επίπεδο αρχών λοιπόν η στάση των ευρωπαίων ηγετών είναι φυσικά βαθύτατα προβληματική. Αντανακλά ωστόσο το δίλημμα στο οποίο έχουν βρεθεί. Πώς θα μπορέσουν να ακολουθήσουν μια πολιτική σύμφωνη με τις αρχές και τα συμφέροντα της Ένωσης χωρίς να αποξενώσουν τις ΗΠΑ που τις έχουν ανάγκη τόσο αμυντικά όσο και οικονομικά. Η πολιτική που έχουν επιλέξει είναι να αποφύγουν με κάθε κόστος τη σύγκρουση. Το έκαναν στην οικονομία αποδεχόμενοι ουσιαστικά τους δασμούς Τραμπ. Θα το κάνουν όλα δείχνουν και στη περίπτωση Μαδούρο. Στην πραγματικότητα ομολογούν ότι η Ευρώπη εξαρτάται από τις ΗΠΑ. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της τους γεωπολιτικούς κινδύνους της νέας εποχής και θα κάνει όσες υποχωρήσεις χρειαστεί για να κρατήσουν ζωντανό τον ευρωατλαντικό άξονα. Ο χρόνος θα δείξει αν θα αφορά μόνο μια μεταβατική περίοδο. Αν δηλαδή αγοράζουν χρόνο ώστε να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους κυρίως αμυντικά αλλά και στον χώρο της οικονομία και της τεχνολογίας.

Ένα ανάλογο δίλημμα, ενδεχομένως και πιο σκληρό αντιμετωπίζει και η Ελλάδα. Η επιλογή που έχει κάνει τα τελευταία πολλά χρόνια είναι η στρατηγική σύμπλευση με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αυτή η προσέγγιση στηρίζεται σε δύο ουσιαστικά πυλώνες την οικονομία κυρίως στον τομέα της ενέργειας και την άμυνα. Πρόκειται για μια πολιτική την οποία ακολούθησαν όλα τα κόμματα που πέρασαν από την κυβέρνηση, του Σύριζα περιλαμβανομένου.

Κατά καιρούς βέβαια εκφράζονται ρητορικές διαφωνίες για τον μονόπλευρο χαρακτήρα αυτής της πολιτικής. Η Ελλάδα, υποστηρίζεται, θα πρέπει να έχει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να μην θεωρείται εκ των προτέρων δεδομένη. Πρόκειται για κριτική χωρίς βάση. Η Ελλάδα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει έτσι κι αλλιώς ένα ευρύ πλέγμα σχέσεων. Ούτε η παροχή διευκολύνσεων στις ΗΠΑ αναιρεί ανάλογες συμφωνίες που έγιναν με τρίτες χώρες για παράδειγμα με την Κίνα. Στην πραγματικότητα η κριτική αφορά τη στάση της Ελλάδας απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Όπου όμως η Ελλάδα απλώς συντάχθηκε με τους παραδοσιακούς της συμμάχους την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Το αντι-παράδειγμα που επικαλούνται όσοι ασκούν κριτική είναι της Τουρκίας η οποία κατά καιρούς, όχι τελευταία, έχει αυξήσει το ειδικό της βάρος εμφανιζόμενη ως διαμεσολαβητής στις συγκρούσεις. Είναι προφανές ότι η σύγκριση της Ελλάδας με την Τουρκία είναι από πολλές πλευρές αδόκιμη. Η Ελλάδα δεν έχει το οικονομικό μέγεθος της Τουρκίας, δεν έχει αμυντική βιομηχανία, δεν είναι έτοιμη να εμπλακεί σε περιφερειακές συγκρούσεις και δεν έχει και τους ίδιους γεωπολιτικούς στόχους που έχει η Τουρκία ως μια από τις ισχυρότερες μουσουλμανικές χώρες.

Υπάρχει ωστόσο και μια ακόμα πιο σημαντική παράμετρος. Η Ελλάδα κατάφερε να αναβαθμίσει τις σχέσεις της πρωτίστως με τις ΗΠΑ αλλά και με το Ισραήλ ακριβώς επειδή είναι μια χώρα με σταθερό προσανατολισμό στην εξωτερική της πολιτική. Μπροστά στην απρόβλεπτη Τουρκία οι ΗΠΑ επέλεξαν την εμβάθυνση των σχέσεων με την προβλέψιμη Ελλάδα. Τα αποτελέσματα είναι απτά, από τα F-35 ως τις ενεργειακές συμπράξεις. Αυτό που ορισμένοι θεωρούν μειονέκτημα αποτελεί το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Θα ήταν αστείο να το απεμπολήσουμε για οποιονδήποτε λόγο.

Δεν είναι πάντα εύκολο. Ενέργειες όπως η απαγωγή Μαδούρο αλλά και πρόσφατα η ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα εξ αιτίας των επιλογών Νετανιάχου, βάζουν σε δοκιμασία τις σχέσεις κυρίως στο επίπεδο της κοινής γνώμης. Πώς είναι δυνατόν μια χώρα η οποία στηρίζει την εξωτερική της πολιτική στο διεθνές δίκαιο να ανέχεται τέτοιες παραβιάσεις; Σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Στη θεωρία γιατί στην πράξη ισχύει ο αφορισμός του Λόρδου Πάλμερστον: τα έθνη δεν έχουν σταθερούς φίλους ή εχθρούς έχουν μόνο σταθερά συμφέροντα. Και καμιά χώρα δεν πάει αντίθετα στα συμφέροντα της.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης