Ο διαβήτης έχει συνέπειες σε όλο το σώμα, αλλά μία από τις λιγότερο γνωστές είναι ότι αυξάνει τον κίνδυνο περιοδοντικής νόσου και άλλων προβλημάτων που εκδηλώνονται στο στόμα.
Όπως ισχύει για όλες τις επιπλοκές του διαβήτη, έτσι και οι οδοντικές μπορούν να αποφευχθούν σε σημαντικό βαθμό με τον καλό γλυκαιμικό έλεγχο και με την προσεκτική στοματική υγιεινή όχι μόνο στο σπίτι αλλά και στο οδοντιατρείο.
Πώς μπορεί όμως να επηρεάσει το αρρύθμιστο σάκχαρο τη στοματική υγεία; «Η ιατρική έρευνα έχει καταδείξει πολλούς παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν στις στοματικές επιπλοκές του διαβήτη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η διαταραχή του μεταβολισμού του κολλαγόνου και της λειτουργικότητας πολλών κυττάρων του ανοσοποιητικού, όπως τα πολυμορφοπύρηνα, τα ουδετερόφιλα και τα μακροφάγα», απαντά η Δρ. Κατερίνα Δούμα-Μιχελάκη, DDS, PhD, ειδική Ορθοδοντικός Παιδιών και Ενηλίκων. «Αυτού του είδους οι διαταραχές ανοίγουν το δρόμο για πολλά προβλήματα, όπως η μειωμένη παραγωγή σιέλου, που προκαλεί ξηροστομία και έμμεσα ευνοεί την τερηδόνα αφού το σάλιο δρα προστατευτικά στα δόντια» λεει η ειδικός.
Επιπρόσθετα, μπορεί να ευνοήσει τη φλεγμονή και την αιμορραγία που σηματοδοτούν την ουλίτιδα και τα νοσήματα του περιοδοντίου, να αυξήσει την επιρρέπεια σε στοματικές λοιμώξεις από μύκητες όπως η καντιντίαση και ο ομαλός λειχήνας, να οδηγήσει σε απώλεια των δοντιών, να διαταράξει τη γεύση και φυσικά να επιβραδύνει την επούλωση τυχόν πληγών στο στόμα όπως κάνει σε όλο το σώμα. Ειδικά στα μικρά παιδιά, η συνέπεια μπορεί να είναι πρώιμη ανατολή των μόνιμων δοντιών.
Στον πυρήνα όλων αυτών των προβλημάτων βρίσκεται η υπεργλυκαιμία, δηλαδή το αυξημένο σάκχαρο (γλυκόζη) αίματος, που επιδεινώνει όλες τις παθογόνες διεργασίες με τις οποίες αναπτύσσεται λοίμωξη και φλεγμονή στο στόμα. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως, όταν προκαλείται αύξηση στην γλυκόζη του σάλιου, ευνοείται ο πολλαπλασιασμός των βακτηρίων του στόματος και διεγείρεται η ανάπτυξη φλεγμονής, ενώ επιταχύνονται οι μηχανισμοί αποδόμησης των υποστηρικτικών δομών (συνδετικός ιστός, οστά) των δοντιών. Επιπλέον, η αυξημένη γλυκόζη αίματος εξασθενεί το ανοσοποιητικό και έτσι ο οργανισμός γίνεται πιο ευάλωτος στις λοιμώξεις.
Τα οδοντικά προβλήματα είναι πολύ συνηθισμένα στα άτομα με διαβήτη. Υπολογίζεται ότι κατά την εποχή της διάγνωσής του, τουλάχιστον ένας στους πέντε πάσχοντες από τύπου 2 διαβήτη (είναι η πιο συχνή μορφή της νόσου, αφού αντιπροσωπεύει το σχεδόν 95% των κρουσμάτων) έχουν σοβαρή περιοδοντική νόσο με βλάβες στους ιστούς που στηρίζουν τα δόντια (από τα μαλακά μόρια μέχρι και το φατνιακό οστό) και ότι το ένα στα πέντε περιστατικά απώλειας δοντιών σχετίζεται με το αυξημένο σάκχαρο. Μελέτες έχουν δείξει πως ο ανεπαρκής γλυκαιμικός έλεγχος σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα και σοβαρότητα της περιοδοντικής νόσου, με τον βαθμό του γλυκαιμικού ελέγχου και τη διάρκεια του διαβήτη να σχετίζονται άμεσα με τη βαρύτητά της.
Η καντιντίαση στόματος επίσης είναι πολύ συνηθισμένη στα άτομα με διαβήτη επειδή ο υπαίτιος μύκητας, η Candida, ευημερεί όταν υπάρχουν υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο σάλιο. Η καντιντίαση δημιουργεί μία λευκωπή μεμβράνη στη γλώσσα και στο εσωτερικό μέρος των παριών (μάγουλα), ενώ είναι πιο συχνή στα άτομα που φοράνε οδοντοστοιχίες.