Αν και μεγάλωσε μέσα στην πιτσαρία του πατέρα του, στην οδό Παπαναστασίου, στο Αιγάλεω, ο Γιώργος Τσούλης δεν είχε μπει ποτέ στη διαδικασία να φτιάξει ο ίδιος κάποιο φαγητό ή να βοηθήσει τους γονείς του στην κουζίνα. Μέχρι τα 18 του χρόνια, τότε που πήγε να σπουδάσει σε σχολή μαγειρικής στην Αθήνα, με την προοπτική να αναλάβει κάποια στιγμή ο ίδιος την οικογενειακή επιχείρηση. «Δεν ήξερα να βράζω ούτε αυγό! Επαιζα απλά με τη ζύμη φτιάχνοντας μπαλάκια. Δεν με ενδιέφερε να το εξελίξω», λέει γελώντας και προσθέτει: «Ονειρό μου τότε ήταν να πάω να δουλέψω στη NASA! Ηθελα να γίνω αστροναύτης».
Το πρώτο φαγητό που ετοίμασε στη σχολή ήταν μια ψαρόσουπα -αποτυχημένη αρχικά γιατί είχε ξεχάσει να βάλει μέσα πατάτα για να δέσει, όπως λέει-, αλλά από την πρώτη στιγμή που μπήκε εκεί αισθάνθηκε ότι άλλαξε ο κόσμος του και ο τρόπος που φανταζόταν το μέλλον του μέχρι τότε. «Ενιωσα τόσο όμορφα. Σαν να βρισκόμουν σπίτι μου. Θυμάμαι ότι την πρώτη μέρα που μπήκε ο δάσκαλος στην τάξη και ρωτούσε τους συμμαθητές μου για ποιον λόγο είχαν πάει στη σχολή, όλοι έλεγαν “γιατί μ’ αρέσει η δουλειά”, “γιατί θέλω να γίνω σεφ”, “γιατί έχει πολύ καλά λεφτά”. Οταν έφτασε σε μένα εγώ είπα “έχω έρθει για να πάρω το χαρτί και να δουλέψω στην πιτσαρία του πατέρα μου”. Μόλις το ξεστόμισα, την ίδια στιγμή το μετάνιωσα. Η μαγειρική είναι πάθος».
«Με την Τζένη Μπαλατσινού ταιριάζουμε πολύ τηλεοπτικά. Με συμβουλεύει συνεχώς,
δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τη δουλειά μου, κάνει το παν για να είμαστε ενωμένοι ως ομάδα. Νιώθω ότι της χρωστάω πολλά», παραδέχεται στο «thema people» ο Γιώργος Τσούλης
Την πρώτη μέρα που ξεκίνησε να φοιτά στη σχολή θυμάται ότι είχε έρθει δίπλα του ένα αγόρι, ρωτώντας τον αν θα μπορούσε να καθίσει μαζί του επειδή ήταν από τη Θεσσαλονίκη και δεν γνώριζε κανέναν. Μετά πήγαν μαζί για καφέ κι έτσι ξεκίνησε η φιλία και η μετέπειτα συνεργασία τους. Ηταν ο Ακης Πετρετζίκης. «Τον συμπάθησα από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ήταν σαν να είχαμε την ίδια “βλακεία” στο κεφάλι, μια που με τον καιρό ανακαλύψαμε ότι είχαμε πολλά κοινά. Εκτός από τα γούστα μας στη μουσική. Ο Ακης ακούει πιο πολύ ξένα και ροκ, ενώ εγώ έχω πάθος με τα λαϊκά, όπως Κατερίνα Στανίση, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Βασίλη Καρρά, Χάρη Κωστόπουλο, Γιάννη Βλάση που έχει και το grande σουξέ “Σκας με νάζι στο Μπουρνάζι”. Πήγαινα τότε σε κάποιες ταβέρνες που έπαιζαν λαϊκά και ρεμπέτικα και όταν του έλεγα να έρθει μαζί μου εκείνος αρνιόταν λέγοντάς μου “δεν πατάω καν σ’ αυτά!”. Ο Ακης σήμερα είναι ένας από τους καλύτερούς μου φίλους. Εχω μάθει πολλά από αυτόν, συνεργαστήκαμε 8 χρόνια, είναι ένας από τους πολυτιμότερους ανθρώπους που έχω κοντά μου. Μέσα στην κουζίνα είχαμε μεταξύ μας τη σχέση chef και μάγειρα -δεν έμπαιναν φιλίες μέσα στη δουλειά-, έξω όμως από εκεί ήμασταν ξανά δύο κολλητοί. Απλώς, κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι αυτός ο κύκλος είχε κλείσει και έπρεπε να προχωρήσω σε κάτι καινούριο επαγγελματικά. Αλλωστε ως άνθρωποι συνεχίζουμε να έχουμε την ίδια σχέση που είχαμε και πριν. Χάρηκε με την τηλεοπτική μου συνεργασία με το MEGA και με συμβούλευσε τι να προσέξω, πού να επικεντρωθώ, να μην έχω άγχος και πως ό,τι βοήθεια χρειαστώ από εκείνον, θα την έχω. Αυτό που κρατώ από τον Ακη είναι εκείνο το “να είσαι τέλειος!” που μου έλεγε και πάνω στη δουλειά. Αυτό προσπαθώ. Εξάλλου δεν νιώθαμε ποτέ μεταξύ μας ανταγωνισμό γιατί είχαμε και οι δύο έναν κοινό σκοπό: το φαγητό. Το να δείξουμε στον κόσμο την ελληνική κουζίνα και πώς να μαγειρεύει εύκολα και απλά κανείς μέσα στο σπίτι του», λέει.
Η συνεργασία με την Τζένη Μπαλατσινού
Μέχρι το «Jenny Jenny» του MEGA, με παρουσιάστρια την Τζένη Μπαλατσινού, ο Γιώργος είχε εργαστεί στη «Χύτρα» και στη «Γαλάζια Χύτρα», με τον Νίκο Καραθάνο, τον Τάσο Στεφάτο, τον Στέφανο Κολιμάδη, ενώ, μαζί με τον Ακη Πετρετζίκη, με τον οποίο ξεκίνησαν να συνεργάζονται αμέσως μετά τη νίκη του στο «Master Chef», είχαν δουλέψει, μεταξύ άλλων, και με τον διάσημο σεφ Michel Roux, στο «Avenue». «Στην αρχή εργαζόμουν άπειρες ώρες καθημερινά. Ημουν ο “άι φέρε”, όπως το λέμε στη γλώσσα μας για τους βοηθούς μέσα σε μια κουζίνα. Πήγαινα στις 9 το πρωί και έφευγα στις 3 η ώρα το βράδυ, ενώ στο ενδιάμεσο μπορεί να κοιμόμουν για μισή ώρα το μεσημέρι πάνω σε κάποιον σάκο από πατάτες. Είχα αποκτήσει, όμως, τόσο πάθος με τη μαγειρική, που δεν μ’ ένοιαζε. Και ήθελα να εξελιχθώ δίπλα στους καλύτερους. Οσο με πίεζαν, όσο μου φώναζαν, τόσο πείσμωνα. Θα ανησυχούσα αν οι σεφ μου δεν ασχολούνταν μαζί μου. Από αυτούς τους ανθρώπους εισέπραξα την αγάπη και τη λεπτομέρειά τους για τη μαγειρική, για τις πρώτες ύλες, την ευτυχία που αισθάνονταν όταν πετύχαινε το φαγητό έτσι όπως ακριβώς το είχαν στο μυαλό τους», συμπληρώνει.
Η πρώτη φορά που γνωρίστηκε με την Μπαλατσινού ήταν πριν από δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια του «Πρωινού» που παρουσίαζε με τον Πέτρο Κωστόπουλο, όταν ο Ακης είχε κάποιον τραυματισμό στο χέρι του και δεν μπορούσε να μαγειρέψει μόνος του. «Από τότε μου είχε κάνει εντύπωση αυτή η γυναίκα: η ευγένειά της, το ειλικρινές ενδιαφέρον της, η αγάπη της στη μαγειρική. Οταν με πήραν τηλέφωνο από το MEGA για να με δουν για την εκπομπή της, είχα ενθουσιαστεί. Θεωρούσα ότι θα ταιριάζαμε πάρα πολύ τηλεοπτικά, όπως και έγινε. Ενιωσα οικεία με την Τζένη από την πρώτη στιγμή -γελούσαμε ήδη από τον “πιλότο” της εκπομπής. Με συμβουλεύει συνεχώς, δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τη δουλειά μου, κάνει το παν για να είμαστε ενωμένοι ως ομάδα. Νιώθω ότι της χρωστάω πολλά», σημειώνει.
«Στο παρελθόν μου έκαναν μπούλινγκ για το επώνυμό μου. Τώρα κάνω χιούμορ μ’ αυτό και χρησιμοποιώ αντίστοιχες λέξεις, όπως τσουλομαγειρέματα, τσουλοκαταστάσεις, τσουλοσυνταγές…»
Το μπούλινγκ στην παιδική ηλικία
Ο Γιώργος μεγάλωσε στο Αιγάλεω, αλλά πάντα έχει στη μνήμη του στιγμές που περνούσε τα καλοκαίρια με τη γιαγιά του, Ανδρομάχη, στο χωριό τους, τη Μανωλάδα, κοντά στην Πάτρα. Από μικρός θυμάται τον εαυτό του να παίζει μπάσκετ στη γειτονιά -κάποια περίοδο και επαγγελματικά-, να διαβάζει ελάχιστα, να είναι εξωστρεφής και πολύ κοινωνικός (όπως είναι και σήμερα) και να έχει πολλούς φίλους. «Λόγω της δουλειάς του στην πιτσαρία, θυμάμαι τον πατέρα μου να έρχεται μόνο 5 λεπτά στο σπίτι για να σβήσουμε την τούρτα των γενεθλίων μου, διότι έπρεπε να επιστρέψει στο μαγαζί. Γι’ αυτό, ίσως ενδόμυχα, να μην ήθελα ποτέ να μάθω να μαγειρεύω όσο ήμουν παιδί», εξηγεί.
Η εικόνα του Γιώργου τότε δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή, αφού μέχρι τα 15 του ζύγιζε περισσότερο από 100 κιλά, ενώ σήμερα είναι 78 κιλά. «Το κίνητρό μου για να χάσω τότε γύρω στα 35 κιλά ήταν τα κορίτσια, γιατί ήθελα κι εγώ να είχα ένα κορίτσι όπως οι συμμαθητές μου. Μέχρι τότε ήταν δύσκολα τα πράγματα για μένα, γιατί δεχόμουν ένα είδος μπούλινγκ, τόσο για το βάρος μου, όσο και για το επώνυμό μου. Ετσι, λοιπόν, ξεκίνησα να κάνω δίαιτα, τρώγοντας ελάχιστα, και να γυμνάζομαι εντατικά χάνοντας σε λίγους μήνες πάρα πολλά κιλά, ενώ παράλληλα άρχισα να αυτοσαρκάζομαι για το επώνυμό μου. Πείσμωσα! Κι έτσι ήταν θέμα χρόνου να σταματήσει όλο αυτό που γινόταν. Ηθελα να αλλάξει η καθημερινότητά μου, οπότε έπρεπε να αλλάξω εγώ ο ίδιος. Και μάλλον εκείνη η περίοδος ήταν η πιο κομβική της ζωής μου, γιατί πήρα σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον μου. Μάλιστα φέτος θα έλεγα ότι είναι η πρώτη φορά που νιώθω πως είναι χρήσιμο το επίθετό μου, γιατί μένει στον τηλεθεατή. Κάνω χιούμορ μ’ αυτό και χρησιμοποιώ αντίστοιχες λέξεις: τσουλομαγειρέματα, τσουλοκαταστάσεις, τσουλοσυνταγές... Εχει πλάκα και ο κόσμος το διασκεδάζει. Για πρώτη φορά νιώθω τόσο τυχερός στη ζωή μου!» λέει.
Κατά τη διάρκεια της εκπομπής, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, αναφέρθηκε και στην κοπέλα του, Μαριαλένα, «η οποία πολλές φορές δοκιμάζει τα φαγητά μου», όπως είπε. Είναι μαζί έναν χρόνο τώρα, αλλά προς το παρόν ο ίδιος δεν σκέφτεται για γάμο και παιδιά αφού προηγείται η καριέρα του. Στον ελεύθερο χρόνο του τού αρέσει να είναι μαζί, και να μαγειρεύει στο σπίτι κοκκινιστό, τάρτες, να φτιάχνει σαλάτες και γρήγορα γλυκά, όπως cupcakes, να δοκιμάζει καινούριες συνταγές και να τις ανεβάζει στον λογαριασμό του στο Instagram (giorgos_tsoulis) αλλά και στη σελίδα του στο Facebook, να πηγαίνει γυμναστήριο, να βρίσκεται με φίλους του και να χτυπάει στο σώμα του καινούρια tattoo (το πρώτο το έκανε στο πόδι, από τον αστράγαλο μέχρι το γόνατο, το τελευταίο πέρσι, το οποίο έχει αναφορές στη μαγειρική).
Φεύγοντας από την πιτσαρία των γονιών του, την «Pizza Milano», μου δίνει να δοκιμάσω ένα κομμάτι από τη δική του, με πιπεριά, ελιές, ζαμπόν και ντομάτες. «Δεν βαρέθηκες 27 χρόνια να τρως συνέχεια πίτσα;», τον ρωτώ. «Οχι! Νομίζω είναι και θέμα μνήμης. Είναι σαν να γεύομαι από την αρχή τα παιδικά μου χρόνια», μου απαντά.