Ζήτω η Ελληνική σαρδέλα!

Ζήτω η Ελληνική σαρδέλα!

Τίποτα δεν ευωδιάζει γλυκύτερα, ιδανικότερα, μεθυστικότερα …

Ζήτω η Ελληνική σαρδέλα!
Μέρες που περνάμε διαβάζουμε καθημερινά την ανάγκη να προτιμούμε τα δικά μας προϊόντα.

Αλλά φαίνεται όσες στατιστικές και να διαβάζουμε για τα οφέλη, μάλλον μας αφήνουν αδιάφορους. Έχουμε προσαρμοστεί πλήρως στο European style of living και ότι ήθελε προκύψει.

Αλήθεια τι γινόταν σχετικά και στην Παλιά Αθήνα. Για ποιο λόγο γεννήθηκε η έκφραση «Παπούτσι από τον τόπο σου ….»; Φαίνεται ότι και τα παλιά χρόνια η ξενομανία έδινε και έπαιρνε, ίσως μάλιστα και σε μεγαλύτερο βαθμό. Ο Δημήτρης Κορομηλάς γράφει σχετικά («Εφημερίς»  Δεκέμβριος 1915):

«Εις ένα κατάστημα των Χαυτείων, ανασκαλευτής  Αθηναίος εξετρύπωσεν γαλλικόν κρασί Μπωννέ, με τας εξής περίεργους ιδιότητας. Πρώτον, σερβίρεται, όχι εις ποτηράκι του λικέρ, όπως εις όλα τα καταστήματα, αλλά εις ποτήραρον της "ρετσίνας". Και ο ποτήραρος αυτός, στοιχίζει όχι μίαν δραχμήν, όπως θα ήτο λογικόν και νόμιμον, αλλά μόνον σαράντα λεπτά.

Κλείσιμο


Εύρημα, λοιπόν, πρώτης τάξεως δι' ανθρώπους λεπτών γούστων και ισχνών βαλαντίων. Και ο ανασκαλευτής το ανεκοίνωσεν εμπιστευτικώς εις τους εκλεκτότερούς του φίλους, ως εις το πλείστον λογίους και καλλιτέχνας.

-Ελάτε να πιήτε Μπωννέ χάρισμα.
Έκτοτε, εις το κατάστημα εκείνο, εσχηματίζετο κάθε βράδυ ένας μικρός κύκλος εντελλεκτυέλ, οι οποίοι εξώδευαν μίαν τουλάχιστον μποτίλλιαν. Και όλοι είχαν την ιδέαν και την υπέρτατην ευχαρίστησιν, ότι έπιναν γνήσιον γαλλικόν κρασί, άφθονον και αντί σαράντα, μόνον, λεπτών.

Ένα βράδυ, όμως, εις τον κύκλον προσετέθη και κάποιος ολιγώτερον εντελλεκτυέλ αλλά περισσότερον κρασογνώστης, ο οποίος εξήγησε τας περιέργους ιδιότητας του Μπωννέ εκείνου, βεβαιώσας τους φίλους, ότι επρόκειτο απλώς περί ελληνικού μοσχάτου, καταλλήλως μετημφιεσμένου.

-Α, έτσι.

-Έτσι βέβαια. Πως αλλοιώς θα σας τώδιναν τόσο φθηνά;

-Κρίμα...

-Και γιατί κρίμα; Σας αρέσει, ναι ή όχι; Κι' αν σας αρέσει, τι σας νοιάζει αν είνε γαλλικό ή ελληνικό;

Αλλοίμονον εις τους ανθρώπους εκείνους, το ως προς ολίγον "θαυμάσιον" κρασί έπαυσε να αρέση. Ήρκεσε να μάθουν εγκύρως ότι ήτο ελληνικόν, ντόπιο, δια να χάσουν αμέσως κάθε ιδέαν. Και δεν το είπαν μεν καθαρά και ξάστερα, ο φίλος των όμως το ενόησεν από τα μούτρα των. Ακόμη και από την ελάττωσιν... των παραγγελιών. Διότι μερικοί που δεν είχαν πάρη ακόμη το τακτικόν ποτήραρον, επροτίμησαν εκείνο το βράδυ να παραγγείλουν ένα φρέσκο εκμέκ καταΐφ. Ξεύρεις τι τρως επί τέλους...

Εις το πείσμα των τότε ο κρασογνώστης, ο ξεμακαρευτής, επήρε και δεύτερον ποτήρι ψευτο-μπωννέ, το οποίον συνώδευσε μ' ένα παξιμάδι της βανίλλιας και με την ακόλουθον παροίνειον... προσλαλιάν:

"Αγαπητοί μου φίλοι, να μου επιτρέψετε να σας πω, ότι τα ελληνικά προϊόντα μου αρέσουν καλλίτερα από τα ξένα και όχι μόνον μου αρέσουν, αλλά είνε και πράγματι ανώτερα. Αυτό παραδείγματος χάριν το κρασί από μοσχάτο σταφύλι της Κεφαλληνίας, που ωρισμένως δεν έχουν τέτοιον ούτε στο Μπωννέ ούτε σ' όλην την Κοτ-ντ-Ορ, είνε πολύ πιο εύγευστο από το γνήσιο. Δηλαδή, μπορώ να σας πω, αυτό είνε το γνήσιο και το άλλο είνε το ψεύτικο, γιατί εκεί την πρώτη ύλη που λείπει αναπληρώνει η πάντα ψεύτικη τέχνη.



Πάρτε τώρα τα τυριά. Ποιο ευρωπαϊκό τυρί συγκρίνεται στην ουσία, στο άρωμα, τη λεπτή γεύση με μερικά ελληνικά και προ πάντων άσπρα; Η μόνη υπεροχή των ευρωπαϊκών, είνε ότι τα συσκευάζουν με περισσότερο λούσο και ότι τα κάνουν, ώστε να διατηρούνται. Αλλά ούτε το λούσο προσθέτει βέβαια στη γεύσι, ούτε τα δικά μας έχουν ανάγκην από διατήρησιν. Τα τρώμε, φίλοι μου, τα τρώμε. Πηγαίνετε έξαφνα στου Βούζα, να ξαναπάρετε και σήμερα από το τυρί που σας τρέλανε χθες, δεν θα βρήτε ούτε ψίχουλον.

Αμ οι σαρδέλλες; Μα σας παρακαλώ, κύριοι. Θα τολμούσε κανείς να ισχυρισθή ότι οποιαδήποτε ευρωπαϊκή, του κουτιού, από όποια  θάλασσα βόρεια και υπερβόρεια, είνε καλλίτερη απ' τη δική μας, του βαρελιού; Λοιπόν, εγώ ισχυρίζομαι ότι βρώμα εις τον κόσμον δεν ευωδιάζει γλυκύτερα, ιδανικώτερα, μεθυστικώτερα από μια ελληνική σαρδέλλα, τη στιγμή που τραβιέται από τα βάθη του βαρελιού.

Λέγουν ότι τα ορεκτικά ανοίγουν την πόρτα της ορέξεως με αντικλείδι. Ε, η σαρδέλλα που ευωδιάζει, τη ρίχνει κάτω με κλωτσιά. Αλλά όχι να τη βάλης στο ξύδι. Με λάδι μόνο και με λίγο πιπεράκι, τότε είνε τρέλλα".

Εσταμάτησε δια να πιη. Και την στιγμήν που ύψωνε το ποτήρι του, πρόσθεσεν:
"Ζήτω η Ελληνική σαρδέλλα!".

Και καλά με τόσες ελλείψεις σε μέσα ας πούμε ότι οι πρόγονοί μας όλο είχαν και κάποια δικαιολογία. Εμείς όμως; Εσείς τι λέτε;


Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)



Διαβάστε περισσότερα στο www.paliaathina.com



Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης