Με τους σχεδιασμούς του πρώην πρωθυπουργού
Αντώνη Σαμαρά να αποτελούν βασικό θέμα συζήτησης στην πολιτική πιάτσα, στο Μέγαρο Μαξίμου αντιλαμβάνονται ότι θα πρέπει να υπάρχει μια πιο συνεκτική στρατηγική αντιμετώπισης ενός τέτοιου εγχειρήματος, σε περίπτωση που κάνει πρεμιέρα σε λίγους μήνες.
Και μπορεί ο κ. Σαμαράς να κρατά επτασφράγιστο μυστικό τον χρόνο των όποιων ανακοινώσεών του, εντούτοις αρμόδιες πηγές επισημαίνουν ότι, εφόσον ο κ. Σαμαράς κάνει κόμμα, τότε θα αντιμετωπιστεί από τη
Νέα Δημοκρατία ως πολιτικός αντίπαλος. Χωρίς βεβαίως να μηδενίζεται η προσφορά και η διαδρομή του, σε κάθε περίπτωση όμως ως πολιτικός αντίπαλος.
Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετές συζητήσεις προκάλεσε χθες η αποστροφή του αντιπροέδρου της ΝΔ και υπουργού Υγείας
Άδωνι Γεωργιάδη για τους πιθανούς… όρους μιας δυνητικής συνεργασίας με το κόμμα Σαμαρά, σε περίπτωση που μετεκλογικά δεν βγαίνουν τα νούμερα για μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ.
Απαντώντας σε ερώτηση στο ραδιόφωνο των Παραπολιτικών, ο κ. Γεωργιάδης υπογράμμισε ότι «εφόσον ο ελληνικός λαός επιλέξει το κόμμα του κ. Σαμαρά να είναι στη Βουλή προφανώς θα μιλάγαμε και με τον Σαμαρά για πιθανή μετεκλογική συνεργασία, αλλά εάν ο όρος είναι με άλλον πρωθυπουργό αυτό δεν μπορεί να γίνει». Ο κ. Γεωργιάδης επίσης εκτίμησε ότι ένα κόμμα Σαμαρά «μπορεί να μας βλάψει ως προς την συντηρητική μας ψήφο μπορεί, προφανώς κάτι θα μας κόψει»,
με την GPO να αποτυπώνει τη δυνητική επιρροή ενός νέου τέτοιου κόμματος πάνω από το 12%. Βεβαίως όλοι οι δημοσκόποι εκτιμούν ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα ανακατέψει γενικώς τον χώρο από τη ΝΔ και δεξιά, επηρεάζοντας και το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού.
Κάποιοι διάβασαν πίσω από αυτή την αποστροφή του κ. Γεωργιάδη μια πιθανή γέφυρα προς τον πρώην πρωθυπουργό, με έναν σαφή και απαράβατο όρο για την επόμενη μέρα. Άλλοι πάντως είναι της άποψης ότι μια τέτοια συζήτηση σε ευρεία έκταση και σε αυτό το χρονικό σημείο δεν ευνοεί τον στόχο της ΝΔ για συσπείρωση δυνάμεων-που εξυπηρετείται από την επανεμφάνιση Τσίπρα και την αναρρίχηση του κόμματός του στη δεύτερη θέση όλων των μετρήσεων-και μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε χαλαρή ψήφο των ώρα των εκλογών. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον στόχο του κ. Μητσοτάκη για τη μέγιστη δυνατή συσπείρωση των ώρα της κάλπης, καθώς έχει αρκετές φορές μιλήσει για μια και μόνη κάλπη, σε μια προσπάθεια να ξορκίσει τη «χαλαρή ψήφο».
«Απέναντι σε υποθετικά σενάρια (όπως αυτό για την πιθανότητα συνεργασίας με ενδεχόμενο «κόμμα Σαμαρά»), εμείς απαντούμε με κάποια μη διαπραγματεύσιμα ζητήματα, όπως είναι ο σεβασμός στην ετυμηγορία των πολιτών», τονίζουν από την
κυβέρνηση, ενώ προσθέτουν παράλληλα ότι οι πολίτες εκλέγουν τους πρωθυπουργούς «και όχι κάποιοι σε κλειστές πόρτες».
«Δεν βάζουμε σε διαπραγμάτευση τα αυτονόητα, που είναι ο σεβασμός στην ετυμηγορία των πολιτών, το ποιο θα είναι το κυβερνών κόμμα, για τον τρόπο που θα κυβερνηθεί η χώρα, αλλά και για το πρόσωπο, το οποίο θα το επιλέξουν οι πολίτες και κανένας άλλος», τονίζουν από το
Μέγαρο Μαξίμου.
Προφανώς η συζήτηση για συνεργασίες και για την επόμενη μέρα των
εκλογών θα τίθεται όλο και εντονότερα προς τα στελέχη της ΝΔ, όσο πλησιάζουμε πιο κοντά στις κάλπες και όσο οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν το κυβερνών κόμμα στην περιοχή του 30%, αλλά ακόμα μακριά από το ποσοστό της αυτοδυναμίας.
Στο Μέγαρο Μαξίμου μετρούν και αυτές τις μέρες αναλυτικά για να έχουν μια αίσθηση του πολιτικού πεδίου πριν την ανάπαυλα του θέρους και θα επανέλθουν σε περιβάλλον μετρήσεων στις αρχές Σεπτεμβρίου. Πάντως η στρατηγική επίκληση της ανάγκης αυτοδυναμίας δεν θα εγκαταληφθεί, καθώς στόχος είναι η μέγιστη δυνατή συσπείρωση των ψηφοφόρων του 2023 που έδωσαν ευρεία πλειοψηφία στο κυβερνών κόμμα.