Το
ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «
Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει» που επιλέχθηκε για το σημερινό θέμα στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στην πρεμιέρα των
Πανελλαδικών, ξεφεύγει από τη στενή έννοια του «διδακτικού» κειμένου, όπως σχολιάζουν κύκλοι φιλολόγων.
Πρόκειται για ένα
«ποίημα-σάλπισμα», αναφέρουν χαρακτηριστικά, που
παραπέμπει σε μία προτροπή να ζήσεις χωρίς φόβο, να αποτινάξεις τη θλίψη και να υπερασπιστείς τη χαρά ως στάση ζωής. Κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη συγκεκριμένη επιλογή τόσο ενδιαφέρουσα σε μια εποχή κοινωνικής κόπωσης, αβεβαιότητας και διάχυτης ψυχικής πίεσης στους νέους.
Πίεση,
που φέτος συζητήθηκε όσο λίγες φορές – κι ας είναι μία κατάσταση που διαχρονικά βαραίνει τους υποψηφίους.
Το ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου:
«Αρκεί.
Χτύπα τη θλίψη καταγής
Και πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια.
Πρέπει να πολεμήσης να χαρής
Κι ακόμα να χαρής
Κι όχι να πίνης ξύδι -όποιος κι αν στο δίνει
Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο «δε με μέλλει»
Ορθό-κοφτό σαν βλύσμα κραυγής γλάρου
Πρέπει να γυμνωθής
Κι αν στολιστής να στολιστής με αχάτη.
Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε
Μα πρώτα πρέπει να ανασάνης μπροστά στον ήλιο
Κι αφού λυτρώσεις στην ψυχή σου τον οίστρο του βαρβάρου
Έβγα στο δρόμο.
Κ’ εκεί,
Προ πάντων,
Μην φοβηθείς το πάτημά σου».
Η ανάλυση του ποιήματος
Η πρώτη εντύπωση, θα πουν οι ειδικοί, είναι η ένταση των προστακτικών: «Χτύπα τη θλίψη καταγής»,
«πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια», «βγες στο δρόμο». Ο
ποιητής περισσότερο διατάζει, παρά συμβουλεύει. Στη σφαίρα του Εμπειρίκου, η ζωή δεν είναι παθητική αναμονή αλλά διαρκής κατάκτηση. Η χαρά παρουσιάζεται ως το αποτέλεσμα ενός διαρκούς αγώνα αντί απλώς για ένα συναίσθημα που «φτάνει» στη ζωή κάποιου ως κάτι αναμενόμενο ή ως μέρος μίας συνήθους διαδικασίας.
«Πρέπει να πολεμήσης να χαρής». Σε αυτό το σημείο, το ποίημα αποκτά μια εντυπωσιακά σύγχρονη διάσταση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σημερινοί υποψήφιοι είναι μία γενιά, που μεγάλωσε με αλλεπάλληλες κρίσεις —οικονομική, πανδημία, εργασιακή ανασφάλεια, ψηφιακή εξάντληση— η χαρά αναδεικνύεται σε ‘πράξη αντίστασης’.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθεί ότι ο
Εμπειρίκος γράφει το ποίημα το 1934, δηλαδή σε μια
Ευρώπη, που βαδίζει προς τη σκοτεινή δεκαετία του πολέμου και του ολοκληρωτισμού. Παρ’ όλα αυτά, δεν επιλέγει τον τόνο της απαισιοδοξίας.
Αντιθέτως, προτείνει μια σχεδόν εκρηκτική υπεράσπιση της ζωής. Αυτή η αντίφαση, δηλαδή η ισορροπία ανάμεσα στην ιστορική αγωνία και ταυτόχρονα στον ύμνο για τη ζωτικότητα, δημιουργεί έναν πολύ δυνατό παραλληλισμό με το σήμερα, που μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ. Και ίσως εξηγεί γιατί το συγκεκριμένο ποίημα «μιλά» τόσο έντονα σε μαθητές που δίνουν εξετάσεις σε μια εποχή αδιάκοπης πίεσης και διαρκούς αξιολόγησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η φράση «Τώρα σου πρέπει μέλι κι ένα ποτήρι γιομάτο “δε με μέλλει”». Όπως υπογραμμίζουν φιλόλογοι, «εδώ ο ποιητής μοιάζει σχεδόν αντισυμβατικός απέναντι στη νεοελληνική κουλτούρα του άγχους και της διαρκούς μέριμνας. Το «δε με μέλλει» είναι απελευθέρωση από την τυραννία του φόβου και όχι αδιαφορία».
Σε μια κοινωνία όπου οι νέοι συχνά καλούνται να αποδείξουν συνεχώς την αξία τους, μέσα από μία διαρκή αναζήτηση διακρίσεων σε βαθμούς, πτυχία, δεξιότητες ή πλούσια βιογραφικά, ο Εμπειρίκος
έρχεται να υπενθυμίσει ότι η ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν διαρκή μηχανισμό επίδοσης.
Το πιο τολμηρό ίσως σημείο του ποιήματος είναι η προτροπή: «
Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε».
Εδώ εμφανίζεται καθαρά ο υπερρεαλιστής Εμπειρίκος, ο ποιητής που συνέδεσε την ελευθερία με την επιθυμία και την ψυχική αποδέσμευση. Ανοίγει έτσι μία ‘συζήτηση’ γύρω από τη σχέση των σημερινών νέων με την αυθεντικότητα, με την ελευθερία να επιθυμείς, να αλλάζεις, να δοκιμάζεις, να εκφράζεσαι έξω από κοινωνικά στερεότυπα.
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του ποιήματος, σύμφωνα με τους ειδικούς, συγκεντρώνεται στο καταληκτικό «Μην φοβηθείς το πάτημά σου», το οποίο μπορεί κανείς να εισπράξει περισσότερο σαν ένα ‘σύνθημα ενηλικίωσης’.
Άλλωστε, οι Πανελλαδικές είναι από μόνες τους ένα τελετουργικό πέρασμα από την προστατευμένη ζωή του σχολείου στην αβεβαιότητα της προσωπικής διαδρομής, στην αναδυόμενη ενηλικίωση.
Με αυτή την έννοια, το ποίημα του Εμπειρίκου πέρα από τον συμβολισμό του, μοιάζει να απευθύνεται στους υποψηφίους σαν να τους έχει μπροστά του. Σαν να θέλει να λειτουργήσει απέναντί τους ως ένα ‘αντι-μανιφέστο στην κουλτούρα της παραίτησης’, που συχνά αποτελεί τον κανόνα. Στην ουσία, πρόκειται για ένα ποίημα που λέει στους νέους ότι η ζωή δεν αρχίζει «όταν τελειώσουν οι εξετάσεις», αλλά όταν πάψεις να φοβάσαι το βήμα σου.