Όσοι τον γνώρισαν στα μαθητικά του χρόνια, στο 2ο Γυμνάσιο της οδού Ικτίνου, μιλούν για έναν άνθρωπο που ξεχώριζε χωρίς προσπάθεια. Κοινωνικός, αρχηγικός, με έντονο χιούμορ και φιλοδοξία, ο
Λάκης Ραπτάκης έδειχνε από νωρίς ότι δεν θα ακολουθούσε μια συμβατική πορεία.
Δεν περίμενε τις ευκαιρίες, τις δημιουργούσε. Με δανεικά από συγγενικά πρόσωπα, τόλμησε το πρώτο του επαγγελματικό άνοιγμα στη
διασκέδαση, χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνη η απόφαση θα τον οδηγούσε στην κορυφή της ελληνικής νύχτας.
Το 1978 κάνει την κίνηση που αλλάζει τα δεδομένα. Ανοίγει το
Tiffany’s στη Θεσσαλονίκη. Η disco κουλτούρα, σχεδόν άγνωστη μέχρι τότε, γίνεται τρόπος ζωής. Το μαγαζί τραβά το κοινό του κέντρου, δημιουργεί ουρές και μετατρέπει τον Ραπτάκη σε πρωταγωνιστή μιας νέας εποχής.
Η συνέχεια είναι καταιγιστική. Ακολουθούν το ομώνυμο μπαρ-εστιατόριο, η
Disco 51 στην Κορομηλά – εμπνευσμένη από το θρυλικό Studio 54 της Νέας Υόρκης, το
Privé σε καλοκαιρινή και χειμερινή εκδοχή, το
Loft σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και η τολμηρή μετατροπή παλιών βιομηχανικών χώρων σε clubs, όπως το
Φιξ. Κάθε νέο άνοιγμα έμοιαζε να επιβεβαιώνει τον ίδιο κανόνα, ό,τι άγγιζε, πετύχαινε.
Η επιτυχία δεν στηριζόταν στην τύχη. Ο Ραπτάκης ταξίδευε ασταμάτητα στο εξωτερικό και έφερνε πρώτος στην Ελλάδα ό,τι έβλεπε να λειτουργεί. Μουσικές, αισθητική, concepts, ακόμη και λεπτομέρειες λειτουργίας που σήμερα μοιάζουν θρυλικές.
Για εκείνον, η νύχτα ήταν σχέδιο, μαθηματικά και ένστικτο μαζί. Έτσι έφτασε να διαχειρίζεται δεκάδες χώρους διασκέδασης και να βρίσκεται στο επίκεντρο της λεγόμενης «χρυσής εποχής» του
nightlife, γνωρίζοντας από κοντά καλλιτέχνες, επιχειρηματίες και πρόσωπα που διαμόρφωναν τις τάσεις της εποχής.
Παράλληλα με την επαγγελματική του άνοδο, η προσωπική του ζωή απασχόλησε έντονα τα μέσα ενημέρωσης και τα περιοδικά κοινωνικής κριτικής. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο θυελλώδης έρωτάς του με τη
Βάνα Μπάρμπα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας. Η σχέση τους θεωρήθηκε από τις πιο πολυσυζητημένες της showbiz, με πολλούς να πιστεύουν ότι θα κατέληγε ακόμη και σε γάμο.
Ο χωρισμός τους, ωστόσο, ήταν επεισοδιακός, με καταγγελίες και δικαστικές μάχες που ξεπέρασαν τα στενά όρια της ιδιωτικής ζωής. Με το πέρασμα του χρόνου, το κεφάλαιο αυτό έκλεισε οριστικά και οι δύο πλευρές κράτησαν αποστάσεις από το παρελθόν, αφήνοντας πίσω τους μια ιστορία που σφράγισε τη δεκαετία.
Η μεγάλη καμπή στην επαγγελματική του διαδρομή ήρθε όταν επιχείρησε το άνοιγμα στο εξωτερικό, και ειδικά στη Νέα Υόρκη. Το όνειρο ζωής εξελίχθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο, με μεγάλα χρέη και απώλειες που σηματοδότησαν την αρχή της παρακμής. Ο ίδιος μιλούσε ανοιχτά γι’ αυτό. Ρίσκαρε πολλά και πλήρωσε το τίμημα, χωρίς ποτέ να κρυφτεί πίσω από δικαιολογίες.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κινήθηκε μακριά από τα φώτα. Διατηρούσε περιορισμένη παρουσία στον χώρο, παρακολουθώντας μια νύχτα που, όπως έλεγε, δεν είχε καμία σχέση με εκείνη που ο ίδιος γνώρισε και δημιούργησε. Είχε μιλήσει για επιστροφή στη Θεσσαλονίκη, όμως το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ίσως γιατί γνώριζε πως οι εποχές δεν επαναλαμβάνονται.
Ο Λάκης Ραπτάκης έφυγε από τη ζωή έπειτα από αιφνίδια καρδιακή ανεπάρκεια, βάζοντας οριστικό τέλος σε μια διαδρομή σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών στη νύχτα. Με τον θάνατό του δεν χάθηκε απλώς ένας επιχειρηματίας. Έκλεισε ένας κύκλος. Τα φώτα χαμήλωσαν για μια εποχή υπερβολής, δημιουργίας και ρίσκου μια εποχή που είχε άρχοντα και το όνομά του ήταν Λάκης Ραπτάκης.