Χωρίς τη ΓΣΕΕ η διαβούλευση για τον κατώτατο μισθό - Τρεις κινδύνους επισημαίνει ο ΣΕΒ

apergia

Οι συνομιλίες ξεκινούν αύριο το μεσημέρι με την Συνομοσπονίδα να έχει αποφασίσει αποχή - Χαρακτηρίζει τον καθορισμό κατώτατου μισθού ως κατάλυση του δικαιώματος των εργαζομένων να διαπραγματεύονται συλλογικά και ελεύθερα

Χωρίς την παρουσία της ΓΣΕΕ η οποία αποφάσισε να απέχει από τη διαδικασία, ξεκινάει αύριο το μεσημέρι στο υπουργείο εργασίας η προφορική διαβούλευση των κοινωνικών εταίρων για τον κατώτατο μισθό.

Η Συνομοσπονδία γνωστοποίησε την απόφαση της διοίκησης της ολομέλειας με επιστολή που απέστειλε στον Πρόεδρο της Επιτροπής Συντονισμού της Διαβούλευσης, για τον κατώτατο μισθό.

Η Συνομοσπονδία, που διαφώνησε τεκμηριωμένα και από την πρώτη στιγμή στη νομοθετική διάταξη του 2013, συνεχίζει να αντιτίθεται στην μετά 5 χρόνια εφαρμογή της.

Στην επιστολή, η οποία κοινοποιείται και στους υπόλοιπους κοινωνικούς εταίρους, η ΓΣΕΕ χαρακτηρίζει τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από την κυβέρνηση ως κατάλυση του δικαιώματος των εργαζομένων να διαπραγματεύονται συλλογικά και ελεύθερα, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση της για επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και την επαναφορά της ευθύνης καθορισμού του ύψους του κατώτατου μισθού, μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, στους κοινωνικούς εταίρους.

Υπέρ της αύξησης του κατώτατου μισθού υπό προϋποθέσεις τάσσεται ο ΣΕΒ στη δική του ανάλυση , συνδέοντας το ύψος της αύξησης με τη μέση παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Ο σύνδεσμος επισημαίνει τους κινδύνους που μπορεί να προκληθούν από την αύξηση του μισθού στις επιχειρήσεις που δεν έχουν ξεπεράσει τα προβλήματα της κρίσης και στους κλάδους που βασίζουν τη διεθνή τους ανταγωνιστικότητα στο υφιστάμενο ύψος του ονομαστικού μισθολογικού κόστους και του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας.

Επίσης , εκτιμά ότι μέρος των μικρών επιχειρήσεων θα στραφούν στη σε ημιδηλωμένη ή αδήλωτη για να αποφύγουν την αύξηση του μισθολογικού κόστους.

«Η πραγματικότητα είναι- επισημαίνει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο του δελτίο- ότι μεγάλο μέρος της αγοράς μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού τομέα (1/4) έχει αμοιβές κάτω των 600 ευρώ, ιδίως σε κλάδους όπως η εστίαση (25,5%) και το εμπόριο (22,7%), το 56% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα εργάζεται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έως 49 εργαζομένων, ενώ το 77% των μισθωτών στις μικρές επιχειρήσεις αμείβονται με αποδοχές κατώτατου και υποκατώτατου μισθού. Με αυτά τα δεδομένα που προκύπτουν από τα στοιχεία της του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, καθώς αντανακλούν τη σημερινή εργασιακή πραγματικότητα, η επίπτωση στην αγορά εργασίας από την όποια αύξηση του κατώτατου μισθού δεν θα είναι αμελητέα. Και είναι πολύ πιθανό ότι θα μεγαλώσει η ήδη διαδεδομένη αδήλωτη ή ημιδηλωμένη εργασία, όταν, μάλιστα, οι δυνατότητες ελέγχου για την τήρηση της εργασιακής νομοθεσίας στις μικρές επιχειρήσεις είναι τουλάχιστον περιορισμένες αν όχι ελλιπείς. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά την πιθανή θετική επίπτωση μιας αύξησης της ζήτησης, στην Ελλάδα της αποδυναμωμένης παραγωγικής βάσης, των αδύναμων εξαγωγών και της υψηλής ροπής προς κατανάλωση και εισαγωγές, μια προσπάθεια τεχνητής τόνωσης της ζήτησης, που δεν προέρχεται από αύξηση της παραγωγικότητας, θα πάει σε «ξένες τσέπες», διευρύνοντας περαιτέρω το εμπορικό έλλειμμα. Έτσι όμως δεν υποστηρίζονται οι βιώσιμες επενδύσεις και η δημιουργία θέσεων εργασίας σε παραγωγικούς και εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι απόψεις των υπόλοιπων φορέων και ιδρυμάτων, οι οποίοι με τις δικές τους εκθέσεις επισημαίνουν κινδύνους, α) σε κλάδους που βασίζουν τη διεθνή τους ανταγωνιστικότητα στο υφιστάμενο ύψος του ονομαστικού μισθολογικού κόστους και του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας, β) σε επιχειρήσεις που ακόμα δεν έχουν ξεπεράσει την κρίση και βαρύνονται από την κληρονομιά της, γ) στον κίνδυνο εύκολης μετατόπισης δηλωμένης απασχόλησης σε ημιδηλωμένη ή αδήλωτη, ειδικά σε μικρότερες επιχειρήσεις και με δεδομένη την κουλτούρα παραβίασης των φορολογικών και εργασιακών νόμων.

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

ecb-new1

«Δεν υπάρχει καμία επίσημη κατανομή ανά χώρα, αλλά εκτιμάται ότι 40 δισεκατομμύρια ευρώ θα αφορούν γερμανικά κρατικά ομόλογα, 33 δισεκατομμύρια ευρώ για γαλλικά κρατικά ομόλογα, 30 δισ. ευρώ για ιταλικά και 20 δισ. ευρώ για ισπανικά κρατικά ομόλογα», εκτιμά αναλυτής της Unicredit,

tsakalotos_ar

Αντί για επενδύσεις 4 δισ. από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, έδωσαν μόλις 2,5 δισ. ευρώ - Άλλο 1,5 δισ. από επιστροφές φόρων «κρύφτηκε» σαν πληρωμές από το Πρόγραμμα Αποπληρωμής Ληξιποθέσμων του Δημοσίου

10