«Γιατί;» ρωτάει ο άνθρωπος, «έτσι» απαντάει το σύμπαν - Το podcast του Χρήστου Χωμενίδη

«Γιατί;» ρωτάει ο άνθρωπος, «έτσι» απαντάει το σύμπαν - Το podcast του Χρήστου Χωμενίδη

Αρχές Ιουνίου του 2007, ταξίδεψα με μια ομάδα Ελλήνων συγγραφέων στο Ισραήλ. Στην Ιερουσαλήμ, στον πανάγιο τόπο και των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών, βρίσκεται το Τείχος των Δακρύων

«Γιατί;» ρωτάει ο άνθρωπος, «έτσι» απαντάει το σύμπαν - Το podcast του Χρήστου Χωμενίδη

Ό,τι έχει απομείνει δηλαδή από τον Ναό του Σολομώντα. Για έναν αρχαίο τοίχο πρόκειται, εμπρός στον οποίον οι Εβραίοι προσεύχονται, κουνώντας ρυθμικά εμπρός-πίσω ολόκληρο το σώμα τους. «Γράψτε σε ένα χαρτάκι μια ευχή, διπλώστε το και χώστε το σε μια σχισμή ανάμεσα στις πέτρες» μας είπε η ξεναγός μας. Γέλασα. Και όμως υπάκουσα. «Κάνε, Θεούλη μου, να πάψει η ζωή μου να είναι τόσο βαρετή!» έγραψα.

Η ευχή μου έπιασε. Σε δεκαπέντε μέρες η μάνα μου διαγνώστηκε με καρκίνο.

Γιατί βαριόμουν στα σαράντα μου; Διότι με είχε ρουφήξει η κανονικότητα - εκείνη η κανονικότητα που τα επόμενα χρόνια θα νοσταλγούσαμε όσο τίποτα.

Πήγαινα κάθε πρωί στο ραδιόφωνο του Αντένα – αποτελούσα, υποτίθεται, την αναπάντεχη, την καλλιτεχνική νότα στον σχολιασμό της επικαιρότητας. Συνεργαζόμουν με εφημερίδες και με περιοδικά. Έπαιρνα συνεντεύξεις, μού παράγγελναν άρθρα. Μονάχα ωστόσο η λογοτεχνία με ενθουσίαζε αληθινά, μονάχα εκεί τα έδινα όλα. Έγραφα και έσβηνα, έσβηνα κι έγραφα, καθημερινά, από το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα… Πάντοτε ξεκινώντας καινούργιο μυθιστόρημα πίστευα ότι είχα στα σκαριά ένα αριστούργημα. Πάντοτε το τελικό αποτέλεσμα ήταν κατώτερο των προσδοκιών μου, έτσι συμβαίνει -νομίζω- σε όλους τους συγγραφείς. Εξέδιδα ένα μυθιστόρημα ανά τρία χρόνια. Τι και αν ορισμένοι κριτικοί με βαρούσαν αλύπητα; - όλα μου τα βιβλία έμπαιναν στις λίστες των ευπώλητων.

Μέναμε με την καλή μου στην Κυψέλη, στο σπίτι που είχα αγοράσει με τα δικαιώματα από το πρωτόλειό μου, «Το Σοφό Παιδί». Κάθε βράδυ σχεδόν βγαίναμε. Σινεμά, θέατρο, φαγητό με παρέες. Κάθε τρεις-τέσσερις μήνες ταξιδεύαμε – Φλωρεντία, Παρίσι, το πορτοφόλι μας το άντεχε, το πολύ να κάναμε καμιά έξτρα δουλειά για να καλύψουμε τα έξοδα. Τον Αύγουστο του 2004 είχαμε «αυτοεξοριστεί» στο Άμστερνταμ, διαφωνούσα εγώ διαρρήδην με το εγχείρημα των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, το έβρισκα αλαζονικό, φαραωνικό, «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά…» γκρίνιαζα.

Διήγαμε εν ολίγοις ξένοιαστα, ανάλαφρα… Σχεδόν σαν να είχαμε κάνει κοπάνα από το σχολείο και να μην είχαμε επιστρέψει ποτέ. Κάτι έλειπε ωστόσο. Μια αίσθηση εάν όχι αποστολής, περιπέτειας έστω, περιπέτειας ουσιαστικής, χωρίς την οποίαν η δημιουργικότητα ατροφεί, η ίδια η ζωή χάνει βαθμιαία το νόημά της. «Έτσι θα γεράσουμε;» αναρωτιόμουν. «Ζώντας τον μύθο μας σε μιά Ελλάδα, που θεωρεί εθνικό της θρίαμβο να κερδίσει στη Γιουροβίζιον;»

Κλείσιμο
Δεν τα περνούσαν -εννοείται- όλοι σαν εμάς. Κάποιοι είχαν παντρευτεί από τα τριάντα τους ή και νωρίτερα. Είχαν παιδιά στο κατώφλι της εφηβείας. Ο γάμος τους είχε ευδοκιμήσει ή σουρνόταν ή είχε τερματιστεί με ένα -πολιτισμένο συνήθως- διαζύγιο, που τους είχε δημιουργήσει εντούτοις ένα σκασμό πρακτικά προβλήματα από τα οποία δεν έπαιρναν ανάσα, έτρεχαν και δεν έφταναν. Άλλοι παρίσταναν τους ορκισμένους εργένηδες, ταίριαζε με το μποέμ πνεύμα που υπαγόρευε η εποχή, μέχρι και ο Νότης Σφακιανάκης είχε βγάλει έναν δίσκο με τίτλο «Εμπειριών Συλλέκτης».

Η πιο δημοφιλής τηλεοπτική σειρά ήταν το “Sex and the City”. Τέσσερις φιλενάδες αλωνίζουν στο Μανχάταν, από πάρτυ σε πάρτυ, από αγκαλιά σε αγκαλιά. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι απανταχού της γης τις παρακολουθούσαν μαγνητισμένοι. Δεν ξέρω πόσους είχε απασχολήσει το δικό μου ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν η κεντρική ηρωίδα, η περίφημη Κάρι Μπράντσοου, να κρατάει μια στήλη αισθηματικών συμβουλών και γενικώς αμπελοφιλοσοφίας σε περιοδικό και να έχει τόσα λεφτά, ώστε να μένει σε φίνο διαμέρισμα στο WestVillage, να ανανεώνει διαρκώς την γκαρνταρόμπα της και να συχνάζει στα πιο hot μπαρ και εστιατόρια;

Μια κομεντί στην τηλεόραση δεν την παρακολουθείς σαν λογιστής, λογαριάζοντας τα έσοδα και τα έξοδα των χαρακτήρων με το χαρτί και το μολύβι. Συμφωνώ. Άλλος ωστόσο ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο λόγος που οι Έλληνες θεατές κατάπιναν αμάσητη την ντόλτσε βίτα της Κάρι και της παρέας της. Ότι και οι ίδιοι κάπως έτσι την έβγαζαν. Καταναλώνοντας πολύ επάνω από τις δυνατότητές τους. Θεωρώντας την ευμάρεια -έστω και με αρπαχτές, έστω και με δανεικά- φυσικό και αναφαίρετο δικαίωμα τους.
«Έχεις μπει στα σαράντα» μου είπε ένα βράδυ ένας γνωστός. «Δεν παίζει μέχρι τα σαρανταπέντε σου να μην καθαρίζεις τουλάχιστον δέκα χιλιάρικα τον μήνα… Διότι αλλιώς θα είσαι αποτυχημένος» άφησε να εννοηθεί. Έτσι είχε φτάσει να αξιολογεί η κοινωνία μας τους ανθρώπους, καθοδηγούμενη από τα lifestyleπεριοδικά. Χωρίζοντας τους σε “winners” και σε “loosers”. Σε «επώνυμους» και «ανώνυμους». Σε επιτυχημένους και σε φουκαράδες.

«Κοίτα τι έχω βγάλει στο χέρι μου» σήκωσε το δεξί μανίκι της η μαμά μου. Λίγο επάνω από τον αγκώνα, κάτω από το δέρμα, είχε φυτρώσει ένα γρουμπούλι. Σκληρό. Σε μέγεθος φουντουκιού. «Κάπου θα χτύπησες…» της είπα, δίχως να ανησυχήσω ιδιαίτερα. Μέσα σε τρεις εβδομάδες είχε μεγαλώσει θεαματικά, είχε γίνει σαν καρύδι. Μια φίλη της, γυναικολόγος, τη συμβούλεψε να κάνει έναν υπέρηχο–«έτσι, για να σού φύγει η έγνοια…»Το πόρισμα θα αναστάτωνε όποιον ήξερε στοιχειωδώς να διαβάζει πίσω από τις γραμμές. «Χωροκατακτητική βλάβη.» Κάτι δηλαδή το οποίο μεγεθύνεται – ανεξέλεγκτα; «Δεν μου αρέσει αυτό» μουρμούρισε ο αγαπημένος μου θείος Νίκος Παπαδόπουλος, καθηγητής της ανατομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σοφός άνθρωπος. Από το επόμενο πρωί, πήραμε σβάρνα, με τη μαμά μου και τον θείο Νίκο, τους γιατρούς…
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης