Γιόνας Κάουφμαν: Ο ποπ σταρ της όπερας απόψε στο Ηρώδειο - Ένας τενόρος με... groupies
Ο κορυφαίος Γερμανός τενόρος αλλά και ο καλλιτέχνης που παίρνει ερωτικές επιστολές από groupies - Στην ακμή της καριέρας του δεν διστάζει να τα βάλει με το κατεστημένο της όπερας - Sold out το ρεσιτάλ του στο Ηρώδειο
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κλισέ από το να γράψει κανείς πως ένα ρεσιτάλ του Γιόνας Κάουφμαν είναι sold out. Διακινδυνεύει να φανεί να τόσο κοινότοπος όσο εάν επί παραδείγματι πληροφορούσε το κοινό ότι ο ήλιος βγαίνει κάθε μέρα από την ανατολή ή ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονται αιώνες τώρα κάθε που το ημερολόγιο δείχνει 25 Δεκεμβρίου. Το γεγονός ότι τα εισιτήρια για μια εμφάνιση του 52χρονου Γερμανού τενόρου εξαντλούνται με κεκτημένη ταχύτητα, αποκτούν διάσταση ιερού δισκοπότηρου -πολλές φορές ακόμα και προϊόν συναλλαγής στη μαύρη αγορά-, όπως δηλαδή θα ανέμενε κανείς να συμβαίνει στην περίπτωση ενός ινδάλματος της K-Pop ή μιας λαοπρόβλητης Αμερικανής ποπ σταρ αλλά όχι ενός λυρικού τραγουδιστή, συνιστά εδώ και μια 15ετία τουλάχιστον θέσφατο. Το ρεσιτάλ του στις 13 Σεπτεμβρίου, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, έπειτα από τη μετάκληση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση στον κανόνα.
Η πρώτη εμφάνιση του Κάουφμαν στο ρωμαϊκό ωδείο δεν εξήψε απλώς το ενδιαφέρον αλλά προκάλεσε μάχη χαρακωμάτων -εντάξει, με την προσήκουσα στο εκλεπτυσμένο και σοφιστικέ κοινό της όπερας αβρότητα- για την εξασφάλιση μιας θέσης στα συνήθως άβολα διαζώματα του Ηρωδείου. Αλλά όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος; Το ρεσιτάλ του Κάουφμαν στην Αθήνα, εκτός από ένα μείζον πολιτιστικό γεγονός και μια αληθινή μυσταγωγία για όσους τελικά θα καταφέρουν να το απολαύσουν δια ζώσης, θα είναι αναντίρρητα και μια πρώτης τάξεως κοσμική, επιχειρηματική, εφοπλιστική και πολιτική λαοσύναξη.
Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί και, πολύ περισσότερο, να κλείσει τα αυτιά (αλλά εν προκειμένω και τα μάτια) στην επίδραση ενός τενόρου που μοιάζει τόσο ολοκληρωμένος και τέλειος ώστε γεννά την υπερβατική υποψία πως δημιουργήθηκε σε κάποιον εργαστηριακό δοκιμαστικό σωλήνα. Αν κάτι παραδέχονται όλοι για εκείνον είναι πως διαθέτει το φωνητικό εύρος του Λουτσιάνο Παβαρότι, την εκφραστικότητα του Πλάθιντο Ντομίνγκο και βέβαια την ακαταμάχητη γοητεία του Χοσέ Καρέρας. Ο Γερμανός τενόρος δεν θα ήταν καθόλου χαρούμενος διαβάζοντας πως κατά το κοινώς λεγόμενο «έχει όλο το πακέτο», αλλά, ευτυχώς, παρότι πολύγλωσσος -μιλά γερμανικά, γαλλικά, αγγλικά και καμαρώνει σαν παγώνι για την ιταλική προφορά του-, οι πληροφορίες συνηγορούν πως δεν ομιλεί ακόμα την ελληνική.
Μετριοπαθής και χαμηλοβλεπούσος; Δύσκολο ή μάλλον απίθανο για έναν καλλιτέχνη με την ουρανομήκη καριέρα του, τις εμφανίσεις στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου - από τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης και τη Βασιλική Οπερα του Λονδίνου μέχρι τη La Scala του Μιλάνου και την Οπερα του Παρισιού- και τα standing ovations που ενίοτε είναι τόσο μακρά σε χρόνο ώστε οι θεατές των παραστάσεών του φλερτάρουν με την ορθοστατική υπόταση (αν όχι με τη φλεβίτιδα). Η πλάστιγγα του χαρακτήρα του γέρνει περισσότερο προς εκείνη του πραγματιστή. Ή αλλιώς του ανθρώπου που αφού αντιλήφθηκε με χρονοκαθυστέρηση το χάρισμά του και κατάφερε να το τιθασεύσει περνώντας πρώτα από Συμπληγάδες, αποφάσισε συνειδητά να το μοιραστεί γενναιόδωρα, συχνά μάλιστα εισπράττοντας τη μομφή πως υπερκαταναλώνει τον καλλιτεχνικό εαυτό του. Για τους άλλους μπορεί να αποτελεί μυστήριο ή, ακόμα και βλασφημία, η εμμονή του να είναι ενεργός και παρών, για τον ίδιο όμως είναι απλά μαθηματικά.
Αλλωστε από τις μαθηματικές επιστήμες ξεκίνησε την επαγγελματική σταδιοδρομία του. Ή τουλάχιστον αποπειράθηκε να το κάνει, αφού γρήγορα τις απέρριψε μετά βδελυγμίας. Μπορεί η στερεοτυπική αναφορά για τους σταρ τους λυρικού τραγουδιού να τους θέλει να πασχίζουν από τα γεννοφάσκια τους στα ωδεία, θυσιάζοντας τα παιδικά χρόνια τους ως σπονδή για την άσκηση, τη σμίλευση και το λουστράρισμα της φωνής τους, όμως η περίπτωση του Κάουφμαν είναι παρασάγγας διαφορετική. Γεννημένος το 1969 στη διχοτομημένη Γερμανία, μοίρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανάμεσα σε δύο κόσμους. Η οικογένειά του κατάφερε τελικά να διαφύγει στη Δυτική Γερμανία και να εγκατασταθεί στο Μόναχο. Η πρώτη επαφή του με την τέχνη έγινε διαμέσου του παππού του, τον οποίο θυμάται να παίζει στο πιάνο Βάγκνερ, αλλά και μέσω της συλλογής δίσκων του ασφαλιστή πατέρα του, από την οποία ανέσυρε συλλογές του Μάλερ, του Ραχμάνινοφ, του Σοστακόβιτς. Ηταν φυσική συνέχεια να συμμετάσχει στη σχολική χορωδία ήδη από το Δημοτικό, όμως ο ίδιος για πρώτη φορά απέκτησε συνείδηση ότι το τραγούδι ήταν το πεπρωμένο του στην ύστερη εφηβεία του. Τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας του δεν ήταν αρνητικοί στο ενδεχόμενο να σπουδάσει μουσική -θυμούνταν άλλωστε τον γνήσιο, ακαταπόνητο ενθουσιασμό του κάθε φορά που παρακολουθούσαν με τον γιο τους κάποια παράσταση όπερας-, όμως απαιτούσαν και κάτι πιο χειροπιαστό από εκείνον. Ενα πτυχίο με αντίκρυσμα -προφανώς βιοποριστικό- στον αληθινό κόσμο. Επειτα από δύο μόλις εξάμηνα ως φοιτητής έκλεισε διά παντός τους λογαριασμούς του με τα Μαθηματικά και αφοσιώθηκε στις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών του Μονάχου. Γρήγορα βρήκε μια θέση και στις τάξεις της χορωδίας στην Κρατική Οπερα της πόλης. Απέκτησε από νωρίς την ταμπέλα του φέρελπι, την οποία έκανε ακόμα πιο εκθαμβωτική το ευειδές παρουσιαστικό του. Κι ύστερα απλώς όλα πήγαν λάθος.
Κλείσιμο
Μόλις έναν χρόνο μετά την αποφοίτησή του από τη σχολή, το 1995, σε μια από τις πρώτες συναυλίες του ο 26χρονος τότε Κάουφμαν έχασε τη φωνή του. Ηταν λίγο πριν από το τέλος μιας παράστασης, όταν όσο και αν άνοιγε το στόμα του δεν έβγαινε ούτε ψίθυρος. «Ο μαέστρος με κοιτούσε θυμωμένος, ήταν σαν να μου έλεγε “πες το” κι εγώ απλά δεν μπορούσα». Ο Γερμανός τενόρος λέει σήμερα πως το πρόβλημα ήταν διπλό. Από τη μία είχε τον φόβο της έκθεσης, καταβαλλόταν από ένα ακατανίκητο τότε stage fright, από την άλλη καταλάβαινε πια πως η φωνή του είχε εκπαιδευτεί με γνώμονα τη μανιέρα και όχι τη μοναδικότητά της. Μέρα με τη μέρα ένιωθε πως έχανε το βασικό εργαλείο της δουλειάς του, το όργανό του. Αν υπάρχει ένας καθοριστικός άνθρωπος στη ζωή του, αυτός είναι ο Αμερικανός δάσκαλος φωνητικής Μάικλ Ρόουντς, ο οποίος ενσάρκωσε τον προσωπικό από μηχανής θεό του. Όπως ο Κάουφμαν έχει αφηγηθεί στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «In Conversation», ο Αμερικανός τον βοήθησε όχι απλώς να επανατοποθετήσει τη φωνή του, αλλά να την επανεφεύρει. Εκεί αφηγείται και μια σειρά μάλλον εκκεντρικών περιστατικών, όπως όταν λόγου χάρη ο voice coach τον ξυπνούσε στις 3 τα χαράματα και του ζητούσε να τραγουδήσει. Ηταν μάλλον μια ανορθόδοξη μέθοδος, η οποία τελικά όμως απέδωσε καρπούς.
Με μια καινούρια φωνή στις αποσκευές του και βέβαια καντάρια αυτοπεποίθησης το 2003 έδωσε ένα κομβικής σημασίας για την καριέρα του ρεσιτάλ στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, παρότι μάλιστα την προηγούμενη μέρα σε μια βόλτα του στην πόλη είχε στραμπουλήξει τον αστράγαλό του. Δεν ήταν στην καλύτερη φυσική κατάσταση, αλλά του βγήκε σε καλό. Τα θριαμβικά δημοσιεύματα ήταν μοιρασμένα. Οχι μεταξύ καλού και κακού. Ενα νέο δίπολο ξεκίνησε να τον ακολουθεί έκτοτε σαν πιστό σκυλί, εκείνο του τενόρου με τη στεντόρεια φωνή και το αυταπόδεικτο σεξαπίλ. Τρία χρόνια αργότερα και μια «La Traviata» μετά -στη Met Opera με την Aντζελα Γκεοργκίου- ο Κάουφμαν είχε πια εκκολαφτεί σε πρώτου μεγέθους σταρ του λυρικού τραγουδιού. Κι αυτό ήταν κάτι που θεμελιώθηκε όχι μόνο πάνω στις επαγγελματικές συνεργασίες και τις μετακλήσεις, αλλά αποκρυσταλλώθηκε και στην εξωτερική εμφάνισή του με τα designer αποδομημένα τζιν και τα καλοραμμένα blazer σακάκια, τα ταιριαστά σε αστέρα του σινεμά γυαλιά ηλίου, τα state of art ρολόγια του -είναι ambassador της Rolex στη χορηγία της οποίας οφείλεται και η συναυλία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Ηρώδειο-, ακόμα και με τις επιμελώς ατημέλητες μπούκλες των μαλλιών του.
Στις συχνές -σίγουρα άνω του μέσου όρου για λυρικό τραγουδιστή- συνεντεύξεις του ο Κάουφμαν συχνά μιλά για τις ερωτικές επιστολές που λαμβάνει από θαυμάστριές του, οι οποίες συνήθως του εξομολογούνται πως νιώθουν ότι τραγουδά μόνο για εκείνες. Αυτό πιθανώς καθόλου δεν θα χαϊδεύει τα αυτιά της δεύτερης συζύγου του, της σκηνοθέτριας Κρίστιαν Λουτς, με την οποία παντρεύτηκαν το 2018 και έχουν αποκτήσει ένα παιδί - ο τενόρος έχει ακόμα τρεις απογόνους από τον πρώτο γάμο του, ο οποίος πήρε την κατιούσα λόγω της πυκνής επαγγελματικής δραστηριότητάς του και των ταξιδιών που αυτή συνεπάγεται, αλλά αυτά είναι τα απόνερα της διασημότητας. Εχει όμως και τα καλά της. Ο θεωρούμενος σήμερα κορυφαίος τενόρος δεν έχει λόγο να μασάει τα λόγια του. Ειδικά για τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος της όπερας δεσμεύοντας τους τραγουδιστές σε παραστάσεις και εμφανίσεις σε βάθος χρόνου. Από το 2015 ο Κάουφμαν γνώριζε ήδη πού θα εμφανίζεται έως το 2020 ενώ εκείνη τη χρονιά ομολογούσε πως δεν έχει πρωταγωνιστήσει παρά σε μια δράκα παραστάσεις στις οποίες ήθελε πραγματικά να βρίσκεται. Προφανώς στο μάλλον κοφτερό τρόπο που ομολογεί αλήθειες συνηγορεί ο κλονισμός της υγείας του το 2011, όταν υποβλήθηκε σε εγχείρηση αφαίρεσης καλοήθους όγκου. Τότε κατάλαβε πως «για να τους ικανοποιήσεις όλους χρειάζεσαι τρεις ζωές κι αυτό ούτε το έχω, ούτε το θέλω». Πάντως, ακόμα και στην περίοδο της πανδημίας, όταν εκ των πραγμάτων κηρύχτηκε παγκόσμια καλλιτεχνική παύση εργασιών, ο Γερμανός έγινε και πάλι μπροστάρης, διεκδικώντας στήριξη για τους ανθρώπους του πολιτισμού. Και λίγος συνδικαλισμός είναι μέσα στο πρόγραμμα. Ειδικά μάλιστα όταν όλοι αποζητούν ένα κομμάτι σου και ξέρεις πως θα παραχωρούσαν γην και ύδωρ απλώς για να σε αποθεώσουν.
Χάρις στο ισχυρό 5G δίκτυό της, η Nova αλλάζει τα δεδομένα στον τομέα των ευρυζωνικών οικιακών συνδέσεων και -λειτουργώντας ως τεχνολογικός επιταχυντής- προσφέρει για πρώτη φορά στην αγορά ασύρματη σύνδεση έως 500 Mbps, χωρίς καλώδια και χρονοβόρες εργασίες.