Τα πρώτα 25 χρόνια του αιώνα στην Ελλάδα
Την Πρωτοχρονιά του 2000 πολλοί φίλοι είχαμε συγκεντρωθεί στο σπίτι μου, ένα ρετιρέ ψηλά στους πρόποδες του Λυκαβηττού, το οποίο είχε ακώλυτη θέα σε όλο το Λεκανοπέδιο που εκτεινόταν μπροστά του
Στις 12, με την αλλαγή του χρόνου, η νύχτα έγινε μέρα από τα πυροτεχνήματα που εκτοξεύονταν από κάθε πιθανή και απίθανη κατεύθυνση. Εφταναν έως εμάς μουσικές από το κέντρο της πόλης και ανταλλάσσαμε όλοι ευχές όχι μόνο μεταξύ μας, αλλά και με άγνωστους μέχρι τότε σε εμάς γείτονες από διπλανά μπαλκόνια. Γιορτάζαμε -σπάνιο να συμπίπτουν όλα αυτά μαζί- τη νέα χρονιά, τον νέο αιώνα, τη νέα χιλιετία.
Είχαμε όλοι τεράστια αισιοδοξία για τον χρόνο που είχε ξεκινήσει και τις προοπτικές του. Η Ελλάδα γινόταν μέλος της Ευρωζώνης, έφευγε από τη δραχμή και αποκτούσε νέο νόμισμα, το ευρώ, μεγάλα έργα ήταν σε εξέλιξη ή παραδίνονταν, σταθμοί του μετρό, το νέο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», οι νέοι οδικοί άξονες που άλλαζαν τη μορφή της χώρας. Και βέβαια, η προοπτική της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που οδηγούσε σε αναγκαίες λύσεις σε ζητήματα που έμεναν από χρόνια ανεπίλυτα.
Ο Κώστας Σημίτης είχε κερδίσει τις εκλογές του 2000 και συνέχιζε το έργο που είχε ξεκινήσει από το 1996, σε μία εκλογή όπου ο δικομματισμός, δηλαδή το άθροισμα των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, είχε συγκεντρώσει ποσοστό 86,3%. Ο δικομματισμός που είχε εξασφαλίσει με αυτοδύναμες κυβερνήσεις πολιτική σταθερότητα και ομαλή εναλλαγή της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς στην εξουσία σε όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Μετά από χρόνια πολιτικών περιπετειών, εμφυλίων, δικτατοριών, η Ελλάδα είχε βρει επιτέλους τον δρόμο προς την ηρεμία, τη σταθερή πρόοδο και την κανονικότητα. Ετσι πιστεύαμε και έτσι προβλέπαμε. Πού να ξέραμε; Πού να ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα σε μια φούσκα που αργά ή γρήγορα θα έσκαγε με ανυπολόγιστες συνέπειες για όλους; Πού να ξέραμε ότι η πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και η ευημερία των Ελλήνων στα χρόνια αυτά στηριζόταν σε πήλινα πόδια. Στηριζόταν σε άφθονο δανεισμό φθηνού χρήματος λόγω χαμηλών επιτοκίων από τις τράπεζες, που κατόπιν με εξίσου χαμηλά επιτόκια το διοχέτευαν σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Αυξήθηκε η ζήτηση, αυξήθηκαν οι εισαγωγές χωρίς καμία ανάλογη αύξηση στην παραγωγή της οικονομίας. Ανέβηκαν οι τιμές, δημιουργήθηκε και μια νέα φούσκα των ακινήτων, των οποίων οι τιμές επίσης έφτασαν σε πρωτοφανή ύψη. Ζούσαμε δηλαδή σε ένα υψηλό επίπεδο ευημερίας χωρίς αυτό να έχει οικονομικό αντίκρισμα. Διότι προερχόταν αποκλειστικά από δανεικά που κατευθύνονταν αποκλειστικά σε μη παραγωγικές δραστηριότητες. Μέσα από αυτή την ασύνετη οικονομική διαχείριση μετά τις εκλογές του 2004 και ακόμη περισσότερο μετά τις εκλογές του 2007, που πάλι κέρδισε ο Κώστας Καραμανλής, τέθηκαν τα θεμέλια για την αποσταθεροποίηση της οικονομίας, τη διόγκωση του δημόσιου χρέους και των εμπορικών ελλειμμάτων, αλλά και τη ραγδαία αύξηση του ιδιωτικού χρέους, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αφετηρία του δεκαετούς δράματος που ακολούθησε και συνεχίζεται σε κάποιο βαθμό μέχρι και σήμερα.
Ετσι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα δεν μπορούσε να βρει χρηματοδότηση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου χωρίς να πληρώνει απαγορευτικά υψηλά επιτόκια. Ο Καραμανλής αντιλαμβανόμενος την κατάσταση προκήρυξε εκλογές και πέρασε με αυτό τον τρόπο -και με μεγάλη χαρά- την καυτή πατάτα στα χέρια του Γιώργου Παπανδρεου, ο οποίος, ζώντας σε δικούς του παράλληλους κόσμους, υποστήριζε ότι λεφτά υπάρχουν. Οταν κατάλαβε κι αυτός τι συμβαίνει, προσέφυγε στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και υπέγραψε το πρώτο μνημόνιο, το 2010, για να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Ακολούθησαν άλλα δύο, το 2012 διά χειρός Παπαδήμου και το 2015 διά χειρός Τσίπρα. Το συνολικό ύψος των δανείων που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο των μνημονίων ανήλθε σε 300 δισ. ευρώ, το μεγαλύτερο δάνειο που έχει δοθεί ποτέ στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.
Τα σκληρά μέτρα των μνημονίων προκάλεσαν μια πρωτοφανή υποβάθμιση του επιπέδου ζωής κυρίως των μεσαίων και λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων και μία ακόμη πιο πρωτοφανή μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, μείωση που εν μέρει ισχύει ακόμη και σήμερα συγκρινόμενη με τα δεδομένα του 2009. Την κατάσταση δε επιδείνωσε ακόμη περισσότερο η ανερμάτιστη πολιτική Τσίπρα μετά το 2015, η παρανοϊκή διαπραγμάτευση του Βαρουφάκη με τους δανειστές και το ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα. Για μία ακόμη φορά στην ιστορία της, η Ελλάδα γλίτωσε μόλις την τελευταία στιγμή με την κωλοτούμπα Τσίπρα. Αλλά γλίτωσε;
Τις οικονομικές φούσκες του παρελθόντος διαδέχονται τώρα οι πολιτικές φούσκες. Στηριζόμενο σε λάθη των κυβερνήσεων Μητσοτάκη σε θέματα όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η εσφαλμένη διαχείριση του πρωτογενούς τομέα, η ακρίβεια, τα καρτέλ σε εμπόριο και ενέργεια, δημιουργείται ήδη ένα νέο ετερόκλητο κίνημα διαμαρτυρομένων - αγανακτισμένων που μοιάζει με εκείνο των μνημονίων. Και καθώς μπήκαμε στην τελευταία προεκλογική χρονιά διαγκωνίζονται πολλοί ποιος θα το εκφράσει πρώτος - από την Καρυστιανού έως την Κωνσταντοπούλου, από τον Τσίπρα έως τον Ανδρουλάκη και τους διάφορους εκπροσώπους της Ακροδεξιάς. Ενα κίνημα σαν αυτό που οδήγησε την Ελλάδα στα πρόθυρα της καταστροφής την περίοδο 2010-2015.
Είχαμε όλοι τεράστια αισιοδοξία για τον χρόνο που είχε ξεκινήσει και τις προοπτικές του. Η Ελλάδα γινόταν μέλος της Ευρωζώνης, έφευγε από τη δραχμή και αποκτούσε νέο νόμισμα, το ευρώ, μεγάλα έργα ήταν σε εξέλιξη ή παραδίνονταν, σταθμοί του μετρό, το νέο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», οι νέοι οδικοί άξονες που άλλαζαν τη μορφή της χώρας. Και βέβαια, η προοπτική της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που οδηγούσε σε αναγκαίες λύσεις σε ζητήματα που έμεναν από χρόνια ανεπίλυτα.
Ο Κώστας Σημίτης είχε κερδίσει τις εκλογές του 2000 και συνέχιζε το έργο που είχε ξεκινήσει από το 1996, σε μία εκλογή όπου ο δικομματισμός, δηλαδή το άθροισμα των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, είχε συγκεντρώσει ποσοστό 86,3%. Ο δικομματισμός που είχε εξασφαλίσει με αυτοδύναμες κυβερνήσεις πολιτική σταθερότητα και ομαλή εναλλαγή της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς στην εξουσία σε όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Μετά από χρόνια πολιτικών περιπετειών, εμφυλίων, δικτατοριών, η Ελλάδα είχε βρει επιτέλους τον δρόμο προς την ηρεμία, τη σταθερή πρόοδο και την κανονικότητα. Ετσι πιστεύαμε και έτσι προβλέπαμε. Πού να ξέραμε; Πού να ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα σε μια φούσκα που αργά ή γρήγορα θα έσκαγε με ανυπολόγιστες συνέπειες για όλους; Πού να ξέραμε ότι η πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας και η ευημερία των Ελλήνων στα χρόνια αυτά στηριζόταν σε πήλινα πόδια. Στηριζόταν σε άφθονο δανεισμό φθηνού χρήματος λόγω χαμηλών επιτοκίων από τις τράπεζες, που κατόπιν με εξίσου χαμηλά επιτόκια το διοχέτευαν σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Αυξήθηκε η ζήτηση, αυξήθηκαν οι εισαγωγές χωρίς καμία ανάλογη αύξηση στην παραγωγή της οικονομίας. Ανέβηκαν οι τιμές, δημιουργήθηκε και μια νέα φούσκα των ακινήτων, των οποίων οι τιμές επίσης έφτασαν σε πρωτοφανή ύψη. Ζούσαμε δηλαδή σε ένα υψηλό επίπεδο ευημερίας χωρίς αυτό να έχει οικονομικό αντίκρισμα. Διότι προερχόταν αποκλειστικά από δανεικά που κατευθύνονταν αποκλειστικά σε μη παραγωγικές δραστηριότητες. Μέσα από αυτή την ασύνετη οικονομική διαχείριση μετά τις εκλογές του 2004 και ακόμη περισσότερο μετά τις εκλογές του 2007, που πάλι κέρδισε ο Κώστας Καραμανλής, τέθηκαν τα θεμέλια για την αποσταθεροποίηση της οικονομίας, τη διόγκωση του δημόσιου χρέους και των εμπορικών ελλειμμάτων, αλλά και τη ραγδαία αύξηση του ιδιωτικού χρέους, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούσαν πλέον να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η αφετηρία του δεκαετούς δράματος που ακολούθησε και συνεχίζεται σε κάποιο βαθμό μέχρι και σήμερα.
Ετσι, μέσα σε αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα δεν μπορούσε να βρει χρηματοδότηση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου χωρίς να πληρώνει απαγορευτικά υψηλά επιτόκια. Ο Καραμανλής αντιλαμβανόμενος την κατάσταση προκήρυξε εκλογές και πέρασε με αυτό τον τρόπο -και με μεγάλη χαρά- την καυτή πατάτα στα χέρια του Γιώργου Παπανδρεου, ο οποίος, ζώντας σε δικούς του παράλληλους κόσμους, υποστήριζε ότι λεφτά υπάρχουν. Οταν κατάλαβε κι αυτός τι συμβαίνει, προσέφυγε στους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και υπέγραψε το πρώτο μνημόνιο, το 2010, για να αποφευχθεί η χρεοκοπία. Ακολούθησαν άλλα δύο, το 2012 διά χειρός Παπαδήμου και το 2015 διά χειρός Τσίπρα. Το συνολικό ύψος των δανείων που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο των μνημονίων ανήλθε σε 300 δισ. ευρώ, το μεγαλύτερο δάνειο που έχει δοθεί ποτέ στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.
Τα σκληρά μέτρα των μνημονίων προκάλεσαν μια πρωτοφανή υποβάθμιση του επιπέδου ζωής κυρίως των μεσαίων και λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων και μία ακόμη πιο πρωτοφανή μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, μείωση που εν μέρει ισχύει ακόμη και σήμερα συγκρινόμενη με τα δεδομένα του 2009. Την κατάσταση δε επιδείνωσε ακόμη περισσότερο η ανερμάτιστη πολιτική Τσίπρα μετά το 2015, η παρανοϊκή διαπραγμάτευση του Βαρουφάκη με τους δανειστές και το ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα. Για μία ακόμη φορά στην ιστορία της, η Ελλάδα γλίτωσε μόλις την τελευταία στιγμή με την κωλοτούμπα Τσίπρα. Αλλά γλίτωσε;
Τις οικονομικές φούσκες του παρελθόντος διαδέχονται τώρα οι πολιτικές φούσκες. Στηριζόμενο σε λάθη των κυβερνήσεων Μητσοτάκη σε θέματα όπως οι υποκλοπές, τα Τέμπη, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, η εσφαλμένη διαχείριση του πρωτογενούς τομέα, η ακρίβεια, τα καρτέλ σε εμπόριο και ενέργεια, δημιουργείται ήδη ένα νέο ετερόκλητο κίνημα διαμαρτυρομένων - αγανακτισμένων που μοιάζει με εκείνο των μνημονίων. Και καθώς μπήκαμε στην τελευταία προεκλογική χρονιά διαγκωνίζονται πολλοί ποιος θα το εκφράσει πρώτος - από την Καρυστιανού έως την Κωνσταντοπούλου, από τον Τσίπρα έως τον Ανδρουλάκη και τους διάφορους εκπροσώπους της Ακροδεξιάς. Ενα κίνημα σαν αυτό που οδήγησε την Ελλάδα στα πρόθυρα της καταστροφής την περίοδο 2010-2015.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα