Ο κατώτατος μισθός και η υστέρηση της επιχειρηματικής ανάπτυξης
Ας ξεκινήσουμε λύνοντας μια θεμελιακή παρεξήγηση
Η έννοια της οικονομικής μεγέθυνσης, δηλαδή η ποσοτική αύξηση των οικονομικών δεικτών με όρους ΑΕΠ, δεν είναι συνώνυμη με αυτή της οικονομικής ανάπτυξης. Η οικονομική ανάπτυξη δεν περιορίζεται σε μια λογική ποσοτικής βελτίωσης των οικονομικών δεικτών, αλλά συμπεριλαμβάνει απαραίτητα και τις διαστάσεις της αναβάθμισης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και της προστασίας από τη φτώχια. Πράγματι, κατά την ευρωπαϊκή ιστορική εμπειρία, οι όροι μπορούν να ταυτίζονται. Ωστόσο, μπορούμε να φανταστούμε συνθήκες οικονομικής μεγέθυνσης που όχι μόνο δεν ευνοούν την ανάπτυξη, άλλα φτάνουν να βρίσκονται στον αντίποδα κάθε γνήσιας αναπτυξιακής πολιτικής.
Στην Ελλάδα, μέσα στον Μάρτιο, για ακόμη μια φορά, το ύψος του κατώτατου μισθού θα καθοριστεί με νόμο, χωρίς αυτό να έχει αποτελέσει προϊόν εθνικής συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Με άλλα λόγια, θα συνεχιστεί για ακόμη μια χρονιά ο παράδοξος χειρουργικός διαχωρισμός μεταξύ των μηχανισμών προσφοράς και ζήτησης που καθορίζουν τις τιμές των προϊόντων, με τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τις αμοιβές της μισθωτής εργασίας. Οι λόγοι που υποτίθεται ότι δικαιολογούν αυτήν την πολιτική ισχυρής κυβερνητικής παρέμβασης αναφέρονται στην πρόθεση προστασίας των πολύτιμων καρπών της οικονομικής ανάκαμψης, υπονοούμενης όμως ξεκάθαρα ως οικονομικής μεγέθυνσης και όχι ως οικονομική ανάπτυξης. Άλλωστε, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθούν ως ενδείξεις οικονομικής ανάπτυξης οι 1.031 μονάδες αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, οι οποίες την κατατάσσουν στην όγδοη χειρότερη θέση της ΕΕ-27, υπολειπόμενη χωρών όπως η Ρουμανία, η Κροατία, η Λιθουανία, η Σλοβενία και η Πολωνία. Θα ήταν δύσκολο επίσης να θεωρηθεί ως ένδειξη οικονομικής ανάπτυξης το γεγονός ότι σχεδόν ένα στα δύο νοικοκυριά (44,5%) με χαμηλά εισοδήματα αντιμετωπίζουν συνθήκες σοβαρής υλικής αποστέρησης. Τέλος, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί ως ένδειξη οικονομικής ανάπτυξης το ότι μόλις το 31% των μισθωτών συνεχίζει να καλύπτεται, θεωρητικά, από συλλογικές συμβάσεις, με τη αμφίβολη προϋπόθεση ότι η επιχείρηση που εργάζονται είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που τις έχουν συνομολογήσει.
Οι εργοδοτικές οργανώσεις στις δικές τους προτάσεις, εισηγήθηκαν για φέτος ποσοστιαίες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, προκρίνοντας αυξήσεις μεταξύ 3,5% και 5%, με την Τράπεζα της Ελλάδας, από την πλευρά της, να εισηγείται ένα «προσεκτικό» 4%. Σύμφωνα με αυτές τις προτάσεις, το κύριο επιχείρημα για την συνεχιζόμενη καθήλωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και την επιτεινόμενη υποτίμηση της εργασίας στην χώρα μας, σχετίζεται με την υποτιθέμενη προστασία από πληθωριστικές πιέσεις και με την ανάγκη σύνδεσης των μισθών με την παραγωγικότητα. Ως προς το πρώτο επιχείρημα, δύσκολα θα βρούμε επιχειρήματα που θα το υποστήριζαν. Από το 2021, η συμμετοχή του μοναδιαίου μισθολογικού κόστους στην διαμόρφωση των τιμών στην Ελλάδα παραμένει σταθερή, την ίδια ώρα που η συμμετοχή του μοναδιαίου κέρδους, για την ίδια περίοδο, αυξάνεται κατά 15%. Ουσιαστικά, ζούμε την αντιφατική εφαρμογή δύο ανταγωνιστικών πολιτικών: από την μια ελευθερία διαμόρφωσης των τιμών των προϊόντων, και από την άλλη θεσμικοί περιορισμοί στη διαμόρφωση των ¨τιμών¨ της εργασίας μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Σε ό,τι, δε, αφορά το επιχείρημα της υποτιθέμενης σύνδεσης της παραγωγικότητας με το ύψος των μισθών, θα άξιζε πραγματικά να προβληματιστούμε για το τι ακριβώς εννοούν οι επιχειρήσεις με τον όρο «παραγωγικότητα», κυρίως ως προς τις παραμέτρους που πράγματι την διασφαλίζουν. Θυμίζουμε κάποια αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Οι μεγάλες κερδοφορίες δεν μεταφράστηκαν σε ανάλογα μεγάλες επενδύσεις στην παραγωγική δομή και λειτουργία των επιχειρήσεων. Οι επενδύσεις παγίων συνεχίζουν εδώ και σχεδόν δεκαπέντε πλέον χρόνια να βρίσκονται κάτω από το επίπεδο των αποσβέσεων. Την ίδια ώρα, παράλληλα με την όποια παρατηρούμενη αύξηση των επενδύσεων την τελευταία τριετία, σημειώνεται σημαντική αύξηση των αποθεμάτων. Διαμορφώνεται έτσι μια εικόνα όπου οι επιχειρήσεις διασφαλίζουν όλο και μεγαλύτερες κερδοφορίες, οι οποίες δε διοχετεύονται ως επενδύσεις στις παραγωγικές δομές, στον βαθμό που δεν χρηματοδοτούν καν την υποκατάσταση του γερασμένου εξοπλισμού τους ή την αναβάθμιση των δεξιοτήτων τους ανθρώπινου δυναμικού τους. Την ίδια ώρα, ερμηνεύοντας κατά το δοκούν τις ενδείξεις της ίδιας τους της επενδυτικής αδράνειας, οι επιχειρήσεις φτάνουν να επικαλούνται την χαμηλή τους παραγωγικότητα για να δικαιολογήσουν την όλο και μεγαλύτερη απόσταση που χωρίζει τον ρυθμό αύξησης των κερδών τους από τον ρυθμό αύξησης των μισθών που παρέχουν.
Με βάση τα παραπάνω, είναι ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από συνθήκες που θα μας επιτρέψουν να μιλήσουμε για ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, ή θα μας επιτρέψουν εκ νέου να ταυτίσουμε οικονομική μεγέθυνση και οικονομική ανάπτυξη στην χώρα μας. Οι αισθητά κατώτερες των προσδοκιών προτεινόμενες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, από τις εργοδοτικές οργανώσεις, κρίνονται αναντίστοιχες με την οικονομική πραγματικότητα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εξυπηρετούν ένα όραμα ανάπτυξης. Οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν με ένα θολό όραμα μεγέθυνσης των κερδοφοριών τους το οποίο, την ίδια στιγμή, υπονομεύει ακόμη και την δική τους παραγωγική ανάπτυξη.
Είναι κρίσιμο και αναγκαίο να εμπεδωθεί το ότι η συνεχώς παρατεινόμενη περιστολή των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δεν ισοδυναμεί μόνο με υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, αλλά την ίδια στιγμή συμβάλει και στην ουσιαστική αποδόμηση των μηχανισμών παραγωγικής ανάπτυξης των ίδιων των επιχειρήσεων.
Ο Χρήστος Γούλας, PhD, είναι Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Στην Ελλάδα, μέσα στον Μάρτιο, για ακόμη μια φορά, το ύψος του κατώτατου μισθού θα καθοριστεί με νόμο, χωρίς αυτό να έχει αποτελέσει προϊόν εθνικής συλλογικής διαπραγμάτευσης μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Με άλλα λόγια, θα συνεχιστεί για ακόμη μια χρονιά ο παράδοξος χειρουργικός διαχωρισμός μεταξύ των μηχανισμών προσφοράς και ζήτησης που καθορίζουν τις τιμές των προϊόντων, με τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν τις αμοιβές της μισθωτής εργασίας. Οι λόγοι που υποτίθεται ότι δικαιολογούν αυτήν την πολιτική ισχυρής κυβερνητικής παρέμβασης αναφέρονται στην πρόθεση προστασίας των πολύτιμων καρπών της οικονομικής ανάκαμψης, υπονοούμενης όμως ξεκάθαρα ως οικονομικής μεγέθυνσης και όχι ως οικονομική ανάπτυξης. Άλλωστε, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθούν ως ενδείξεις οικονομικής ανάπτυξης οι 1.031 μονάδες αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, οι οποίες την κατατάσσουν στην όγδοη χειρότερη θέση της ΕΕ-27, υπολειπόμενη χωρών όπως η Ρουμανία, η Κροατία, η Λιθουανία, η Σλοβενία και η Πολωνία. Θα ήταν δύσκολο επίσης να θεωρηθεί ως ένδειξη οικονομικής ανάπτυξης το γεγονός ότι σχεδόν ένα στα δύο νοικοκυριά (44,5%) με χαμηλά εισοδήματα αντιμετωπίζουν συνθήκες σοβαρής υλικής αποστέρησης. Τέλος, θα ήταν δύσκολο να θεωρηθεί ως ένδειξη οικονομικής ανάπτυξης το ότι μόλις το 31% των μισθωτών συνεχίζει να καλύπτεται, θεωρητικά, από συλλογικές συμβάσεις, με τη αμφίβολη προϋπόθεση ότι η επιχείρηση που εργάζονται είναι μέλος των εργοδοτικών οργανώσεων που τις έχουν συνομολογήσει.
Οι εργοδοτικές οργανώσεις στις δικές τους προτάσεις, εισηγήθηκαν για φέτος ποσοστιαίες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, προκρίνοντας αυξήσεις μεταξύ 3,5% και 5%, με την Τράπεζα της Ελλάδας, από την πλευρά της, να εισηγείται ένα «προσεκτικό» 4%. Σύμφωνα με αυτές τις προτάσεις, το κύριο επιχείρημα για την συνεχιζόμενη καθήλωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων και την επιτεινόμενη υποτίμηση της εργασίας στην χώρα μας, σχετίζεται με την υποτιθέμενη προστασία από πληθωριστικές πιέσεις και με την ανάγκη σύνδεσης των μισθών με την παραγωγικότητα. Ως προς το πρώτο επιχείρημα, δύσκολα θα βρούμε επιχειρήματα που θα το υποστήριζαν. Από το 2021, η συμμετοχή του μοναδιαίου μισθολογικού κόστους στην διαμόρφωση των τιμών στην Ελλάδα παραμένει σταθερή, την ίδια ώρα που η συμμετοχή του μοναδιαίου κέρδους, για την ίδια περίοδο, αυξάνεται κατά 15%. Ουσιαστικά, ζούμε την αντιφατική εφαρμογή δύο ανταγωνιστικών πολιτικών: από την μια ελευθερία διαμόρφωσης των τιμών των προϊόντων, και από την άλλη θεσμικοί περιορισμοί στη διαμόρφωση των ¨τιμών¨ της εργασίας μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Σε ό,τι, δε, αφορά το επιχείρημα της υποτιθέμενης σύνδεσης της παραγωγικότητας με το ύψος των μισθών, θα άξιζε πραγματικά να προβληματιστούμε για το τι ακριβώς εννοούν οι επιχειρήσεις με τον όρο «παραγωγικότητα», κυρίως ως προς τις παραμέτρους που πράγματι την διασφαλίζουν. Θυμίζουμε κάποια αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Οι μεγάλες κερδοφορίες δεν μεταφράστηκαν σε ανάλογα μεγάλες επενδύσεις στην παραγωγική δομή και λειτουργία των επιχειρήσεων. Οι επενδύσεις παγίων συνεχίζουν εδώ και σχεδόν δεκαπέντε πλέον χρόνια να βρίσκονται κάτω από το επίπεδο των αποσβέσεων. Την ίδια ώρα, παράλληλα με την όποια παρατηρούμενη αύξηση των επενδύσεων την τελευταία τριετία, σημειώνεται σημαντική αύξηση των αποθεμάτων. Διαμορφώνεται έτσι μια εικόνα όπου οι επιχειρήσεις διασφαλίζουν όλο και μεγαλύτερες κερδοφορίες, οι οποίες δε διοχετεύονται ως επενδύσεις στις παραγωγικές δομές, στον βαθμό που δεν χρηματοδοτούν καν την υποκατάσταση του γερασμένου εξοπλισμού τους ή την αναβάθμιση των δεξιοτήτων τους ανθρώπινου δυναμικού τους. Την ίδια ώρα, ερμηνεύοντας κατά το δοκούν τις ενδείξεις της ίδιας τους της επενδυτικής αδράνειας, οι επιχειρήσεις φτάνουν να επικαλούνται την χαμηλή τους παραγωγικότητα για να δικαιολογήσουν την όλο και μεγαλύτερη απόσταση που χωρίζει τον ρυθμό αύξησης των κερδών τους από τον ρυθμό αύξησης των μισθών που παρέχουν.
Με βάση τα παραπάνω, είναι ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε ακόμη πολύ μακριά από συνθήκες που θα μας επιτρέψουν να μιλήσουμε για ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, ή θα μας επιτρέψουν εκ νέου να ταυτίσουμε οικονομική μεγέθυνση και οικονομική ανάπτυξη στην χώρα μας. Οι αισθητά κατώτερες των προσδοκιών προτεινόμενες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, από τις εργοδοτικές οργανώσεις, κρίνονται αναντίστοιχες με την οικονομική πραγματικότητα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εξυπηρετούν ένα όραμα ανάπτυξης. Οι ελληνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν με ένα θολό όραμα μεγέθυνσης των κερδοφοριών τους το οποίο, την ίδια στιγμή, υπονομεύει ακόμη και την δική τους παραγωγική ανάπτυξη.
Είναι κρίσιμο και αναγκαίο να εμπεδωθεί το ότι η συνεχώς παρατεινόμενη περιστολή των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δεν ισοδυναμεί μόνο με υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, αλλά την ίδια στιγμή συμβάλει και στην ουσιαστική αποδόμηση των μηχανισμών παραγωγικής ανάπτυξης των ίδιων των επιχειρήσεων.
Ο Χρήστος Γούλας, PhD, είναι Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα