Ελληνική Γλώσσα: ο Παρθενώνας της Σκέψης
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας ας αξιοποιήσουμε τη μοναδική αυτή γλώσσα που εδώ και αιώνες δεν ακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά συμβάλλει ενεργά στη διαμόρφωσή τους
Η Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 9 Φεβρουαρίου, ημερομηνία που συμπίπτει με την επέτειο του θανάτου του Διονυσίου Σολωμού. Η επιλογή της ημέρας αυτής είναι συμβολική, καθώς συνδέει τη γλώσσα με τη δημιουργία, τη σκέψη και την ιστορική της συνέχεια, από την ποίηση έως τη συλλογική μνήμη. Η καθιέρωση της ημέρας αυτής ξεκίνησε πριν από περίπου δέκα χρόνια από τον καθηγητή Γιάννη Κορίνθιο, ως πρωτοβουλία που γεννήθηκε εκτός θεσμικού πλαισίου, από την ανάγκη να αναδειχθεί και να τιμηθεί η ελληνική γλώσσα ως πολιτισμικό και πνευματικό κεφάλαιο με διεθνή απήχηση. Σταδιακά, μέσα από τη συνεργασία φορέων της ομογένειας, της ελληνικής διπλωματίας και της ακαδημαϊκής κοινότητας, με καθοριστική τη συμβολή του Γιώργου Κουμουτσάκου και του Γιώργου Μπαμπινιώτη, αλλά και με τη στήριξη του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, η πρωτοβουλία αυτή απέκτησε επίσημο χαρακτήρα και θεσμική αναγνώριση με την έγκριση της UNESCO.
Από την εποχή του Ομήρου, η ελληνική γλώσσα συγκροτείται ως ένα ζωντανό σύστημα σκέψης, ικανό να επαινεί την ανδρεία και τα κατορθώματα, αλλά και να αποτυπώνει τις αδυναμίες, τις αγωνίες, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Στη φιλοσοφία, την επιστήμη, το πνεύμα και την τέχνη λειτούργησε ως εργαλείο ανάλυσης, διάκρισης και εννοιολόγησης του κόσμου, προσφέροντας όρους και δομές που επέτρεψαν τη διατύπωση της σκέψης με πρωτοφανή σαφήνεια και ακρίβεια. Με τη μετάβασή της στη ρωμαϊκή και στη συνέχεια στη βυζαντινή εποχή, η ελληνική γλώσσα, χάρις στον εύπλαστο και ευπροσάρμοστο χαρακτήρα της μετασχηματίζεται, διδάσκεται, σχολιάζεται και λειτουργεί ως φορέας γνώσης, επιστημονικής παράδοσης και θεολογικού στοχασμού. Ακόμη και μετά την Άλωση της Πόλεως και την υποδούλωση, επιβιώνει και καλλιεργείται στα εργαστήρια των Ουμανιστών, στα πανεπιστήμια της Δύσης, στα κείμενα και στις εκδόσεις που θεμελιώνουν τη νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη. Αυτή η μακρά διαδρομή επιβεβαιώνει τη ζωντάνια και τη φρεσκάδα μιας γλώσσας με πρωτοφανή εσωτερική συνοχή, ευελιξία και δημιουργική δύναμη, χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν σήμερα να εισέρχεται εκ νέου σε μια εποχή ριζικών τεχνολογικών μετασχηματισμών.
Στον 19ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων τεχνολογικών ανατροπών, η ελληνική γλώσσα επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο ως λειτουργικό σύστημα ονοματοδοσίας της νέας γνώσης. Όταν ο Alexander Graham Bell τελειοποίησε το τηλέφωνο, η εφεύρεση δεν ονομάστηκε περιγραφικά ως «φωνή από μακριά», αλλά telephone, από τις πανάρχαιες λέξεις τῆλε και φωνή, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική μορφολογία προσέφερε ήδη τα ακριβή δομικά εργαλεία για την απόδοση ενός εντελώς νέου τεχνολογικού φαινομένου. Το ίδιο συνέβη με τον τηλέγραφο, το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο, τη φωτογραφία, το φωνογράφο, τον κινηματογράφο, όρους που συγκροτήθηκαν εξ ολοκλήρου από ελληνικά μορφήματα και καθιερώθηκαν διεθνώς ως πρωτογενείς επιστημονικές ονομασίες. Δεν πρόκειται για σύμπτωση: για τους Ευρωπαίους λογίους και επιστήμονες των προηγουμένων αιώνων, τα «ελληνικά» ήταν τα αρχαία ελληνικά: η γλώσσα που διδάχθηκαν συστηματικά στα σχολεία και τα πανεπιστήμια και μέσω της οποίας είχαν άμεση πρόσβαση στα φιλοσοφικά, ιστορικά και επιστημονικά κείμενα στο πρωτότυπο. Χάρη σε αυτή τη γλωσσική παιδεία, οι Φιλέλληνες του 19ου αιώνα διάβασαν την ελληνική γραμματεία από το πρωτότυπο, ανέπτυξαν βαθιά πνευματική σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό και στάθηκαν έμπρακτα αρωγοί στην Ελληνική Επανάσταση. Τόσα της χρωστάμε.
Η ίδια γλώσσα, φορέας μνήμης και νοήματος, εξακολουθεί να καθοδηγεί και σήμερα τη σχέση εκατομμυρίων ανθρώπων με τα μνημεία, τα μουσεία, αλλά και με την τεχνολογία. Στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή, οι επιστήμονες προσέτρεξαν εκ νέου στο ίδιο γλωσσικό απόθεμα: micro, nano, mega, giga, tera για την ακριβή ποσοτική κλίμακα, αλλά και android, anthropoid, anthropomorphic, meta για την περιγραφή σύνθετων εννοιών που συνδέουν την τεχνολογία με τον άνθρωπο. Η ελληνική γλώσσα ενεργοποιήθηκε και πάλι ως εργαλείο ακριβείας και εννοιολογικής σαφήνειας.
Η διαχρονική δύναμη της γλώσσας μας όμως, δεν περιορίζεται στη μορφολογική της ευελιξία, αλλά εκδηλώνεται κυρίως στην ικανότητά της να αποδίδει με ακρίβεια αφηρημένες έννοιες, όπως λόγος, νόημα, αλήθεια, κρίση, ήθος, μέθοδος, έννοιες που δεν περιγράφουν μόνον, αλλά ερμηνεύουν. Γι’ αυτό και μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αποτελώντας το εννοιολογικό υπόβαθρο της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της παιδείας. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή στη σωκρατική σκέψη αποτελεί αναγκαία επανασύνδεση με μια μέθοδο που τοποθετεί την ερώτηση στο κέντρο της γνώσης. Ο Σωκράτης εισήγαγε πρώτος τη μαιευτική μέθοδο, έναν διαλογικό τρόπο σκέψης που, μέσω διαδοχικών ερωτήσεων, οδηγεί τον άνθρωπο σε αυτοεξέταση και συνειδητή κρίση. Στη σύγχρονη εποχή, η ίδια αυτή αρχή επανεμφανίζεται σε διαλογικά εκπαιδευτικά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως οι λεγόμενοι Socratic tutors, καθώς και στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που αναπτύσσονται από οργανισμούς όπως η OpenAI, η Google DeepMind και η Anthropic. Σε αυτά τα περιβάλλοντα, ο χρήστης καθοδηγείται μέσω ερωτήσεων να αναπτύξει κρίση, αναστοχασμό και ικανότητα σύνθεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται διεθνώς αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως «επιστροφή» των ανθρωπιστικών σπουδών ή, με τον εύστοχο όρο του Steven Johnson, ως Revenge of the Humanities. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αυτοματοποιεί ολοένα και περισσότερες τεχνικές διαδικασίες, δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η ηθική κρίση, η ακρίβεια του λόγου, η πολιτισμική κατανόηση και η ερμηνεία του νοήματος αναδεικνύονται σε κεντρικά ζητούμενα. Όπως επισημαίνεται και στο Future of Jobs Report 2025 του World Economic Forum, οι δεξιότητες που θα καθορίσουν το μέλλον της εκπαίδευσης και της αγοράς εργασίας σχετίζονται πρωτίστως με την ανάλυση, τη δημιουργικότητα, την προσαρμοστικότητα και τη σύνθετη επίλυση προβλημάτων. Σε αυτό το περιβάλλον, τα παιδιά που γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά, καθώς και όσοι σπουδάζουν κλασικές ή ευρύτερα ανθρωπιστικές επιστήμες, διαθέτουν σαφές πλεονέκτημα: έχουν ήδη εκπαιδευτεί στη γλωσσική ακρίβεια, στη δομημένη σκέψη, στη διαχείριση αφηρημένων εννοιών και στη διάκριση του ουσιώδους από το επιφανειακό, δεξιότητες που αποδεικνύονται καθοριστικές στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Όσοι γνωρίζουμε Ελληνικά ως μητρική μας γλώσσα, διαθέτουμε ένα σπάνιο προνόμιο: με σχετικά μικρή προσπάθεια μπορούμε να προσεγγίσουμε ένα τεράστιο σώμα γνώσης, εννοιών και δομών σκέψης, το οποίο άλλοι καλούνται να κατακτήσουν μέσω μακρόχρονης και συστηματικής εκπαίδευσης. Η εξοικείωση με τα Αρχαία Ελληνικά συνιστά συνειδητή επένδυση στο μέλλον, καθώς καλλιεργεί την ακρίβεια του λόγου, τη δομημένη σκέψη, την ικανότητα διάκρισης και ερμηνείας του νοήματος. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη, αλλά η κρίση σπανίζει, αυτές ακριβώς οι δεξιότητες καθίστανται καθοριστικές. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνική γλώσσα αποτελεί έναν «άυλο Παρθενώνα»: ένα οικοδόμημα πνευματικής ακρίβειας, μέτρου και αρμονίας, που μπορεί να μην δεσπόζει σε έναν τόπο, αλλά κατοικεί διαχρονικά στη σκέψη και στον λόγο όσων τη χρησιμοποιούν.
Η Ευγενία Μανωλίδου είναι μουσικός και διευθύντρια της Σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή»
Από την εποχή του Ομήρου, η ελληνική γλώσσα συγκροτείται ως ένα ζωντανό σύστημα σκέψης, ικανό να επαινεί την ανδρεία και τα κατορθώματα, αλλά και να αποτυπώνει τις αδυναμίες, τις αγωνίες, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τις επιθυμίες του ανθρώπου. Στη φιλοσοφία, την επιστήμη, το πνεύμα και την τέχνη λειτούργησε ως εργαλείο ανάλυσης, διάκρισης και εννοιολόγησης του κόσμου, προσφέροντας όρους και δομές που επέτρεψαν τη διατύπωση της σκέψης με πρωτοφανή σαφήνεια και ακρίβεια. Με τη μετάβασή της στη ρωμαϊκή και στη συνέχεια στη βυζαντινή εποχή, η ελληνική γλώσσα, χάρις στον εύπλαστο και ευπροσάρμοστο χαρακτήρα της μετασχηματίζεται, διδάσκεται, σχολιάζεται και λειτουργεί ως φορέας γνώσης, επιστημονικής παράδοσης και θεολογικού στοχασμού. Ακόμη και μετά την Άλωση της Πόλεως και την υποδούλωση, επιβιώνει και καλλιεργείται στα εργαστήρια των Ουμανιστών, στα πανεπιστήμια της Δύσης, στα κείμενα και στις εκδόσεις που θεμελιώνουν τη νεότερη ευρωπαϊκή σκέψη. Αυτή η μακρά διαδρομή επιβεβαιώνει τη ζωντάνια και τη φρεσκάδα μιας γλώσσας με πρωτοφανή εσωτερική συνοχή, ευελιξία και δημιουργική δύναμη, χαρακτηριστικά που της επιτρέπουν σήμερα να εισέρχεται εκ νέου σε μια εποχή ριζικών τεχνολογικών μετασχηματισμών.
Στον 19ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων τεχνολογικών ανατροπών, η ελληνική γλώσσα επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο ως λειτουργικό σύστημα ονοματοδοσίας της νέας γνώσης. Όταν ο Alexander Graham Bell τελειοποίησε το τηλέφωνο, η εφεύρεση δεν ονομάστηκε περιγραφικά ως «φωνή από μακριά», αλλά telephone, από τις πανάρχαιες λέξεις τῆλε και φωνή, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική μορφολογία προσέφερε ήδη τα ακριβή δομικά εργαλεία για την απόδοση ενός εντελώς νέου τεχνολογικού φαινομένου. Το ίδιο συνέβη με τον τηλέγραφο, το τηλεσκόπιο, το μικροσκόπιο, τη φωτογραφία, το φωνογράφο, τον κινηματογράφο, όρους που συγκροτήθηκαν εξ ολοκλήρου από ελληνικά μορφήματα και καθιερώθηκαν διεθνώς ως πρωτογενείς επιστημονικές ονομασίες. Δεν πρόκειται για σύμπτωση: για τους Ευρωπαίους λογίους και επιστήμονες των προηγουμένων αιώνων, τα «ελληνικά» ήταν τα αρχαία ελληνικά: η γλώσσα που διδάχθηκαν συστηματικά στα σχολεία και τα πανεπιστήμια και μέσω της οποίας είχαν άμεση πρόσβαση στα φιλοσοφικά, ιστορικά και επιστημονικά κείμενα στο πρωτότυπο. Χάρη σε αυτή τη γλωσσική παιδεία, οι Φιλέλληνες του 19ου αιώνα διάβασαν την ελληνική γραμματεία από το πρωτότυπο, ανέπτυξαν βαθιά πνευματική σχέση με τον ελληνικό πολιτισμό και στάθηκαν έμπρακτα αρωγοί στην Ελληνική Επανάσταση. Τόσα της χρωστάμε.
Η ίδια γλώσσα, φορέας μνήμης και νοήματος, εξακολουθεί να καθοδηγεί και σήμερα τη σχέση εκατομμυρίων ανθρώπων με τα μνημεία, τα μουσεία, αλλά και με την τεχνολογία. Στη σύγχρονη τεχνολογική εποχή, οι επιστήμονες προσέτρεξαν εκ νέου στο ίδιο γλωσσικό απόθεμα: micro, nano, mega, giga, tera για την ακριβή ποσοτική κλίμακα, αλλά και android, anthropoid, anthropomorphic, meta για την περιγραφή σύνθετων εννοιών που συνδέουν την τεχνολογία με τον άνθρωπο. Η ελληνική γλώσσα ενεργοποιήθηκε και πάλι ως εργαλείο ακριβείας και εννοιολογικής σαφήνειας.
Η διαχρονική δύναμη της γλώσσας μας όμως, δεν περιορίζεται στη μορφολογική της ευελιξία, αλλά εκδηλώνεται κυρίως στην ικανότητά της να αποδίδει με ακρίβεια αφηρημένες έννοιες, όπως λόγος, νόημα, αλήθεια, κρίση, ήθος, μέθοδος, έννοιες που δεν περιγράφουν μόνον, αλλά ερμηνεύουν. Γι’ αυτό και μεταφέρθηκαν σχεδόν αυτούσιες στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αποτελώντας το εννοιολογικό υπόβαθρο της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της παιδείας. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή στη σωκρατική σκέψη αποτελεί αναγκαία επανασύνδεση με μια μέθοδο που τοποθετεί την ερώτηση στο κέντρο της γνώσης. Ο Σωκράτης εισήγαγε πρώτος τη μαιευτική μέθοδο, έναν διαλογικό τρόπο σκέψης που, μέσω διαδοχικών ερωτήσεων, οδηγεί τον άνθρωπο σε αυτοεξέταση και συνειδητή κρίση. Στη σύγχρονη εποχή, η ίδια αυτή αρχή επανεμφανίζεται σε διαλογικά εκπαιδευτικά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως οι λεγόμενοι Socratic tutors, καθώς και στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που αναπτύσσονται από οργανισμούς όπως η OpenAI, η Google DeepMind και η Anthropic. Σε αυτά τα περιβάλλοντα, ο χρήστης καθοδηγείται μέσω ερωτήσεων να αναπτύξει κρίση, αναστοχασμό και ικανότητα σύνθεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται διεθνώς αυτό που έχει χαρακτηριστεί ως «επιστροφή» των ανθρωπιστικών σπουδών ή, με τον εύστοχο όρο του Steven Johnson, ως Revenge of the Humanities. Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη αυτοματοποιεί ολοένα και περισσότερες τεχνικές διαδικασίες, δεξιότητες όπως η κριτική σκέψη, η ηθική κρίση, η ακρίβεια του λόγου, η πολιτισμική κατανόηση και η ερμηνεία του νοήματος αναδεικνύονται σε κεντρικά ζητούμενα. Όπως επισημαίνεται και στο Future of Jobs Report 2025 του World Economic Forum, οι δεξιότητες που θα καθορίσουν το μέλλον της εκπαίδευσης και της αγοράς εργασίας σχετίζονται πρωτίστως με την ανάλυση, τη δημιουργικότητα, την προσαρμοστικότητα και τη σύνθετη επίλυση προβλημάτων. Σε αυτό το περιβάλλον, τα παιδιά που γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά, καθώς και όσοι σπουδάζουν κλασικές ή ευρύτερα ανθρωπιστικές επιστήμες, διαθέτουν σαφές πλεονέκτημα: έχουν ήδη εκπαιδευτεί στη γλωσσική ακρίβεια, στη δομημένη σκέψη, στη διαχείριση αφηρημένων εννοιών και στη διάκριση του ουσιώδους από το επιφανειακό, δεξιότητες που αποδεικνύονται καθοριστικές στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Όσοι γνωρίζουμε Ελληνικά ως μητρική μας γλώσσα, διαθέτουμε ένα σπάνιο προνόμιο: με σχετικά μικρή προσπάθεια μπορούμε να προσεγγίσουμε ένα τεράστιο σώμα γνώσης, εννοιών και δομών σκέψης, το οποίο άλλοι καλούνται να κατακτήσουν μέσω μακρόχρονης και συστηματικής εκπαίδευσης. Η εξοικείωση με τα Αρχαία Ελληνικά συνιστά συνειδητή επένδυση στο μέλλον, καθώς καλλιεργεί την ακρίβεια του λόγου, τη δομημένη σκέψη, την ικανότητα διάκρισης και ερμηνείας του νοήματος. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη, αλλά η κρίση σπανίζει, αυτές ακριβώς οι δεξιότητες καθίστανται καθοριστικές. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνική γλώσσα αποτελεί έναν «άυλο Παρθενώνα»: ένα οικοδόμημα πνευματικής ακρίβειας, μέτρου και αρμονίας, που μπορεί να μην δεσπόζει σε έναν τόπο, αλλά κατοικεί διαχρονικά στη σκέψη και στον λόγο όσων τη χρησιμοποιούν.
Η Ευγενία Μανωλίδου είναι μουσικός και διευθύντρια της Σχολής Αρχαίων Ελληνικών «Ελληνική Αγωγή»
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα