Τα δύο ελληνικά “κράτη” και ο κίνδυνος της ισοπέδωσης
Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

Τα δύο ελληνικά “κράτη” και ο κίνδυνος της ισοπέδωσης

Το κοινωνικό αίτημα αλλά και η δέσμευση των κατά καιρούς πολιτικών ηγεσιών “να φτιάξουμε επιτέλους κράτος” ακούγεται συχνά και ακούγεται ομολογουμένως θελκτική, αν και κάπως βαρύγδουπη

Τα κράτη είναι ωστόσο τεράστιοι οργανισμοί που ούτε αλλάζουν και μεταρρυθμίζονται από την μία μέρα στην άλλη, ούτε και ο εκσυγχρονισμός τους μπορεί να είναι ποτέ ενιαίος σε όλη την κλίμακά τους. Ακόμη και σε πολύ προηγμένα κράτη του δυτικού κόσμου, θα συναντήσει κανείς τμήματά τους που λειτουργούν υποδειγματικά, με όρους μέλλοντος, και άλλα που έχουν μείνει πίσω στον χρόνο και τα χαρακτηρίζει η εγκατάλειψη.

Οι λόγοι για αυτές τις ανισομέρειες είναι πολλοί και διαφορετικοί ανά περίπτωση, ωστόσο κυρίως έχουν να κάνουν με τις κοινωνικές και πολιτικές προτεραιότητες της κάθε χώρας. Από τη στιγμή που οι πόροι ενός κράτους ποτέ δεν είναι άπειροι, υπάρχουν πάντοτε ανάγκες που προηγούνται και είναι πιο επείγουσες και άλλες που κατατάσσονται χαμηλότερα στο φαντασιακό μας.

Στην περίπτωση του ελληνικού κράτους, όμως, οι αντιφάσεις αυτές είναι και μεγαλύτερες και πιο δυσερμήνευτες. Πάντως δεν εξηγούνται αναγκαστικά από την έλλειψη πόρων και μόνο. Πράγματι, η εκσυγχρονιστική διαδρομή του ελληνικού κράτους υπήρξε αντιφατική και ουδέποτε ευθύγραμμη, από την πρώτη στιγμή της συγκρότησής του με την έλευση Καποδίστρια.

Καθώς ήταν ένα κράτος που οικοδομήθηκε κυριολεκτικά από το μηδέν χωρίς τεχνογνωσία και κουλτούρα διοίκησης αλλά και χωρίς αναπτυγμένη την αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος από τις ηγετικές του ελίτ, η εξέλιξή του ήταν μια διαρκής εναλλαγή επιτυχιών και αποτυχιών σε όλες τις επιμέρους ιστορικές του φάσεις. Είναι αυτό που βλέπουμε μάλλον διογκωμένο σήμερα: άλλους τομείς του κράτους μας να πετάνε με ταχύτητες 21ου αιώνα όπως η ψηφιοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών, και άλλες να έχουν κολλήσει στον 20ό αιώνα ή και ακόμη πιο πίσω, όπως οι σιδηρόδρομοι.

Άλλες πάλι υποδομές όπως οι εθνικές οδοί, το αεροδρόμιο ή το μετρό της Αθήνας να παρουσιάζουν πολύ υψηλή ποιότητα και άλλες όπως το διαρκώς εξαγγελόμενο μετρό της Θεσσαλονίκης να έχει καταντήσει ανέκδοτο. Έτσι οι πολίτες στέκουν δικαιολογημένα αμφίθυμοι απέναντι στο ελληνικό κράτος. Είναι σαν να μην βλέπουν ένα αλλά πολλά να συνυπάρχουν την ίδια στιγμή όπως σε ένα ιάνειο πρόσωπο.

Ανάμεσα στο βάλτωμα και τη συνειδητοποίηση του προβλήματος

Αλλά αυτή η στρέβλωση τείνει να μετατραπεί σε κοινωνική και πολιτική κρίση όταν τέτοια τραγικά και πολύνεκρα δυστυχήματα όπως στα Τέμπη, για τα οποία είναι ακριβώς υπεύθυνες οι κακές δημόσιες υποδομές, δημιουργούν μια ενστικτώδη αντίδραση απαξίωσης του κράτους όπως και οργής προς το πολιτικό σύστημα συνολικά, όχι μόνο προς την εκάστοτε κυβένρηση.

Διότι ανεξάρτητα των όποιων ευθυνών, κανείς εντέλει δεν γλιτώνει την απαξίωση όταν επικρατεί το θυμικό έναντι της ψύχραιμης κρίσης. Ο πρώτιστος κίνδυνος είναι πάντοτε η άκριτη ισοπέδωση όσων επιτυχημένων έχουν ήδη γίνει καθώς κι ένα γενικευμένο αίσθημα απελπισίας ότι αυτό το κράτος δεν αλλάζει τάχα λόγω του οθωμανικού του παρελθόντος, των διεφθαρμένων πολιτικών μας, της αρρωστημένης μας κουλτούρας, κλπ. Αν αυτά τα αισθήματα του μηδενισμού και της τυφλής οργής κυριαρχήσουν, τότε η προφητεία αποδεικνύεται αυτοεκπληρούμενη: πράγματι το κράτος δεν πρόκειται να αλλάξει, διότι κανείς πλέον δεν θα το εμπιστεύεται.

Έτσι, σε τέτοιες περιπτώσεις ανεξέλεγκτων συναισθηματικών εκρήξεων ή/και αυτομαστίγωσης, η παρακμή και η εγκατάλειψη εντείνεται, ο (κατά τα άλλα δικαιολογημένος θυμός) των πολιτών οδηγεί στην επιλογή ακόμη πιο ανίκανων πολιτικών ηγεσιών, και τελικά, κράτος, πολιτικό σύστημα και κοινωνία βαλτώνουν ακόμη χειρότερα μέσα στο πρόβλημα. Κάπως έτσι είναι που αποτυγχάνουν τα έθνη, όπως αναρωτιόταν μια παλιότερη κλασική μελέτη με αυτό το θέμα (Ντ. Ατσέμογλου – Τζ. Ρόμπινσον, Γιατί αποτυγχάνουν τα έθνη, 2012).

Κλείσιμο
Υπάρχει ωστόσο και ο άλλος δρόμος, ασφαλώς πιο δύσκολος και πιο επίπονος -διότι πρέπει να παραδεχτούμε ότι το βύθισμα και η παραίτηση είναι ευκολότερα αφού δεν απαιτούν προσπάθεια και εκ νέου επένδυση σε δύσκολες προκλήσεις. Είναι ο ανηφορικός δρόμος, αρχικά της οδύνης και του πένθους που οδηγεί στη βαθιά συνειδητοποίηση του τι χάσαμε.

Καθώς και της ειλικρινούς παραδοχής των λαθών και των αστοχιών σε όλα τα επίπεδα. Αν αυτά τα στάδια διανυθούν πρωτίστως από τις ηγεσίες, με την απαιτούμενη ειλικρίνεια και γενναιότητα, τότε υπάρχουν όντως εν συνεχεία οι προϋποθέσεις να δοθούν και οι κατάλληλες λύσεις στα προβλήματα. Από το ελληνικό κράτος άλλωστε δεν λείπουν ούτε οι υλικοί ούτε οι ανθρώπινοι πόροι για κάτι τέτοιο. Η διασπάθιση χρήματος στον ΟΣΕ τις προηγούμενες δεκαετίες υπήρξε παροιμιώδης.

Λεφτά υπήρχαν. Εκείνο που έλειπε ήταν η οργάνωση, οι καλές πρακτικές διοίκησης, ένα πιο λειτουργικό πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, ο υψηλός επαγγελματισμός των εργαζομένων, ο υπεύθυνος συνδικαλισμός, η πάταξη του φαινομένου της καταλήστευσης των σιδηροδρομικών υλικών από παραβατικές ομάδες, και στο τέλος της ημέρας, το πραγματικό ενδιαφέρον της πολιτείας ως προς το αποτέλεσμα. Η προσήλωση δηλαδή στο δημόσιο συμφέρον.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η δυνατότητα για σαφή βελτίωση της κατάστασης, και μάλιστα σε ορατό ορίζοντα χρόνου, δεν αφορά μόνο αιθεροβάμονες. Και σίγουρα, η λύση δεν είναι η εκλογολογία και ποια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση αλλά πως μέχρι να φθάσουμε στις εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, το κράτος θα έχει να παρουσιάσει ένα σαφές σχέδιο αναδιάταξης του ΟΣΕ.

Το βασικό ερώτημα που αφορά όλους μας, κράτος και κοινωνία, είναι αν θέλουμε να έχουμε πράγματι καλές δημόσιες μεταφορές, σε μια χώρα όπου η προτεραιότητά μας είναι σταθερά η μετακίνηση με ιδιωτικά μέσα. Όπως έχει γράψει όμως στοχαστικά ο Άγγλος ιστορικός, Τόνυ Τζαντ (Η δόξα των σιδηροδρόμων, ΜΙΕΤ, ), το ερώτημα αυτό ξεπερνάει το αν θα επιλέξουμε απλώς το ένα ή το άλλο μέσο μεταφοράς: «Αν χάσουμε τους σιδηρόδρομους δεν θα έχουμε χάσει απλώς ένα πολύτιμο πρακτικό εφόδιο, που η αναπλήρωση ή η ανάκτησή του θα ήταν αφόρητα δαπανηρή. Θα έχουμε αποδεχτεί ότι λησμονήσαμε πως να ζούμε συλλογικά. [...] Θα σήμαιναν ότι έχουμε απεμπολήσει τη σύγχρονη ζωή».




*Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Δείτε Επίσης