Περισσότεροι από 500 Ροχίνγκια πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο εκτιμάται ότι
χάθηκαν στη θάλασσα, μετά την εξαφάνιση
δύο υπερφορτωμένων σκαφών που απέπλευσαν από τη δυτική Μιανμάρ στα τέλη Ιουνίου, σε μία τραγωδία που αναδεικνύει για ακόμη μία φορά την απόγνωση της διωκόμενης μουσουλμανικής μειονότητας.
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΗΕ, τα
δύο ξύλινα αλιευτικά σκάφη, στα οποία επέβαιναν συνολικά περίπου 530 άνθρωποι, απέπλευσαν στις 29 Ιουνίου από την πολιτεία Ρακίν της Μιανμάρ. Προορισμός τους ήταν η Μαλαισία, μέσω ενός δικτύου διακινητών που χρησιμοποιεί επικίνδυνες θαλάσσιες και χερσαίες διαδρομές.
Το πρώτο σκάφος, με περίπου 250 επιβαίνοντες, χάθηκε λίγο μετά την αναχώρησή του, ενώ
το δεύτερο, που μετέφερε περίπου 280 ανθρώπους, εκτιμάται ότι βυθίστηκε στις 8 Ιουλίου κοντά στις ακτές της περιοχής Αγιεγιαρουάντι. Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση για επιζώντες.
Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ναυάγιο
Δημοσιογράφος του BBC, επικαλούμενη πληροφορίες από την οργάνωση Arakan Project, αναφέρει ότι οι δύο βάρκες πιθανότατα ανατράπηκαν εξαιτίας των ιδιαίτερα επικίνδυνων καιρικών συνθηκών που επικρατούν κατά την περίοδο των μουσώνων. Τα σκάφη ήταν παλαιά αλιευτικά, μετασκευασμένα ώστε να μεταφέρουν πολύ περισσότερους ανθρώπους από όσους μπορούσαν με ασφάλεια.
Ενδείξεις για την τραγωδία αποτελούν η ανεύρεση της σορού μίας γυναίκας στις ακτές του Μπαγκλαντές, αλλά και αρκετών ακόμη πτωμάτων που εντοπίστηκαν από ψαράδες στη θάλασσα λίγες ημέρες αργότερα.
Απόγνωση και επικίνδυνες διαδρομές
Οι Ροχίνγκια συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη Μιανμάρ, όπου παραμένουν χωρίς υπηκοότητα και υπό καθεστώς διώξεων, αλλά και τους υπερπλήρεις καταυλισμούς του Μπαγκλαντές, όπου οι περικοπές στη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια έχουν επιδεινώσει δραματικά τις συνθήκες διαβίωσης. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην πολιτεία Ρακίν περιορίζει ακόμη περισσότερο τις επιλογές διαφυγής.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις οργανώσεων που παρακολουθούν την κατάσταση, περισσότεροι από 10.000 Ροχίνγκια έχουν επιχειρήσει να φύγουν δια θαλάσσης από τον περασμένο Σεπτέμβριο, αριθμός σημαντικά αυξημένος σε σχέση με προηγούμενα χρόνια.