Έτρωγε ωμό ψάρι και έπινε βρόχινο νερό: Η απίστευτη περιπέτεια 42χρονου στον Ειρηνικό - «Δεν έχασα ποτέ την ελπίδα μου»
Η μηχανή της βάρκας του παρουσίασε πρόβλημα μέχρι που σταμάτησε εντελώς - Έπειτα από 8 ημέρες, αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας της Νέας Ζηλανδίας τον εντόπισε και ειδοποίησε τα αλιευτικά που βρίσκονταν στην περιοχή
Μια πραγματική μάχη για επιβίωση έδωσε ο 42χρονος ψαράς Τζούνιορ Απιούτα, ο οποίος έμεινε επί οκτώ ημέρες στον Ειρηνικό Ωκεανό, αφού η μηχανή της μικρής αλιευτικής βάρκας του παρουσίασε βλάβη κατά τη διάρκεια ψαρέματος.
Σύμφωνα με τον Guardian, ο ψαράς διασώθηκε στις 18 Ιουνίου, όταν εντοπίστηκε από αεροσκάφος της Πολεμικής Αεροπορίας της Νέας Ζηλανδίας. Λίγο αργότερα περισυνελέγη από αλιευτικό σκάφος, βάζοντας τέλος στην περιπέτειά του.
Το χρονικό
Η περιπέτειά του ξεκίνησε στις 11 Ιουνίου. Αφού ολοκλήρωσε έναν αγώνα βόλεϊ, πήγε στο σπίτι του, ετοίμασε τον εξοπλισμό του και βγήκε για ψάρεμα. Ακολουθώντας πουλιά που πετούσαν πάνω από τη θάλασσα, ένδειξη ότι υπήρχαν ψάρια στην περιοχή, απομακρύνθηκε από την ακτή.
Λίγη ώρα αργότερα, η μηχανή της βάρκας του άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα, λειτουργώντας με διακοπές, μέχρι που σταμάτησε εντελώς καθώς έπεφτε η νύχτα. Χωρίς τα απαραίτητα εργαλεία για να την επισκευάσει και με τον άνεμο να ενισχύεται, σκέφτηκε ακόμη και να πέσει στη θάλασσα για να κολυμπήσει πίσω στο νησί, όμως γρήγορα κατάλαβε ότι δεν θα τα κατάφερνε. Έτσι επέλεξε να παραμείνει στη βάρκα, βλέποντας σταδιακά τα φώτα να χάνονται.
Οκτώ ημέρες με δύο μπουκάλια νερό
Οι επόμενες ημέρες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα δύσκολες. Ο Απιούτα βρέθηκε αντιμέτωπος με ισχυρούς ανέμους, τεράστια κύματα, συνεχείς βροχοπτώσεις και χαμηλές θερμοκρασίες.
Όπως περιγράφει, δύο φορές τα κύματα τον έριξαν στη θάλασσα, όμως κατάφερε να επιστρέψει στη βάρκα. «Τα κύματα ήταν τεράστια» είπε. Για να μην παρασυρθεί από τη θάλασσα, καθόταν όσο πιο χαμηλά μπορούσε, ενώ ταυτόχρονα απομάκρυνε συνεχώς τα νερά που γέμιζαν το σκάφος.
Κλείσιμο
Τα μοναδικά εφόδια που είχε μαζί του ήταν δύο μπουκάλια νερό, ένας κουβάς, τα αλιευτικά του εργαλεία, ένα φορητό ψυγείο και ένα σεντόνι.
Για να επιβιώσει, έτρωγε μικρές ποσότητες ωμού ψαριού που έπιανε με τα εργαλεία του και συγκέντρωνε βρόχινο νερό στον κουβά για να πίνει. Τις νύχτες χρησιμοποιούσε το σεντόνι και το ψυγείο για να προστατευτεί όσο μπορούσε από το έντονο κρύο.
Ο ίδιος αναφέρει ότι σε όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας δεν σταμάτησε να προσεύχεται. Παρά την αβεβαιότητα για το πού τον οδηγούσαν τα θαλάσσια ρεύματα, δηλώνει πως δεν έχασε ποτέ την ελπίδα ότι θα σωθεί.
Την τρίτη ημέρα διέκρινε τα φώτα ενός αλιευτικού σκάφους και προσπάθησε να το πλησιάσει κωπηλατώντας, όμως οι δυνατοί άνεμοι τον απομάκρυναν και το πλοίο χάθηκε από το οπτικό του πεδίο.
Η διάσωση και το πρώτο τηλεφώνημα
Την όγδοη ημέρα άκουσε τον ήχο αεροσκάφους να πετά πάνω από την περιοχή και πίστεψε ότι η διάσωσή του πλησίαζε. Το αεροσκάφος της Νέας Ζηλανδίας εντόπισε τη βάρκα του και ειδοποίησε τα αλιευτικά που βρίσκονταν στην περιοχή.
Λίγο αργότερα, ένα αλιευτικό πλησίασε. Ο Απιούτα σφύριζε ασταμάτητα μέχρι που ένα μέλος του πληρώματος αντιλήφθηκε την παρουσία του και έριξε τον φακό προς τη βάρκα του. Έπειτα από επτά νύχτες και οκτώ ημέρες μόνος στη θάλασσα, η περιπέτειά του έλαβε τέλος.
Ανεβαίνοντας στο πλοίο έκανε μπάνιο, έφαγε και επικοινώνησε αμέσως με την οικογένειά του. Το πρώτο τηλεφώνημα ήταν στη σύντροφό του, στην οποία είπε: «Αγάπη μου, είμαι καλά».
Ο 42χρονος μεταφέρθηκε στη Νέα Ζηλανδία και αναμένεται σύντομα να επιστρέψει στις Νήσους Κουκ. Δηλώνει ότι θα συνεχίσει να εργάζεται ως ψαράς, αλλά πλέον με μεγαλύτερη προσοχή, υπενθυμίζοντας σε όσους βγαίνουν στη θάλασσα να έχουν πάντα μαζί τους φακό, σωσίβιο, αδιάβροχο και να προετοιμάζονται κατάλληλα πριν από κάθε εξόρμηση.