Ανάλυση: Κρυφτούλι χωρίς τέλος στα Στενά του Ορμούζ, πώς ο Τραμπ υποτίμησε τις πραγματικές αντοχές των μουλάδων
Η κυοφορούμενη συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν δεν λύνει τη βαθύτερη σύγκρουση - Οι Φρουροί της Επανάστασης ελέγχουν ολόκληρο τον μηχανισμό στην Τεχεράνη - Το πυρηνικό πρόγραμμα θεωρείται εργαλείο επιβίωσης του καθεστώτος
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η συζήτηση για μια πιθανή συμφωνία ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν επέστρεψε στο προσκήνιο με γνώριμο, σχεδόν επαναλαμβανόμενο τρόπο. Η Ουάσινγκτον αναζητά αποκλιμάκωση. Η Τεχεράνη ζητά ανταλλάγματα. Οι αγορές κοιτούν ξανά τα Στενά του Ορμούζ ως βαρόμετρο παγκόσμιας ανησυχίας. Το Ισραήλ διαβάζει κάθε λέξη, κάθε διατύπωση και κάθε ασάφεια ως πιθανό κενό ασφαλείας. Και η διεθνής κοινότητα αναρωτιέται αν αυτή τη φορά υπάρχει πραγματικό περιθώριο για μια κανονική, πλήρη και συγκεκριμένη διευθέτηση.
Το πρόβλημα είναι ότι η απάντηση ίσως δεν βρίσκεται εκεί όπου συνήθως την αναζητούμε. Οχι στο αν θα υπάρξει συμφωνία. Αλλά στο τι ακριβώς μπορεί να πετύχει μια τέτοια συμφωνία.
Διότι ακόμη και αν η Τεχεράνη δεχθεί να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ, ακόμη και αν υπάρξει κάποια νέα φόρμουλα περιορισμών στο πυρηνικό της πρόγραμμα, ακόμη και αν ο Ντόναλντ Τραμπεμφανίσει την εξέλιξη ως προσωπική διπλωματική επιτυχία, τίποτε από αυτά δεν αγγίζει τον βαθύτερο πυρήνα του προβλήματος. Τη φύση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τη στρατηγική της συνέχεια από το 1979 μέχρι σήμερα. Την αντίληψη ενός καθεστώτος που δεν βλέπει τον εαυτό του απλώς ως κράτος, αλλά ως επαναστατικό σύστημα με αποστολή, εχθρούς και ιστορικό ρόλο.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Συμφωνία ή μη, η ιρανική πρόκληση προς την Αμερική δεν εξαντλείται σε έναν πρόεδρο, σε έναν γύρο διαπραγματεύσεων ή σε ένα κείμενο δεκατεσσάρων σημείων. Θα διαρκέσει πέρα από τον Τραμπ.
Το λάθος της Δύσης
Υπάρχει ένα μάθημα που η Δύση συχνά μαθαίνει αργά, συνήθως αφού έχει προηγηθεί η κρίση. Οταν ένα καθεστώς ή ένα κίνημα διατυπώνει ανοιχτά μακροπρόθεσμους ιδεολογικούς στόχους και δείχνει επανειλημμένα ότι είναι έτοιμο να χρησιμοποιήσει βία για να τους πετύχει, πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Οχι ως ρητορική υπερβολή. Οχι ως εσωτερική κατανάλωση. Αλλά ως στρατηγική πρόθεση.
Το είδαμε με την Αλ Κάιντα στο Ιράκ. Οταν ο Αϊμάν αλ Ζαουάχρι έγραφε στον Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι για τη δημιουργία ενός ισλαμικού χαλιφάτου, πολλοί το αντιμετώπισαν ως ακραία φαντασίωση χωρίς πρακτικό βάθος. Δέκα χρόνια αργότερα, ο Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι κατέλαβε τη Μοσούλη και ανακοίνωσε την ίδρυση του Ισλαμικού Κράτους πάνω σε εδάφη εκατομμυρίων ανθρώπων. Το ίδιο λάθος κινδυνεύει να επαναληφθεί με το Ιράν. Η Δύση διαβάζει συχνά την Τεχεράνη μέσα από το φίλτρο της τακτικής. Κυρώσεις, διαπραγματεύσεις, οικονομική πίεση, στρατιωτική αποτροπή, εσωτερικές ισορροπίες, ανάγκη επιβίωσης του καθεστώτος. Ολα αυτά έχουν σημασία. Κανένα όμως δεν αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει τη διάρκεια, τη συνέχεια και τη συνέπεια της ιρανικής συμπεριφοράς.
Η συνέχεια βρίσκεται στην ιδεολογία του καθεστώτος. Στην πεποίθηση ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα κράτος με σύνορα, υπουργεία και διπλωματικές αντιπροσωπείες, αλλά ένα επαναστατικό σχέδιο. Στην αποστολή των Φρουρών της Επανάστασης. Στην εξαγωγή επιρροής. Στη συστηματική υποστήριξη ένοπλων οργανώσεων. Στην επιδίωξη εκδίωξης των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή. Στην άρνηση νομιμοποίησης του Ισραήλ ως κράτους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τεχεράνη δεν υπολογίζει το κόστος. Το υπολογίζει. Δεν σημαίνει ότι δεν διαπραγματεύεται. Διαπραγματεύεται και μάλιστα αποδεδειγμένα σκληρά. Δεν σημαίνει ότι δεν κάνει τακτικούς ελιγμούς. Τους κάνει διαρκώς. Σημαίνει όμως ότι οι ελιγμοί υπηρετούν μια σταθερή στρατηγική. Οχι το αντίστροφο. Από το 1979 και την κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη, όλοι οι Αμερικανοί πρόεδροι βρέθηκαν μπροστά στο ίδιο βασικό δίλημμα. Πώς αντιμετωπίζεις ένα καθεστώς που λειτουργεί ταυτόχρονα ως κράτος, επανάσταση και δίκτυο περιφερειακής ισχύος;
Κλείσιμο
Οι Δημοκρατικοί έτειναν να πιστεύουν περισσότερο στη διπλωματία. Η συμφωνία του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα, επί Μπαράκ Ομπάμα, αποτέλεσε την κορύφωση αυτής της σχολής σκέψης. Περιόρισε για ένα διάστημα κρίσιμες πτυχές του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Εδωσε χρόνο. Μείωσε έναν άμεσο κίνδυνο. Ωστόσο δεν άλλαξε την περιφερειακή συμπεριφορά της Τεχεράνης.
Οι Ρεπουμπλικανοί, αντιθέτως, έδωσαν μεγαλύτερο βάρος στην πίεση, στις κυρώσεις και τη στρατιωτική αποτροπή. Η λογική της «μέγιστης πίεσης» στηρίχθηκε στην εκτίμηση ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τη διπλωματία για να κερδίζει χρόνο, πόρους και επιχειρησιακή ευελιξία. Και οι δύο σχολές είχαν δίκιο σε κάτι. Και οι δύο έκαναν λάθος σε κάτι άλλο. Η διπλωματία μπορεί να περιορίσει συγκεκριμένες δυνατότητες. Ομως καμία από αυτές τις μεθόδους δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να αλλάξει τη βαθύτερη ιδεολογική πορεία του καθεστώτος.
Οι Φρουροί της Επανάστασης
Το Ιράν δεν πρέπει να διαβάζεται μόνο μέσα από το υπουργείο Εξωτερικών του, τον εκάστοτε πρόεδρό του ή τις δημόσιες δηλώσεις των διαπραγματευτών του. Πρέπει να διαβάζεται μέσα από τη θέση που κατέχουν οι Φρουροί της Επανάστασης στο εσωτερικό του συστήματος.
Οι Φρουροί δεν είναι συμβατικός στρατός. Είναι ο θεσμός που ιδρύθηκε για να προστατεύει την επανάσταση στο εσωτερικό και να την προωθεί στο εξωτερικό. Η Δύναμη Κουντς υπήρξε για δεκαετίες το βασικό εργαλείο αυτής της εξαγωγής ισχύος. Από τον Λίβανο μέχρι το Ιράκ και από τη Συρία μέχρι την Υεμένη, το Ιράν επένδυσε σε δίκτυα που μπορούσαν να λειτουργούν ως προέκταση της στρατηγικής του χωρίς να εμφανίζεται πάντοτε το ίδιο στην πρώτη γραμμή. Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Η Χαμάς και η Ισλαμική Τζιχάντ στα παλαιστινιακά εδάφη. Οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και τη Συρία. Οι Χούθι στην Υεμένη. Ολα αυτά δεν είναι τυχαία, αποσπασματικά ή ευκαιριακά εργαλεία. Είναι στοιχεία μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής πίεσης.
Αυτή η αρχιτεκτονική επέτρεψε στην Τεχεράνη να πιέζει το Ισραήλ, να απειλεί αμερικανικές δυνάμεις, να διαταράσσει θαλάσσιες οδούς, να επηρεάζει κυβερνήσεις και να ανεβάζει ή να χαμηλώνει την ένταση ανάλογα με τη συγκυρία. Η αξία αυτού του μοντέλου βρίσκεται ακριβώς στην ευελιξία του. Το Ιράν μπορεί να δρα άμεσα, έμμεσα ή υβριδικά. Να αρνείται την εμπλοκή του όταν το συμφέρει. Να την υπονοεί όταν θέλει να στείλει μήνυμα. Και να αφήνει τους πληρεξουσίους του να λειτουργούν ως στρατηγικό βάθος. Αυτό φάνηκε καθαρά μετά την 7η Οκτωβρίου 2023.
Η 7η Οκτωβρίου
Η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ δεν ήταν απλώς μια τρομοκρατική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας. Ηταν η στιγμή κατά την οποία φάνηκε σε πλήρη έκταση το βάθος του ιρανικού δικτύου. Η Χαμάς, εξοπλισμένη και υποστηριγμένη επί χρόνια από την Τεχεράνη, προκάλεσε το μεγαλύτερο τραύμα στην ισραηλινή ασφάλεια από την ίδρυση του κράτους. Η ιρανική ηγεσία δεν καταδίκασε την επίθεση. Τη χαιρέτισε ως πράξη αντίστασης.
Ακολούθησε η ενεργοποίηση πολλαπλών μετώπων. Η Χεζμπολάχ άρχισε να χτυπά το βόρειο Ισραήλ. Οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές σε Ιράκ και Συρία επιτέθηκαν σε αμερικανικές δυνάμεις. Οι Χούθι έβαλαν στο στόχαστρο εμπορικά πλοία και αμερικανικά ναυτικά μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι όλα αυτά δεν δημιουργήθηκαν μετά την 7η Οκτωβρίου. Προϋπήρχαν. Η 7η Οκτωβρίου απλώς αποκάλυψε πόσο λειτουργική είχε γίνει αυτή η περιφερειακή μηχανή.
Από εκείνη τη στιγμή, το Ισραήλ άλλαξε δόγμα. Το ισραηλινό κράτος άρχισε να κινείται με πιο προληπτική λογική. Οχι μόνο απέναντι στους πληρεξουσίους της Τεχεράνης, αλλά και απέναντι στην ίδια την ιρανική υποδομή ισχύος.
Tα όρια της ισχύος
Ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που χτύπησε απευθείας τόσο ψηλά στην ιρανική στρατιωτική πυραμίδα. Η εξόντωση του Κασέμ Σολεϊμανί το 2020 ήταν μια πράξη που άλλαξε τα όρια του προηγούμενου παιχνιδιού. Εδειξε ότι η Ουάσινγκτον ήταν διατεθειμένη να ξεπεράσει την παλιά λογική της αναλογικής απάντησης.
Αργότερα, οι αμερικανικές επιχειρήσεις σε ιρανικό έδαφος και τα χτυπήματα σε στρατιωτικές και πυρηνικές υποδομές έδειξαν ότι η στρατιωτική πίεση μπορεί να έχει χειροπιαστά αποτελέσματα. Μπορεί να καθυστερήσει προγράμματα. Να διαλύσει κόμβους. Να υποχρεώσει την Τεχεράνη να προσαρμοστεί. Να της αφαιρέσει χρόνο, τεχνογνωσία, ανθρώπους και μέσα.
Δεν μπορείς όμως εύκολα να αλλάξεις το DNA ενός καθεστώτος, αν αυτό δεν πιεστεί πολιτικά από μέσα ή αν δεν αναγκαστεί να επαναπροσδιορίσει τον ίδιο τον εαυτό του.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συμβαίνει τώρα. Παρά τα πλήγματα, το ιρανικό σύστημα δεν δείχνει να εγκαταλείπει τη στρατηγική του. Αντιθέτως, σκληρότεροι μηχανισμοί μέσα στο καθεστώς εμφανίζονται να αποκτούν μεγαλύτερο βάρος.
Τα Στενά του Ορμούζ
Γι’ αυτό η συζήτηση για τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να διαβαστεί σωστά. Το άνοιγμα του θαλάσσιου περάσματος θα ήταν ασφαλώς μια κρίσιμη εξέλιξη. Θα μείωνε την πίεση στις αγορές ενέργειας. Θα καθησύχαζε τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο. Θα έδινε στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια άμεση επιτυχία. Θα επέτρεπε στην Τεχεράνη να εμφανιστεί όχι ως ηττημένη, αλλά ως δύναμη που διαπραγματεύεται από θέση ελέγχου πάνω σε έναν παγκόσμιο ενεργειακό κόμβο. Ομως το άνοιγμα των Στενών δεν είναι ειρήνη, είναι ξεκάθαρα διαχείριση κινδύνου.
Ακόμη και αν υπάρξει συμφωνία, το Ιράν θα επιχειρήσει να διατηρήσει έναν βαθμό μόχλευσης στη ναυσιπλοΐα. Οχι απαραίτητα με έναν γενικευμένο αποκλεισμό. Για την Τεχεράνη, τα Στενά δεν είναι μία γεωγραφική ζώνη επιρροής, είναι μέσο ισχύος και δεδομένα μοχλός πίεσης. Είναι το σημείο στο οποίο ένα καθεστώς υπό πίεση μπορεί να θυμίζει στον κόσμο ότι η δική του ασφάλεια δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα που θέλει να στείλει το Ιράν: αν η Δύση απειλεί την επιβίωση ή την ισχύ της Ισλαμικής Δημοκρατίας, τότε το κόστος δεν θα μείνει εντός των ιρανικών συνόρων.
Το πυρηνικό πρόγραμμα
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι το πυρηνικό πρόγραμμα. Εδώ η δυσκολία είναι ακόμη μεγαλύτερη. Μια συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει νέους περιορισμούς, επιθεωρήσεις ή χρονοδιαγράμματα. Μπορεί να επιβραδύνει την πορεία. Μπορεί να δημιουργήσει ένα μεταβατικό πλαίσιο. Ομως η κρίσιμη ερώτηση είναι και πάλι άλλη: έχει το ιρανικό καθεστώς αποφασίσει στρατηγικά να εγκαταλείψει την επιλογή της πυρηνικής ισχύος ή απλώς παζαρεύει τον ρυθμό, το κόστος και τη διεθνή ανοχή; Η εμπειρία δείχνει ότι η δεύτερη εκδοχή είναι πιθανότερη.
Το Ιράν βλέπει το πυρηνικό πρόγραμμα ως ασφάλεια καθεστώτος, ως εργαλείο κύρους και ως μηχανισμό αποτροπής. Οσο αισθάνεται περικυκλωμένο από τις ΗΠΑ, απειλούμενο από το Ισραήλ και πιεζόμενο οικονομικά, δύσκολα θα εγκαταλείψει πλήρως ένα πρόγραμμα που του δίνει στρατηγική βαρύτητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διπλωματία είναι άχρηστη. Σημαίνει ότι δεν πρέπει να «υπερπωλείται». Μπορεί να κερδίσει χρόνο. Μπορεί να μειώσει τον άμεσο κίνδυνο. Μπορεί να ανοίξει κανάλια επικοινωνίας. Αλλά δεν λύνει το θεμελιώδες ερώτημα της ιρανικής πρόθεσης. Και αυτό το ερώτημα είναι το πραγματικό κέντρο της κρίσης. Οχι αν η Τεχεράνη θα δεχθεί προσωρινούς περιορισμούς. Αλλά αν αποδέχεται πραγματικά ότι δεν μπορεί να κινηθεί προς μια πυρηνική δυνατότητα που θα άλλαζε οριστικά την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Γιατί ο πόλεμος θα επιστρέφει
Το πιθανότερο σενάριο, ακόμη και μετά από μια συμφωνία, δεν είναι μια καθαρή ειρήνη. Είναι ένας κύκλος. Αντιπαράθεση, αποκλιμάκωση, νέα κρίση, νέα διαπραγμάτευση, νέα σύγκρουση.
Το Ιράν θα συνεχίσει να επενδύει σε πυραύλους, drones, πληρεξουσίους και υβριδικά μέσα. Το Ισραήλ θα συνεχίσει να χτυπά τις απειλές πριν αυτές ωριμάσουν πλήρως. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να προστατεύουν βάσεις, συμμάχους, θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές ροές. Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο είδος σύγκρουσης. Οχι ο ολοκληρωτικός πόλεμος που ξεσπά μία φορά και τελειώνει με μια καθαρή στρατιωτική έκβαση. Αλλά ο μόνιμος πόλεμος χαμηλής, μεσαίας και κατά διαστήματα υψηλής έντασης. Ενας πόλεμος που δεν τελειώνει, επειδή καμία πλευρά δεν μπορεί να αποδεχθεί πλήρως τους όρους ασφαλείας της άλλης. Η Τεχεράνη θέλει την Αμερική εκτός Μέσης Ανατολής και το Ισραήλ σε μόνιμη πίεση. Το Ισραήλ δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα Ιράν με πυρηνικό οπλοστάσιο και δίκτυο περικύκλωσης. Η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να αφήσει τον Περσικό Κόλπο και τις θαλάσσιες οδούς να μετατραπούν σε ιρανικό διαπραγματευτικό όμηρο. Αυτές οι τρεις πραγματικότητες δεν συμβιβάζονται εύκολα.
Αν ο Τραμπ φτάσει σε συμφωνία με το Ιράν, θα έχει πετύχει κάτι σημαντικό σε τακτικό επίπεδο. Θα έχει μειώσει την άμεση ένταση. Θα έχει ανοίξει ξανά, έστω υπό όρους, μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία. Θα έχει περιορίσει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης ενεργειακής κρίσης. Θα έχει αγοράσει πολιτικό και διπλωματικό χρόνο. Αλλά δεν θα έχει λύσει το ιρανικό πρόβλημα.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα Στενά του Ορμούζ. Δεν είναι μόνο ο εμπλουτισμός ουρανίου. Δεν είναι μόνο οι Φρουροί της Επανάστασης. Δεν είναι μόνο η Χεζμπολάχ, οι Χούθι ή οι πολιτοφυλακές στο Ιράκ.
Είναι όλα αυτά μαζί, δεμένα σε μια ιδεολογική και στρατηγική συνέχεια που ξεκινά από το 1979 και φτάνει μέχρι σήμερα.
Η συμφωνία μπορεί να σταματήσει ένα επεισόδιο. Μπορεί να χαμηλώσει τη φωτιά. Δεν μπορεί όμως να καταργήσει την κεντρική αντίφαση: ένα επαναστατικό καθεστώς που θεωρεί την αμερικανική παρουσία και την ισραηλινή ασφάλεια εμπόδια στην αποστολή του. Γι’ αυτό η επόμενη μέρα δεν θα είναι επιστροφή στην κανονικότητα. Θα είναι επιστροφή στη γνωστή Μέση Ανατολή. Με λιγότερη ένταση για ένα διάστημα, περισσότερη διπλωματία στην επιφάνεια και την ίδια σύγκρουση να κινείται από κάτω.
Το Ιράν μπορεί να υπογράψει. Η Αμερική μπορεί να ανακοινώσει. Το Ισραήλ μπορεί να περιμένει. Αλλά ο πόλεμος που άνοιξε δεν κλείνει με υπογραφές σε ένα χαρτί - όχι σήμερα, ούτε και αύριο. Αλλωστε σε ιστορικούς χρόνους το «τώρα» είναι σε όλες του τις εκφάνσεις σχετικό.
Από μια στέρεη ελληνική παραγωγική βάση σε διεθνή δύναμη με παρουσία σε πάνω από 90 χώρες, η DEMO αποδεικνύει όχι μόνο ότι η υγεία είναι ένα αδιαπραγμάτευτο κοινωνικό αγαθό, αλλά και ότι αυτή η χώρα κρύβει μέσα της τεράστιες δυνάμεις.