Η
Γκισλέιν Μάξγουελ υποστηρίζει ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ προστάτευσε 29 φίλους και συνεργάτες του Τζέφρι Έπσταϊν μέσω «μυστικών συμφωνιών», ενώ η ίδια διώχθηκε ποινικά, ζητώντας με προσφυγή habeas corpus την ανατροπή της καταδίκης της.
Σύμφωνα με τη
Daily Mail, η πρώην σύντροφος του καταδικασμένου παιδόφιλου χρηματιστή, που αυτοκτόνησε στην φυλακή, ισχυρίζεται ότι 29 φίλοι και συνεργάτες του Τζέφρι Έπσταϊν προστατεύθηκαν από ποινικές διώξεις μέσω «μυστικών συμβιβασμών» με το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Η καταδικασμένη κοινωνική περσόνα κατέθεσε στις 17 Δεκεμβρίου προσφυγή habeas corpus, με την οποία ζητεί την ακύρωση της καταδίκης της, υποστηρίζοντας ότι οι εισαγγελικές αρχές συνήψαν συμφωνίες με συνεργάτες του Έπσταϊν, ενώ ταυτόχρονα την δίωξαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ τέτοιες συμφωνίες.
Έκαναν μυστικούς συμβιβασμούς
Σύμφωνα με την ίδια, 25 άνδρες φέρονται να κατέληξαν σε μυστικούς συμβιβασμούς με τις αρχές, ενώ τέσσερις ακόμη φερόμενοι ως εμπλεκόμενοι στην υπόθεση ήταν γνωστοί στους ερευνητές, αλλά δεν αντιμετώπισαν ποτέ κατηγορίες. Η Μάξγουελ δεν κατονομάζει τα πρόσωπα αυτά.
«Κανένας από τους τέσσερις κατονομαζόμενους συνωμότες ή τους 25 άνδρες με μυστικούς συμβιβασμούς δεν κατηγορήθηκε», αναφέρεται στο δικόγραφο που κατατέθηκε στο δικαστήριο. Η Μάξγουελ υποστηρίζει ότι η απόκρυψη αυτών των συμφωνιών υπονόμευσε τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης της και παραβίασε τα συνταγματικά της δικαιώματα.
«Νέα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι υπήρχαν 25 άνδρες με τους οποίους οι δικηγόροι των εναγόντων κατέληξαν σε μυστικούς συμβιβασμούς, οι οποίοι θα μπορούσαν εξίσου να θεωρηθούν συνωμότες», σημειώνεται στο νομικό έγγραφο. «Κανένας από αυτούς τους άνδρες δεν έχει διωχθεί και κανένας δεν αποκαλύφθηκε στην προσφεύγουσα· αν το γνώριζε, θα τους είχε καλέσει ως μάρτυρες».
Καταγγέλλει παραπτώματα ενόρκων
Στην εκτενή προσφυγή της, η Μάξγουελ προβάλλει πολλαπλές αιτιάσεις που συνθέτουν τη βάση του αιτήματος habeas corpus, μεταξύ των οποίων καταγγελίες για παραπτώματα ενόρκων και απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι εισαγγελείς παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας μη δίωξης που είχε συνάψει ο Έπσταϊν το 2007 στη Φλόριντα, η οποία –κατά τον ισχυρισμό της– παρείχε ασυλία και στους συνεργούς του. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι η ίδια διώχθηκε για πολιτικούς λόγους, ενώ άλλοι απέφυγαν τη δικαιοσύνη.
Η 64χρονη εκτίει ποινή κάθειρξης 20 ετών στο Ομοσπονδιακό Σωφρονιστικό Κατάστημα Bryan, φυλακή χαμηλής ασφαλείας για γυναίκες στο Μπράιαν του Τέξας. Καταδικάστηκε στη Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2021 για σωματεμπορία, για τον ρόλο της στη στρατολόγηση και «εκγύμναση» ανήλικων κοριτσιών που κακοποιήθηκαν από τον Έπσταϊν την περίοδο 1994–2004.
Την Τρίτη, το Υπουργείο Δικαιοσύνης δήλωσε σε δικαστικό έγγραφο που κατατέθηκε στη Νέα Υόρκη ότι αναμένει να δώσει στη δημοσιότητα τους φακέλους Έπσταϊν «στο προσεχές διάστημα».
Μπόντι: «Επεξεργαζόμαστε την απόσυρση ευαίσθητων στοιχείων»
Από την πλευρά της, η υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι ανέφερε ότι οι δικηγόροι της υπηρεσίας επεξεργάζονται την απόσυρση ευαίσθητων στοιχείων από αρκετά εκατομμύρια σελίδες εγγράφων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, του FBI και των γραφείων των ομοσπονδιακών εισαγγελέων.
Ο νόμος «Epstein Files Transparency Act», που υπεγράφη από τον Ντόναλντ Τραμπ τον Νοέμβριο, μετά από έντονες εσωκομματικές συγκρούσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, υποχρέωνε το Υπουργείο Δικαιοσύνης να δημοσιοποιήσει τους φακέλους έως τις 19 Δεκεμβρίου.
Σύμφωνα με τους New York Times, περισσότεροι από 200 δικηγόροι στο γραφείο του ομοσπονδιακού εισαγγελέα της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης συμμετέχουν στον έλεγχο, ενώ έχουν επιστρατευθεί ακόμη και εισαγγελείς που χειρίζονται την υπόθεση του Νικολάς Μαδούρο.
Έντονες αντιδράσεις στο Καπιτώλιο
Η καθυστέρηση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο Καπιτώλιο. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τόμας Μάσι από το Κεντάκι και ο Δημοκρατικός Ρο Κάνα από την Καλιφόρνια κατηγόρησαν το Υπουργείο Δικαιοσύνης για «κατάφωρη παραβίαση» του νόμου. Οι δύο βουλευτές απέστειλαν επιστολή στον δικαστή Πολ Ένγκελμαϊερ, που είχε προεδρεύσει στη δίκη της Μάξγουελ στη Νέα Υόρκη, ζητώντας τον διορισμό ανεξάρτητου επιτηρητή για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Ο Ένγκελμαϊερ απέρριψε το αίτημα την περασμένη εβδομάδα, δηλώνοντας ότι δεν έχει την αρμοδιότητα να εποπτεύει το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι έχει λάβει επιστολές από θύματα του Έπσταϊν που στηρίζουν το αίτημα των βουλευτών, τις οποίες χαρακτήρισε «αναμφίβολα σημαντικές και επίκαιρες».
Ο δικαστής σημείωσε ότι οι Μάσι και Κάνα θα μπορούσαν να κινήσουν ξεχωριστή δικαστική διαδικασία ή να χρησιμοποιήσουν «τα εργαλεία που διαθέτει το Κογκρέσο» για να επιδιώξουν εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αρνήθηκε πέρυσι να εξετάσει την έφεση της Μάξγουελ, διατηρώντας σε ισχύ την καταδίκη της. Πλέον, έχει στραφεί σε αυτό που οι νομικοί περιγράφουν ως «έκτακτη έννομη προστασία», μέσω της προσφυγής habeas corpus που κατατέθηκε στη Νότια Περιφέρεια της Νέας Υόρκης, με αίτημα την ακύρωση ή διόρθωση της ποινής της λόγω φερόμενων συνταγματικών παραβιάσεων.
Η διαδικασία αυτή αποτελεί σπάνια «παράπλευρη προσβολή» της απόφασης, η οποία επιτρέπεται μόνο μετά την εξάντληση των εφέσεων και συνήθως απαιτεί νέα στοιχεία ή απόδειξη θεμελιωδών σφαλμάτων, με επιτυχία μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.