Αν η κομψότητα ενός άνδρα αποκαλύπτεται από ένα υπόδημα, ο Κωνσταντίνος Θεοφανίδης είναι ο απαραίτητος άνθρωπος για κάθε upper class βραδινή εμφάνιση. Μεγαλωμένος και ο ίδιος μέσα στα παπούτσια, μυήθηκε στην τέχνη από μικρός φτιάχνοντας υποδήματα σε στυλ Derby, Brogue και Monk, με διεθνείς όρους μόδας που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα αντίστοιχα υποδήματα βρετανικών και ιταλικών οίκων. «Μεγάλωσα μέσα σ’ ένα παπούτσι», λέει ο ίδιος στο «thema people», ξετυλίγοντας την προσωπική του ιστορία. «Οι γονείς μου είχαν στη Θεσσαλονίκη μια βιοτεχνία κατασκευής παπουτσιών. Το αντικείμενο ήταν βέβαια διαφορετικό από το δικό μου, καθώς επρόκειτο για υποδήματα βιομηχανοποιημένα, που απευθύνονταν κυρίως στη μέση - κατώτερη τάξη. Ηταν παπούτσια ευρείας κατανάλωσης. Ωστόσο την ουσιαστική γνώση την πήρα μέσα από την εταιρεία του πατέρα μου. Εχω περάσει πολλά βράδια στις μονάδες δημιουργίας, έχω ζαλιστεί από τη μυρωδιά της κόλλας, έχω καταπιαστεί με τις σόλες και έχω μελετήσει τα δέρματα. Οταν ήμουν πιο μικρός περνούσα ατελείωτες ώρες πάνω από τα λευκά χαρτιά, σχεδιάζοντας παπούτσια».
Το 2009, σε ηλικία μόλις 25 ετών, ο Κωνσταντίνος Θεοφανίδης, παρά την κρίση που διαφαίνεται στον ελληνικό ορίζοντα, αποφασίζει να κυνηγήσει το όνειρό του ιδρύοντας τη δική του εταιρεία δημιουργίας χειροποίητων παπουτσιών. Οι πρώτοι μήνες είναι εξαιρετικά δύσκολοι, αλλά από τη στιγμή που η αφρόκρεμα της συμπρωτεύουσας τού χτυπά την πόρτα για παραγγελίες, τα δετά δερμάτινα παπούτσια του γίνονται ταυτόσημα της φινέτσας στα υψηλά σαλόνια. Σήμερα, πελάτες του είναι πανίσχυροι επιχειρηματίες, προβεβλημένοι πολιτικοί και καλλιτέχνες που ξεχωρίζουν για την προσοχή στην εμφάνισή τους, τα όνομα των οποίων κρατά ως επτασφράγιστο μυστικό για ευνόητους λόγους. «Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν επισκεφθεί τουλάχιστον μία φορά το εργαστήριό μου προκειμένου να τους πάρω τα μέτρα. Από εκεί και πέρα δεν χρειάζεται η παρουσία τους. Αν χρειαστούν συν τω χρόνω κάτι επιπλέον, μπαίνουν στο site μου και απλά επιλέγουν». Ο Κωνσταντίνος Θεοφανίδης, από τους πιο γνωστούς custom made ανδρικών υποδημάτων πολυτελείας, διαθέτει τη δική του άποψη για τη μόδα: «Το χειροποίητο έχει τη δική του φιλοσοφία. Εχει να κάνει με τον τρόπο ζωής και όχι τόσο με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Σε γενικές γραμμές, όμως, απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν τους νοιάζει αν φαίνεται ακριβό αυτό που φοράνε, ούτε τους ενδιαφέρει αν φαίνεται η φίρμα. Αντιθέτως εμμένουν στην κομψότητα δίνοντας την απαιτούμενη προσοχή στη λεπτομέρεια».
Ενα χειροποίητο παπούτσι λογικό είναι να απευθύνεται σε μικρό ποσοστό του αγοραστικού κοινού. «Περίπου σ’ ένα 5% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Σε άνδρες άνω των 30 που είτε έχουν μυηθεί στο χειροποίητο παπούτσι από την οικογένειά τους είτε έχουν την κατάλληλη κουλτούρα για να το υποστηρίξουν. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με την οικονομική άνεση αλλά με την κουλτούρα και το lifestyle του καθενός», ισχυρίζεται ο επιχειρηματίας από τη Θεσσαλονίκη. «Τα παπούτσια μου δεν αγαπήθηκαν ποτέ από τους νεόπλουτους. Αντιθέτως, έγιναν φαν τους οι πιο καλοντυμένοι Ελληνες άνδρες». Οσο για το αν ένα χειροποίητο παπούτσι είναι ένδειξη οικονομικής ευμάρειας, ο Κωνσταντίνος Θεοφανίδης έχει τις ενστάσεις του. «Τι λέει ο λαός;» αναφέρει ρητορικά. «Οτι η φτώχεια τρώει τον παρά. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τα προϊόντα της δικής μας κατηγορίας. Το φτηνό παπούτσι είτε σε χτυπάει είτε χαλάει εύκολα. Τα δικά μας, τα οποία είναι φτιαγμένα sur mesure, κρατάνε μια ζωή και μπορούν επίσης να επισκευαστούν. Οποιαδήποτε φθορά γίνεται σε δικό μας παπούτσι είμαστε σε θέση να την επιδιορθώσουμε, όπως ακριβώς συμβαίνει και στους αντίστοιχους οίκους του εξωτερικού».
