Σερβιριστείτε, ω άνδρες Αθηναίοι, την εξής επιστολή, την οποίαν έλαβα χθες από ένα ευλογημένο νησάκι του Αιγαίου:
"Είμαι εδώ από τις 15 Ιουνίου. Έχω ένα μικροσκοπικό κτηματάκι, αποτελούμενο από ένα σπιτάκι με δύο δωμάτια, ένα λαχανόκηπο, ένα αμπέλι, λίγο δάσος, πολλή θάλασσα, άφθονο βουνό.
Μόλις έφθασα, καταργήθηκε ο γιακάς. Εξη πουκάμισα ανοικτά κατά τη μέθοδο του Βύρωνα, μου αφήνουν ελεύθερον το λαιμό. Κατηργήθηκε και η κάλτσα. Επήρα αρχαία πέδιλα, μέσα στα οποία πλέει ελεύθερα και γυμνό το πόδι μου.
Όσο εχθρικά είναι τα στοιχεία στην πόλη, τόσο αγαθά, φιλόξενα, περιποιητικά είναι εδώ. Όλοι γύρω μου έγιναν προμηθευτές μου. Η θάλασσα μου προμηθεύει από τις ένδεκα ως την νύχτα μπάτη. Το βουνό μου προμηθεύει από την νύκτα ως το πρωί βοριαδάκι. Το δάσος μού φέρνει πρωί και απόγευμα άφθονο οξυγόνο.
Από τροφή δεν κακοπερνώ. Ξυπνώ στις επτά το πρωί και τρώω σύκα, σταφύλια και τυρί. Το τυρί είναι θαύμα γεύσης και κατασκευής. Έπειτα, παίρνω το τουφέκι μου και κάνω το περίπατό μου στο δάσος. Μετά μισή ώρα, έχω στη τσάντα μου εξη ζευγάρια πουλιά. Μετά μια ώρα, αν μου έλθει το κέφι, μπορεί να προσθέσω και ένα αγριοκάτσικο. Στις δέκα, είμαι στο σπιτάκι μου. Είναι η ώρα του ορεκτικού. Μια μαστίχα, λοιπόν, με δύο ροδάκινα πενήντα δράμια το καθένα.
Ακολούθως, αν έχω όρεξη ψαρεύω καμιά ώρα. Αν δεν έχω όρεξη δεν υπάρχει λόγος να ανησυχήσω. Ο ψαράς καταφθάνει με τέσσερα μπαρμπούνια, τα οποία πληρώνω... είκοσι πέντε λεπτά και τα τέσσερα, μολονότι ζυγίζουν σχεδόν μια οκά. Στις δώδεκα πρέπει να γευματίσω, διότι αλλιώς, στις δώδεκα και τέταρτο θα είμαι νεκρός από την πείνα. Τρώγω, λοιπόν, καλά και φθηνά. Η κότα κοστίζει σαράντα λεπτά η μία, μπαρμπούνια να σπαρταράνε, φρούτα άφθονα. Ξαπλώνομαι σε μια πολυθρόνα κάτω από τα δένδρα να χωνέψω, και στις δύο πηγαίνω στο κρεβάτι μου.
Το απόγευμα περίπατος, κολύμπι, ψάρεμα ή κυνήγι, εκδρομή με βάρκα ή με άλογο, στις έξη φαΐ, στις οκτώ φαΐ, στις δέκα ύπνος. Ό,τι δεν έχω το βρίσκω αμέσως, δίνοντας λίγες δεκάρες. Ένα θαυμάσιο αλογάκι που μπορούσε να γίνει κέλης ιπποδρομίου, το αγκαζάρισα με δεκαπέντε δραχμές για όλο το μήνα. Μια βάρκα είναι στη διάθεσή μου μέρα-νύχτα με είκοσι λεπτά. Για τα αυγά κανείς χωρικός δεν δέχεται να πληρωθεί...".
Κλείσιμο
Ειδοποιώ τους αναγνώστες μου, ότι η επιστολή εξακολουθεί στον ίδιο τόνο επί μια σελίδα ακόμη. Αίσθημα, όμως, φιλανθρωπίας, με εμποδίζει να εξακολουθήσω. Συλλογίζομαι ότι στο τέλος της επιστολής αυτής, πολυάριθμοι συμπολίτες μας, αμφοτέρων των φύλων, θα έχουν θέσει τέρμα στην βασανισμένη τους αθηναϊκή ζωή.
(βασισμένο σε κείμενο του Φιλέα Φογγ, Ιούλιος 1916, "Καιροί")
Για περισσότερα: https://minoas.gr/syggrafeas/sitaras-thomas/