62 χρόνια από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς με ναπάλμ στην Τηλλυρία της Κύπρου, πανηγύρια με 1250 Τουρκοκύπριους στα Κόκκινα
Οι ελεύθερες περιοχές τιμούν τους νεκρούς και η τουρκοκυπριακή πλευρά γιορτάζει την «αντίσταση των Κοκκίνων» - Το προγεφύρωμα, η θυσία του «Φαέθων» και η πρώτη ανοικτή στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο
Σχεδόν πενήντα μικρά λεωφορεία με περίπου 1.250 Τουρκοκύπριους πέρασαν σήμερα το πρωί από το οδόφραγμα του Λιμνίτη στη βορειοδυτική Κύπρο, διέσχισαν έδαφος που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία και κατευθύνθηκαν, υπό τη συνοδεία της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (ΟΥΝΦΙΚΥΠ), προς τον τουρκοκυπριακό θύλακα των Κοκκίνων. Εκεί, παρουσία του Τουρκοκύπριου ηγέτη Τουφάν Έρχιουρμαν, πραγματοποιούνται οι ετήσιες εκδηλώσεις για την αποκαλούμενη «αντίσταση των Κοκκίνων».
Σχεδόν πενήντα μικρά λεωφορεία με περίπου 1.250 Τουρκοκύπριους πέρασαν σήμερα το πρωί από το οδόφραγμα του Λιμνίτη στη βορειοδυτική Κύπρο
Στις ελεύθερες περιοχές η 8η Αυγούστου είναι ημέρα μνήμης για τους νεκρούς των τουρκικών βομβαρδισμών. Στα Κόκκινα είναι ημέρα εορτασμού της στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας. Ανάμεσα στις δύο τελετές βρίσκεται η ίδια στενή λωρίδα γης, αλλά μια εντελώς διαφορετική ανάγνωση της Ιστορίας.
Τουρκοκυπριακός θύλακας Κοκκίνων
Κλείσιμο
Η σημερινή διέλευση γίνεται με διευκολύνσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια, ενώ ο Τουφάν Έρχιουρμαν αναμενόταν να φθάσει στον θύλακα με στρατιωτικό ελικόπτερο. Η εικόνα αποκτά πρόσθετη πολιτική σημασία, καθώς στις 26 Αυγούστου ο Τ. Έρχιουρμαν θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας νέας διευρυμένης διάσκεψης για το Κυπριακό. Η σημερινή μετάβαση στα Κόκκινα και η επικείμενη συνάντηση των δύο ηγετών δείχνουν πόσο κοντά μπορούν να βρίσκονται η προσπάθεια επανέναρξης των συνομιλιών και οι τελετές που συντηρούν τα χωριστά εθνικά αφηγήματα.
Το προγεφύρωμα των Κοκκίνων
Για να γίνουν κατανοητά τα γεγονότα του Αυγούστου του 1964, πρέπει να προηγηθεί η απάντηση στο ερώτημα γιατί τα Κόκκινα είχαν τόσο μεγάλη στρατηγική αξία.
Μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του Δεκεμβρίου του 1963, οι Τουρκοκύπριοι συγκεντρώθηκαν σε ένοπλους θύλακες. Ο παραθαλάσσιος θύλακας Κοκκίνων και Μανσούρας ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να εξασφαλίσει απευθείας θαλάσσια επικοινωνία με την Τουρκία. Από εκεί καταγγελλόταν ότι μεταφέρονταν κρυφά, όπλα, πυρομαχικά και μέλη της τουρκικής τρομοκρατικής οργάνωσης ΤΜΤ.
Οι σχετικές πληροφορίες δεν προέρχονταν μόνο από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα του Μαΐου του 1964 καταγράφουν τις καταγγελίες της κυπριακής κυβέρνησης για μεταφορά ανδρών και οπλισμού μέσω Μανσούρας και Κοκκίνων, καθώς και την αδυναμία της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ να ελέγξει αποτελεσματικά την περιοχή. Η Λευκωσία προειδοποιούσε ότι, εάν ο ΟΗΕ δεν σταματούσε τη διακίνηση, θα αναλάμβανε στρατιωτική δράση. Τα αμερικανικά αρχεία δείχνουν ότι η κρίση είχε προαναγγελθεί τουλάχιστον δυόμισι μήνες πριν από την έκρηξή της.
Το ζήτημα αφορούσε συνεπώς έναν θύλακα ο οποίος, για την τουρκοκυπριακή πλευρά, αποτελούσε γραμμή ανεφοδιασμού. Για την Κυπριακή Δημοκρατία ήταν παράνομη δίοδος στρατιωτικού υλικού και πιθανό προγεφύρωμα για τουρκική απόβαση.
Η επίθεση στον θύλακα
Στις αρχές Αυγούστου του 1964 οι δυνάμεις της νεοσύστατης Εθνικής Φρουράς, με τη συμμετοχή εθελοντικών ομάδων και υπό την επιχειρησιακή καθοδήγηση του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα, κινήθηκαν εναντίον του θύλακα. Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν στις 7 Αυγούστου, όταν ανακαταλήφθηκαν οχυρά και στρατηγικές θέσεις γύρω από τα Κόκκινα και τη Μανσούρα.
Η επιχείρηση συρρίκνωσε δραστικά τον θύλακα, χωρίς όμως να καταφέρει να τον εξαλείψει. Η Άγκυρα είχε ήδη προειδοποιήσει ότι δεν θα επέτρεπε την κατάληψη των Κοκκίνων. Στις 8 Αυγούστου πέρασε από τις προειδοποιήσεις στην ανοικτή στρατιωτική επέμβαση.
Τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη άρχισαν να βομβαρδίζουν θέσεις της Εθνικής Φρουράς, αλλά και κατοικημένες περιοχές. Οι επιδρομές συνεχίστηκαν στις 8 και 9 Αυγούστου, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις το χρονικό εύρος των επιχειρήσεων διήρκεσε ολόκληρο το τριήμερο από τις 7 έως τις 9 Αυγούστου.
Η εφημερίδα «Ελευθερία», στην έκδοσή της 9ης Αυγούστου 1964, έγραφε για επιθέσεις περίπου 30 τουρκικών αεροσκαφών μέσα σε τρεις ώρες. Ρουκέτες, πολυβολισμοί και εμπρηστικές βόμβες έπληξαν τα χωριά Παχύαμμος, Πηγαίνια, Πωμό, Άγιο Θεόδωρο, Κάτω Πύργο και άλλες περιοχές. Την επόμενη ημέρα καταγράφηκε η παρουσία δύο τουρκικών αντιτορπιλικών ανοικτά της Μανσούρας.
Ναπάλμ μέσα στα χωριά
Η Τουρκία χρησιμοποίησε βόμβες ναπάλμ, ένα εμπρηστικό όπλο που το υλικό του προσκολλάται στο ανθρώπινο σώμα και καίει σε εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες. Οι βόμβες έπεσαν σε κατοικημένες περιοχές, γεωργικές εκτάσεις και δασώδεις τοποθεσίες, προκαλώντας πυρκαγιές που εξαπλώνονταν με μεγάλη ταχύτητα.
Χτυπήθηκε ακόμη και το νοσοκομείο του Παχύαμμου, όπου είχαν μεταφερθεί τραυματίες των προηγούμενων επιδρομών. Ο άμαχος πληθυσμός εγκατέλειπε τα χωριά, ενώ οι δρόμοι γέμιζαν με τραυματίες και καμένα οχήματα.
Τηλλυρία
Οι απώλειες ήταν 53 νεκροί Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες, από τους οποίους 25 στρατιωτικοί και 28 πολίτες. Μεταγενέστερες αναφορές ανεβάζουν τον αριθμό στους 55. Για τους τραυματίες αναφέρονται 69 στρατιωτικοί και 56 πολίτες.
Η μοναχική μάχη του «Φαέθων»
Μία από τις πιο δραματικές σελίδες των γεγονότων γράφτηκε στη θάλασσα. Οι ακταιωροί «Φαέθων» και «Αρίων», δωρεά του Αναστάσιου Λεβέντη προς την Κυπριακή Δημοκρατία, είχαν σταλεί μυστικά στην Κύπρο και έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις της Τηλλυρίας.
Το «Φαέθων», με σοβαρά μηχανικά προβλήματα και 23 άνδρες στο πλήρωμά του, μετακινήθηκε στις 8 Αυγούστου από τη Μανσούρα προς τον όρμο του Ξερού. Εκεί δέχθηκε αλλεπάλληλες επιθέσεις τουρκικών μαχητικών.
Το μικρό σκάφος, διαθέτοντας ουσιαστικά ένα πυροβόλο για την άμυνά του, προσπάθησε να αντιμετωπίσει την τουρκική αεροπορία. Ο κυβερνήτης του, ανθυποπλοίαρχος Δημήτρης Μητσάτσος, έδωσε τελικώς εντολή να προσαράξει, ώστε να σωθούν όσοι μπορούσαν. Ο ίδιος τραυματίστηκε βαριά και έχασε το δεξί του χέρι.
Σκοτώθηκαν έξι Ελλαδίτες αξιωματικοί υπαξιωματικοί και ναύτες και ο Κύπριος εθελοντής Άντης Φιλήτας από τη Μόρφου. Δεκαέξι μέλη του πληρώματος διασώθηκαν. Η αποστολή παρέμεινε για δεκαετίες καλυμμένη από στρατιωτική μυστικότητα. Τα λείψανα πέντε από τους Ελλαδίτες επαναπατρίστηκαν μόλις το 2018, έπειτα από εκταφές και ταυτοποιήσεις. Η ιστορία του «Φαέθων» αποτελεί και μια υπενθύμιση της ευκολίας με την οποία το λεγόμενο εθνικό συμφέρον μπορεί να μετατραπεί σε βολική σιωπή.
Το ψήφισμα και η αμερικανική παρέμβαση
Στις 9 Αυγούστου το Συμβούλιο Ασφαλείας υιοθέτησε το ψήφισμα 193, καλώντας σε άμεση κατάπαυση του πυρός και σε συνεργασία με τη διοίκηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με εννέα ψήφους και δύο αποχές, της Σοβιετικής Ένωσης και της Τσεχοσλοβακίας. Το ψήφισμα 193 απέφυγε την ευθεία καταδίκη της Τουρκίας και ακολούθησε τη γνώριμη τακτική της ίσης έκκλησης προς όλες τις πλευρές, ακόμη και όταν η μία είχε χρησιμοποιήσει πολεμικά αεροσκάφη εναντίον κατοικημένων περιοχών άλλου κράτους.
Καθοριστική υπήρξε η πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα αμερικανικά διπλωματικά τηλεγραφήματα καταγράφουν ότι η Ουάσιγκτον προειδοποίησε την κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού πως, εάν συνεχιζόταν η αεροπορική επιχείρηση μπροστά στον κίνδυνο γενικής σφαγής, ούτε οι ΗΠΑ ούτε η διεθνής κοινή γνώμη θα την ανέχονταν. Παράλληλα ασκήθηκε πίεση προς τον Μακάριο για τερματισμό της επίθεσης κατά του θύλακα. Η Άγκυρα δέχθηκε να σταματήσει τις επιδρομές υπό τον όρο ότι θα διακόπτονταν οι επιχειρήσεις στα Κόκκινα. Τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα φωτίζουν ένα παρασκήνιο που δεν αποτυπώθηκε στα ψηφίσματα.
Πρόβα για το 1974
Οι βομβαρδισμοί της Τηλλυρίας χαρακτηρίστηκαν εκ των υστέρων «πρόβα εισβολής». Ο χαρακτηρισμός δεν είναι υπερβολικός, αφού όλα έδειχαν πως η Τουρκία προετοιμαζόταν και αναζητούσε αφορμή για να επέμβει.
Το 1964 η Τουρκία δεν αποβίβασε χερσαίες δυνάμεις ούτε κατέλαβε νέα εδάφη. Δοκίμασε όμως στην πράξη βασικά στοιχεία του σχεδιασμού που θα εφαρμοζόταν δέκα χρόνια αργότερα. Επικαλέστηκε την προστασία των Τουρκοκυπρίων, χρησιμοποίησε στρατιωτική ισχύ έξω από τα σύνορά της, διατήρησε ένα προγεφύρωμα και μέτρησε τις αντιδράσεις της Ελλάδας, των Ηνωμένων Εθνών και των μεγάλων δυνάμεων.
Το 1974 θα χρησιμοποιούσε τα ίδια επιχειρήματα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, έχοντας αυτή τη φορά το πρόσχημα του εγκληματικού πραξικοπήματος της χούντας και της ΕΟΚΑ Β΄ κατά του Μακαρίου.
Δύο μνήμες, ένας κλειστός δρόμος
Για την τουρκοκυπριακή πλευρά τα γεγονότα ονομάζονται «αντίσταση του Ερένκιοϊ». Η επίσημη αφήγηση αναφέρεται σε περίπου 500 Τουρκοκύπριους φοιτητές που εγκατέλειψαν τις σπουδές τους στην Τουρκία για να υπερασπιστούν τον θύλακα. Κεντρική θέση κατέχει ο Τούρκος πιλότος Τζενγκίζ Τοπέλ, το αεροσκάφος του οποίου καταρρίφθηκε και ο ίδιος έχασε τη ζωή του μετά τη σύλληψή του.
Η σημερινή πολιτική ηγεσία στα κατεχόμενα εξακολουθεί να συνδέει τα Κόκκινα με τη διατήρηση των τουρκικών εγγυήσεων και της στρατιωτικής παρουσίας της Άγκυρας.
Ο θύλακας των Κοκκίνων παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς χερσαία σύνδεση με τα υπόλοιπα κατεχόμενα εδάφη. Ταυτόχρονα διακόπτει την παραλιακή σύνδεση της Τηλλυρίας με την Πάφο, υποχρεώνοντας τους κατοίκους σε μεγάλες παρακάμψεις. Η περιοχή βιώνει πληθυσμιακή συρρίκνωση, απομόνωση και αναπτυξιακή εγκατάλειψη.
Εξήντα δύο χρόνια μετά, τα Κόκκινα εξακολουθούν να λειτουργούν ως στρατιωτικό σύμβολο για την τουρκική πλευρά και ως ανοικτή πληγή για τους κατοίκους της Τηλλυρίας. Η διάνοιξη του δρόμου θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πραγματικό μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, κάθε 8η Αυγούστου ο δρόμος ανοίγει προσωρινά για να περάσουν λεωφορεία προς μια τελετή που «δοξάζει» εκείνους οι οποίοι τον κράτησαν κλειστό.
Το University of Derby Greece - Νομικό Πρόσωπο Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης φέρνει στη χώρα ένα νέο μοντέλο βρετανικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, σχεδιασμένο για τον κόσμο του σήμερα και του αύριο.
Με μια πρωτότυπη δράση κοινωνικής υπευθυνότητας, η Ολυμπιακή Ζυθοποιία, με όχημα τον Mythos 0.0% και σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Οδικής Ασφάλειας (Ι.Ο.ΑΣ.) «Πάνος Μυλωνάς», ευαισθητοποίησε τα συναυλιακά κοινά για τη σημασία της υπεύθυνης κατανάλωσης και της ασφαλούς οδήγησης.