Οι... πυραμίδες της απάτης επέστρεψαν με cryptos: Από τον Πόνζι στον Μέιντοφ και στους «επενδυτές» της Κρήτης
Η νέα υπόθεση που βρίσκεται στο μικροσκόπιο της Αρχής για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος φέρνει στο φως τη δράση ενός κυκλώματος με δεκάδες εμπλεκόμενους και εκατοντάδες θύματα σε όλη τη χώρα - Πώς ένα παλιό μοντέλο εξαπάτησης μετασχηματίζεται με ψηφιακά εργαλεία και παίρνει διαστάσεις μάστιγας
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Οι πυραμίδες της απάτης επέστρεψαν - αυτή τη φορά πλασάρονται ως επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα. Τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα καταγράφεται μια ανησυχητική έξαρση τέτοιων υποθέσεων, με τα σχήματα να ξεφυτρώνουν το ένα πίσω από το άλλο και τα θύματα να μετρώνται ήδη σε εκατοντάδες σε όλη τη χώρα.
Ο Ιταλός Τσαρλς Πόνζι, ο άνθρωπος που... ανακάλυψε τις «πυραμίδες» στις αρχές του 20ού αιώνα
Πρόκειται για μια νέα γενιά απάτης, πιο «καθαρή», πιο ψηφιακή και ταυτόχρονα πιο δύσκολη στον εντοπισμό, που εκμεταλλεύεται την ταχύτητα και την πολυπλοκότητα του σύγχρονου χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος.
Οι λεγόμενες πυραμίδες δεν αποτελούν καινούρια επινόηση. Αντίθετα, η λογική τους παραμένει σχεδόν απαράλλακτη εδώ και δεκαετίες. Υπόσχεση για υψηλές αποδόσεις χωρίς ουσιαστική επενδυτική δραστηριότητα, με τα χρήματα των νέων «επενδυτών» να χρησιμοποιούνται για να συντηρούν την ψευδαίσθηση κερδών στους παλαιότερους. Οι υποσχέσεις παραμένουν ίδιες, όμως τα εργαλεία είναι πιο εξελιγμένα και η εξαπάτηση πιο πειστική. Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, οι Αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν μια γνώριμη απειλή με άγνωστα χαρακτηριστικά. Κι αυτό ακριβώς αποτυπώνεται σε πρόσφατη υπόθεση που βρίσκεται ήδη υπό διερεύνηση, φωτίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι πυραμίδες του χθες μετασχηματίζονται σήμερα σε crypto-απάτες.
Ο «εγκέφαλος» από την Κρήτη
Η διάταξη της Αρχής για το ξέπλυμα χρήματος αποκαλύπτει μια οργανωμένη εγκληματική δομή που λειτούργησε μεθοδικά και σε βάθος χρόνου συνδυάζοντας το κλασικό μοντέλο της «πυραμίδας» με τα εργαλεία της ψηφιακής εποχής. Πρόκειται για ένα κύκλωμα με διασυνοριακή δράση, το οποίο φέρεται να δραστηριοποιείται τουλάχιστον από το 2019, με βασικό δόλωμα τις επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα και στόχο τον παράνομο πλουτισμό μέσω κακουργηματικής απάτης.
Στην κορυφή της οργάνωσης εμφανίζεται ένας άνδρας κρητικής καταγωγής, που περιγράφεται ως ο εγκέφαλος του κυκλώματος. Είναι το πρόσωπο που είχε τον κεντρικό έλεγχο της λειτουργίας, τον σχεδιασμό της στρατηγικής και τον συντονισμό των επιμέρους ομάδων. Γύρω του είχε διαμορφωθεί ένας στενός πυρήνας συνεργατών, άνδρες και γυναίκες που αναλάμβαναν καίριους ρόλους όπως η διαχείριση των χρημάτων, η δημιουργία και λειτουργία των επενδυτικών πλατφορμών, αλλά και η εποπτεία της καθημερινής δραστηριότητας του δικτύου.
Κάτω από αυτό το επίπεδο, λειτουργούσε ένα ευρύ δίκτυο προσώπων, επίσης ανδρών και γυναικών, που είχαν αναλάβει την προσέγγιση των θυμάτων. Μέσα από τηλεφωνικές επικοινωνίες, διαδικτυακές επαφές και στοχευμένες προσεγγίσεις εντόπιζαν υποψήφιους «επενδυτές» και τους έπειθαν να συμμετάσχουν σε υποτιθέμενα προγράμματα υψηλών αποδόσεων. Οι δράστες εκμεταλλεύονταν την άγνοια των πολιτών γύρω από τα κρυπτονομίσματα, παρουσιάζοντας μια εικονική πραγματικότητα κερδοφορίας.
Κλείσιμο
Με τη χρήση μεθόδων πειθούς και χειραγώγησης, τα θύματα οδηγούνταν στην τοποθέτηση χρημάτων σε πλατφόρμες που έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά νόμιμων επενδυτικών εργαλείων. Στην πραγματικότητα, όμως, τα χρήματα των νέων επενδυτών χρησιμοποιούνταν για να εμφανίζονται αποδόσεις στους παλαιότερους, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας επιτυχημένης επένδυσης και διατηρώντας τη ροή κεφαλαίων. Το οικονομικό όφελος που αποκόμισε η oργάνωση εκτιμάται σε πολλές χιλιάδες ευρώ, χωρίς να έχει ακόμη προσδιοριστεί πλήρως το συνολικό ύψος του.
Ξέπλυμα και αγορές ακινήτων
Ωστόσο, η έρευνα της Αρχής δείχνει ότι η διακίνηση των χρημάτων ήταν συστηματική και πολυεπίπεδη. Τα κεφάλαια μεταφέρονταν μέσω τραπεζικών λογαριασμών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ενώ σημαντικό μέρος τους διοχετευόταν σε ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων, ώστε να χαθεί το ίχνος τους. Στη συνέχεια, τα χρήματα που είχαν αποκτηθεί από την παράνομη δραστηριότητα «καθαρίζονταν» μέσω της ένταξής τους στην πραγματική οικονομία.
Μέρος αυτών χρησιμοποιήθηκε για καταναλωτικές δαπάνες, ενώ άλλο επενδύθηκε σε ακίνητη περιουσία. Ενδεικτική είναι η περίπτωση ενός εκ των βασικών μελών του κυκλώματος, το οποίο εν μέσω της δράσης προχώρησε σε αγορά οικοπέδου σε περιοχή του Ρεθύμνου εγείροντας υπόνοιες ότι το τίμημα προήλθε από το εγκληματικό προϊόν. Παράλληλα, το ίδιο πρόσωπο συμμετείχε ως βασικός μέτοχος σε εταιρεία που δραστηριοποιείται στη διαχείριση και εκμετάλλευση ακινήτων, μέσω της οποίας αποκτήθηκε διώροφη κατοικία στην ίδια περιοχή, αντί ποσού 80.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το τίμημα καταβλήθηκε μέσω τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας, στον οποίο είχαν προηγουμένως κατατεθεί, μεταξύ άλλων, μετρητά που συνδέονται με τη δράση του κυκλώματος.
Η μεθοδολογία αυτή με την ανάμειξη παράνομων εσόδων με νόμιμα κεφάλαια και η αξιοποίησή τους σε επιχειρηματικές δραστηριότητες αποτελεί βασικό εργαλείο νομιμοποίησης. Μέσω αλλεπάλληλων συναλλαγών, μεταφορών και επενδύσεων, τα μέλη της οργάνωσης επιχειρούσαν να αποκρύψουν την προέλευση των χρημάτων και να τους προσδώσουν νομιμοφάνεια. Με βάση τα παραπάνω, η Αρχή για το ξέπλυμα διαπιστώνει σοβαρές ενδείξεις για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, διακεκριμένη απάτη κατ’ εξακολούθηση, αλλά και για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Για τον ίδιο λόγο διατάχθηκε η δέσμευση κάθε μορφής περιουσιακού στοιχείου των εμπλεκομένων, τραπεζικών λογαριασμών, επενδυτικών προϊόντων και τίτλων καθώς και η απαγόρευση εκποίησης ή μεταβίβασης συγκεκριμένων ακινήτων που συνδέονται με τη δράση τους. Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο πώς ένα παλιό μοντέλο απάτης, βασισμένο στην «πυραμίδα», μετασχηματίζεται στη σύγχρονη εποχή, αποκτώντας νέα μέσα, διεθνή διάσταση και αυξημένη πολυπλοκότητα, καθιστώντας την ανίχνευσή του ακόμη πιο δύσκολη και την εξάπλωσή του ακόμη πιο επικίνδυνη.
Το «σχήμα Πόνζι»
Ο άνθρωπος που έδωσε το όνομά του σε μία από τις πιο διαχρονικές μορφές οικονομικής απάτης δεν ήταν απλώς ένας επιτήδειος της εποχής του. Ο Τσαρλς Πόνζι, Ιταλός μετανάστης που έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ού αιώνα, κατάφερε μέσα σε ελάχιστο χρόνο να δημιουργήσει την εικόνα ενός επιτυχημένου επιχειρηματία και να πείσει χιλιάδες ανθρώπους να του εμπιστευτούν τις οικονομίες τους. Η ιστορία του δεν σταματά στην κατάρρευση του σχήματός του.
Η φήμη του τον ακολούθησε για χρόνια, ακόμη και όταν επέστρεψε στην Ιταλία, όπου συνδέθηκε με την κυβέρνηση Μουσολίνι, σε μια περίοδο όπου επιχειρούσε να ξανασταθεί επαγγελματικά. Το «επενδυτικό θαύμα» που παρουσίασε βασιζόταν σε μια απλή αλλά εξαιρετικά ελκυστική υπόσχεση με αποδόσεις που άγγιζαν το 50% μέσα σε μόλις 45 ημέρες. Για να πείσει τους επενδυτές υποστήριζε ότι εκμεταλλευόταν τις διαφορές τιμών στα διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια, ένα σύστημα που -θεωρητικά- του επέτρεπε να αγοράζει φθηνά σε μια χώρα και να πουλά ακριβότερα σε άλλη.
Στην πράξη, όμως, δεν υπήρχε καμία τέτοια δραστηριότητα. Το μοντέλο του ήταν τόσο απλό όσο και επικίνδυνο, καθώς τα χρήματα των νέων επενδυτών χρησιμοποιούνταν για να πληρώνονται οι παλαιότεροι. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνταν η ψευδαίσθηση μιας επιτυχημένης και κερδοφόρας επένδυσης. Οι πρώτοι που έβλεπαν αποδόσεις γίνονταν άθελά τους οι καλύτεροι διαφημιστές του συστήματος, προσελκύοντας συνεχώς νέους συμμετέχοντες. Οσο υπήρχε ροή νέων χρημάτων, το σύστημα λειτουργούσε. Οταν αυτή άρχισε να μειώνεται, η κατάρρευση ήταν αναπόφευκτη. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις αποταμιεύσεις τους και το όνομα του Πόνζι πέρασε στην Ιστορία ως συνώνυμο μιας συγκεκριμένης μορφής απάτης, του «σχήματος Πόνζι» ή της «πυραμίδας», ενός μηχανισμού που στηρίζεται αποκλειστικά στην ανακύκλωση χρημάτων και όχι σε πραγματική οικονομική δραστηριότητα.
Ωστόσο, η ανθρώπινη τάση να παρασύρεται από την υπόσχεση εύκολου κέρδους είχε κάνει την εμφάνισή της πολύ πριν από τον Πόνζι. Ηδη από τον 17ο αιώνα, στην Ολλανδία, η περίφημη «μανία της τουλίπας» είχε αποδείξει πόσο εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί μια οικονομική φούσκα. Οι τιμές σπάνιων βολβών εκτοξεύτηκαν σε αδιανόητα επίπεδα. Οταν, λοιπόν, η ζήτηση εξαφανίστηκε, οι τιμές κατέρρευσαν, αφήνοντας πίσω τους οικονομικά κατεστραμμένους επενδυτές.
Λίγες δεκαετίες αργότερα, η Βρετανία βίωσε μια αντίστοιχη κρίση με τη «φούσκα της South Sea Company», μιας εταιρείας που υποσχόταν τεράστια κέρδη από το εμπόριο με τη Νότια Αμερική και κατάφερε να δημιουργήσει ένα κύμα ενθουσιασμού, παρασύροντας από αριστοκράτες μέχρι απλούς πολίτες. Οι μετοχές εκτοξεύτηκαν σε εξωπραγματικά επίπεδα, μέχρι που αποκαλύφθηκε ότι οι προσδοκίες δεν στηρίζονταν σε πραγματικά δεδομένα. Η κατάρρευση που ακολούθησε ήταν βίαιη και άφησε βαθύ αποτύπωμα στην οικονομική ιστορία.
Η απάτη Μέιντοφ
Η μεγάλη τομή ήρθε με τον Πόνζι, καθώς για πρώτη φορά η απάτη απέκτησε οργανωμένη δομή, συγκεκριμένη μεθοδολογία και ξεκάθαρο στόχο εξαπάτησης. Και αυτή η λογική όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε, αλλά εξελίχθηκε και προσαρμόστηκε στις συνθήκες κάθε εποχής. Στον σύγχρονο κόσμο, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του Μπέρνι Μέιντοφ, ενός ανθρώπου που θεωρούνταν υπόδειγμα αξιοπιστίας στη Wall Street, έχοντας διατελέσει ακόμη και πρόεδρος του NASDAQ. Για χρόνια προσέφερε στους πελάτες του σταθερές αποδόσεις, ανεξάρτητα από τις συνθήκες της αγοράς, χτίζοντας μια εικόνα απόλυτης εμπιστοσύνης.
Το 2008, εν μέσω της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αποκαλύφθηκε ότι πίσω από αυτό το «επενδυτικό θαύμα» κρυβόταν το μεγαλύτερο «σχήμα Πόνζι» στην ιστορία. Οι ζημίες υπολογίστηκαν σε περίπου 65 δισ. δολάρια, ενώ ανάμεσα στα θύματα βρίσκονταν τράπεζες, μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Το σοκ δεν ήταν μόνο οικονομικό, αλλά και θεσμικό. Ακόμη και οι πιο έμπειροι επενδυτές είχαν παρασυρθεί. Από τον Πόνζι μέχρι τον Μέιντοφ και από τις πρώτες χρηματοοικονομικές φούσκες μέχρι τα σύγχρονα σκάνδαλα, το μοτίβο παραμένει ίδιο. Η υπόσχεση γρήγορου και εύκολου κέρδους, η δημιουργία εμπιστοσύνης και, τελικά, η κατάρρευση.
Κάθε εποχή αλλάζει τα εργαλεία, από τις τουλίπες και τις μετοχές μέχρι τα πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, αλλά η ουσία παραμένει αναλλοίωτη. Και ακριβώς αυτή η διαχρονική λογική της απάτης είναι που επιστρέφει σήμερα, με νέο όχημα τα κρυπτονομίσματα. Ενα σύγχρονο περιβάλλον που προσφέρει ταχύτητα, ανωνυμία και διεθνή εμβέλεια, δημιουργώντας το ιδανικό έδαφος για να αναβιώσει με νέα μορφή το ίδιο παλιό σχήμα που ξεκίνησε πριν από έναν αιώνα.
Ανεξήγητη απώλεια βάρους, εξάντληση, μειωμένη όρεξη ή δυσκολία στην κίνηση αποτελούν κάποια από τα «σημάδια» της δυσθρεψίας που συνήθως περνάνε απαρατήρητα
Η επένδυση στον σύγχρονο χώρο εργασίας ξεκινά με μια απόφαση: να αντιμετωπιστεί το εργασιακό περιβάλλον ως αυτό που πραγματικά είναι, ένα κρίσιμο κομμάτι της στρατηγικής της επιχείρησης. Η ΔΡΟΜΕΑΣ προσφέρει ακριβώς αυτό.