Προς νέο ιστορικό υψηλό παρά την κρίση στη Μέση Ανατολή: 25 δισ. φέτος οι εισπράξεις στον τουρισμό
Οι αριθμοί και οι αδυναμίες πίσω από το νέο ρεκόρ - Περισσότεροι επισκέπτες, όμως μικρότερη παραμονή και πιεσμένα κέρδη, γιατί οι Ευρωπαίοι ταξιδεύουν μεν, αλλά είναι πιο «μαζεμένοι»
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Kι ενώ η θερινή σεζόν ρίχνει πλέον σταδιακά αυλαία στα νησιά, o ελληνικός τουρισμός καταλήγει για μία ακόμη χρονιά με ιστορικό υψηλό, έστω κι αν το ξεκίνημα του φετινού καλοκαιριού ήταν σαφώς χαμηλότερο των προσδοκιών.
Με το οκτάμηνο του 2026, που περιλαμβάνει και το κρίσιμο δίμηνο του Ιουλίου - Αυγούστου, να κλείνει με συνολικές εισπράξεις στα 18,2 δισ. ευρώ και ταξιδιωτική κίνηση στα 28,5 εκατομμύρια ταξιδιώτες, ο ελληνικός τουρισμός αποδεικνύει στην πράξη ότι πέρασε με επιτυχία φέτος ένα ακόμη... stress test, αυτό της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή, που ήρθε να προστεθεί στις διαδοχικές κρίσεις με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος ο κλάδος τα τελευταία χρόνια.
H αύξηση στις επιδόσεις του φετινού οκταμήνου αντιστοιχούν σε ένα +9,4% σε επίπεδο εσόδων και +10% σε επίπεδο ταξιδιωτικής κίνησης σε σύγκριση με την περίοδο Ιανουαρίου - Αυγούστου του 2025, ενώ πέρυσι για το σύνολο της χρονιάς τα νούμερα έφτασαν αντίστοιχα τα 23,6 δισ. ευρώ και τα 43,3 εκατομμύρια ταξιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των ταξιδιωτών της κρουαζιέρας.
Τώρα, οι πρώτες εκτιμήσεις για το σύνολο του 2026 παραπέμπουν σε εισπράξεις, για πρώτη φορά, ακόμη και πάνω από το φράγμα των 25 δισ. ευρώ, έστω κι αν ένα κομμάτι της ανόδου μπορεί να οφείλεται στον πληθωρισμό ή αν όσοι έρχονται μένουν λιγότερο και δαπανούν επίσης λιγότερα.
Οι κατευθύνσεις
Στον απολογισμό της σεζόν και με το βλέμμα πλέον σε αυτήν του 2027, αυτό που προτάσσουν οι τουριστικοί φορείς είναι το κρίσιμο ζήτημα των υποδομών, της διαχείρισης των προορισμών, αλλά και της διάχυσης των πολλαπλών οφελών του κλάδου, χρονικής αλλά και γεωγραφικής, για μεγαλύτερο διάστημα του έτους και πέρα από τους κλασικούς «πρωταθλητές» σε Αιγαίο και Ιόνιο. Η διάχυση αυτή μάλιστα και η δεδομένη αλληλεπίδραση του ελληνικού τουρισμού με άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο όπου γίνεται συζήτηση για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Τις κατευθύνσεις προς τις οποίες πρέπει να κινηθεί ο κλάδος αναδεικνύει και η τελευταία μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) «Ο Ελληνικός Τουρισμός 2025: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές».
Παρά την ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, οχτώ από τις δεκατρείς Περιφέρειες συγκεντρώνουν μόλις το 10% των εσόδων -οι υπόλοιπες πέντε, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη, Αττική, Κεντρική Μακεδονία και Ιόνια Νησιά συγκεντρώνουν το υπόλοιπο 90%-, ενώ πέντε νησιά δέχονται το 47% των διεθνών αφίξεων. Ακόμα, αν και το μερίδιο του γ' τριμήνου κάθε έτους ως προς τις διεθνείς αφίξεις και εισπράξεις υποχώρησε αντίστοιχα σε 52,4% και 52,5% το 2025 από το 56% και 58,3% που ήταν το 2019, η εποχικότητα παραμένει δομικό αδύνατο σημείο.
Αυτή η ανισοκατανομή των τουριστικών ροών στον χώρο και τον χρόνο δημιουργεί συνωστισμό σε μερικούς προορισμούς κατά τις περιόδους αιχμής και υπανάπτυξη στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας: σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση με την οποία θεσμοθετείται το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό (ΕΧΠΤ), το 90% των Δημοτικών Ενοτήτων που καλύπτουν το 95% της επιφάνειας της χώρας έχουν μικρή έως μηδαμινή τουριστική ανάπτυξη. «Άρα, σε επίπεδο χώρας δεν υπάρχει πρόβλημα όγκου επισκεπτών, αλλά πρόβλημα διαχείρισης των ροών ώστε να υπάρξει λιγότερος συνωστισμός σε συγκεκριμένα σημεία και συγκεκριμένες χρονικές στιγμές μέσω της χωρικής και χρονικής επέκτασης της τουριστικής δραστηριότητας», αναφέρει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, με την πρόεδρο του ΣΕΤΕ Αγάπη Σμπώκου να στέκεται ιδιαίτερα στην ποιότητα του ελληνικού τουρισμού που κρίνεται στην καθημερινή λειτουργία κάθε προορισμού, στον δημόσιο χώρο, στις υποδομές, στην ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων και τη σχέση εμπιστοσύνης με τις τοπικές κοινωνίες. Γι’ αυτό και είναι κρίσιμη, κατά τον ΣΕΤΕ, η δημιουργία θεσμικά ισχυρών Οργανισμών Διαχείρισης Προορισμών (DMMOs) που δεν θα περιορίζονται στην τουριστική προβολή, αλλά θα σχεδιάζουν, διαχειρίζονται και αναπτύσσουν έξυπνους προορισμούς κατευθύνοντας τη ζήτηση προς ανεκμετάλλευτες περιοχές και προς περιοχές με τουριστική δυναμική.
Οι στοχευμένες επενδύσεις και η ανάπτυξη και διαχείριση των προορισμών μπορεί να συμβάλλουν στην ανακοπή και αντιστροφή της τάσης μείωσης της μέσης διάρκειας παραμονής από 7,4 διανυκτερεύσεις το 2019 σε 6,1 το 2025 μέσω της δημιουργίας περισσότερο ελκυστικών προϊόντων και υπηρεσιών, που θα δώσουν κίνητρα στους ταξιδιώτες να παρατείνουν τον χρόνο των διακοπών τους και να ξοδέψουν περισσότερα χρήματα.
Οι υποδομές
Εξίσου κρίσιμο, όπως προκύπτει από τη μελέτη, είναι και το θέμα των υποδομών. Το 2025 οι τουριστικές επιχειρήσεις εκτιμάται ότι διέθεσαν συνολικά περίπου 5 δισ. ευρώ σε επενδύσεις, εκ των οποίων 2,8 δισ. ευρώ ο ξενοδοχειακός κλάδος. Το τουριστικό προϊόν όμως βασίζεται σε μια αλυσίδα εμπειριών αξίας και οι ιδιωτικές επενδύσεις υψηλής ποιότητας δεν μπορούν να αντισταθμίσουν δημόσιες υποδομές που υστερούν και επηρεάζουν καθοριστικά την ελκυστικότητα των προορισμών. Μια επείγουσα πρόκληση αφορά στη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, που δεν έχει προσαρμοστεί στους ρυθμούς ανάπτυξης της επιβατικής κίνησης. «Καθυστερήσεις πτήσεων κάθε καλοκαίρι, αλλά και τώρα μέσα στο φθινόπωρο, ανεπαρκής στελέχωση στα αεροδρόμια, λιμνάζοντες αναξιοποίητοι πόροι για εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού αεροναυτιλίας και ανομοιογένεια μεταξύ ιδιωτικώς και δημοσίως διαχειριζόμενων αεροδρομίων πλήττουν διαχρονικά το brand της χώρας», αναφέρεται χαρακτηριστικά στη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ.
Αντίστοιχη ανάγκη παρέμβασης υπάρχει στις χερσαίες μεταφορές -βελτίωση οδικής και σιδηροδρομικής σύνδεσης τουριστικών προορισμών και λιμένων και αεροδρομίων, αναβάθμιση συνοριακών σταθμών, διαχωρισμός έργου ΚΤΕΛ από τουριστικά λεωφορεία και χώροι στάθμευσης στα αστικά κέντρα- και στο δίκτυο θαλάσσιων μεταφορών: η ακτοπλοΐα δεν είναι απλώς μεταφορά, είναι θεμελιώδης εθνική υποδομή, και μάλιστα εθνικής σημασίας, καθώς η ισχυρή ακτοπλοΐα στηρίζει τους νησιωτικούς προορισμούς συνολικά και όχι μόνο τον τουρισμό τους. Παράλληλα, η ανάπτυξη σύγχρονων μαρινών και λιμένων κρουαζιέρας παραμένει πεδίο ανεκμετάλλευτου δυναμικού.
Εκτός από τις μεταφορές, ο ΣΕΤΕ αναδεικνύει τρία ακόμη κρίσιμα πεδία. Το πρώτο έχει να κάνει με τη διαχείριση των υδατικών πόρων, ζήτημα που οξύνεται ταχύτατα λόγω κλιματικής αλλαγής και υψηλής επισκεψιμότητας σε νησιωτικές περιοχές. Το δεύτερο με τη συνεδριακή υποδομή, δεδομένου ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει ένα συνεδριακό κέντρο διεθνών προδιαγραφών για μεγάλα συνέδρια, με αποτέλεσμα να υστερεί σοβαρά στη διοργάνωση μεγάλων διεθνών συνεδρίων, μένοντας ως εκ τούτου εκτός μιας σημαντικής αγοράς με υψηλή δαπάνη, συχνά εκτός περιόδου αιχμής. Το τρίτο σχετίζεται με τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης: καθαριότητα, σήμανση, προσβασιμότητα και πολιτιστικά δρώμενα που απευθύνονται και στο διεθνές κοινό αποτελούν «χαμηλού κόστους και υψηλής απόδοσης παρεμβάσεις που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες».
Στο περιβαλλοντικό επίπεδο, το κενό ωριμότητας είναι σημαντικό: περίπου 850 ξενοδοχεία φέρουν πιστοποίηση βιωσιμότητας, ενώ το 73% των επιχειρήσεων δεν έχει θέσει ως στόχο τη μείωση εκπομπών έως το 2030 - παρόλο που νομική υποχρέωση ισχύει ήδη. Η κλιματική αλλαγή αποτελεί ταυτόχρονα απειλή και ευκαιρία, δεδομένου ότι αναδεικνύει τη βιώσιμη πιστοποίηση σε κρίσιμο ανταγωνιστικό εργαλείο, ενώ ο ΣΕΤΕ έχει προχωρήσει από την πλευρά του στην πρωτοβουλία METRON Sustainable Tourism ως ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αυτοδέσμευσης και συμμόρφωσης για τον κλάδο.
Την ίδια στιγμή, η θεσμοθέτηση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό αποτελεί μια σημαντική θεσμική εξέλιξη, καθώς η χώρα αποκτά, μετά από μακρά περίοδο εκκρεμότητας, ένα αναγκαίο εργαλείο στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού. Παρά τις όποιες ελλείψεις, η θεσμοθέτηση του ΕΧΠΤ αποτελεί σαφώς καλύτερη επιλογή από την απουσία οποιουδήποτε πλαισίου. «Η επιτυχία του θα κριθεί από την εφαρμογή του και, κυρίως, από την ποιότητα του υποκείμενου σχεδιασμού, μέσω των Τοπικών και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, όπου θα εξειδικευτούν οι κατευθύνσεις του με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής», αναφέρουν οι επιτελείς του συνδέσμου. «Ένα διαχρονικό πρόβλημα αποτελεί η εκτός σχεδίου δόμηση, η οποία αλλοιώνει τα τοπία, επιβαρύνει τη λειτουργία των δήμων και των Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και αναλώνει αναπτυξιακή γη που είναι αρκετά περιορισμένη λόγω περιβαλλοντικών και αρχαιολογικών περιορισμών. Οι δυσμενείς επιπτώσεις της εκτός σχεδίου δόμησης έχουν ενταθεί, ιδιαίτερα στα νησιά με τις κατασκευές οικημάτων για βραχυχρόνια μίσθωση, που επιπρόσθετα τα επιβαρύνουν με αυξημένο κυκλοφοριακό φόρτο, καθώς οι ένοικοί τους χρειάζονται αυτοκίνητο για την ικανοποίηση όλων των αναγκών τους (π.χ. supermarket, πρόσβαση στη θάλασσα κ.λπ.)».
Η πορεία φέτος
Για τη φετινή χρονιά, με βάση τα στοιχεία από την ΤτΕ έως και τον Αύγουστο, οι βασικοί τροφοδότες του ελληνικού τουρισμού παραμένουν η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, παρουσιάζοντας και οι δύο αύξηση σε αφίξεις και εισπράξεις. Οι Γερμανοί έχουν λίγο μεγαλύτερη αύξηση στις αφίξεις στο οκτάμηνο (στο +8,1%) με 4,21 εκατομμύρια ταξιδιώτες και τις εισπράξεις να είναι στο +7,2% σε σχέση με πέρυσι, στα 2,86 δισ. ευρώ, φέρνοντας και τα περισσότερα από όλες τις αγορές για τον ελληνικό τουρισμό. Το Ηνωμένο Βασίλειο έφερε 2,67 δισ. ευρώ (+5%), με τον αριθμό των ταξιδιωτών να είναι στα 3,4 εκατομμύρια την περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου. Στις υπόλοιπες αγορές, η Ιταλία και οι ΗΠΑ παρουσιάζουν την ισχυρότερη αύξηση ταξιδιωτικών εισπράξεων, ενώ στον αντίποδα η Γαλλία καταγράφει υποχώρηση τόσο στις αφίξεις όσο και στις εισπράξεις. Οι ΗΠΑ παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι Αμερικανοί ταξιδιώτες μειώθηκαν κατά 1,5%, στο 1,06 εκατομμύριο ταξιδιώτες, αλλά οι εισπράξεις από την αμερικανική αγορά αυξήθηκαν κατά 21%, στα 1,47 εκατ., επιβεβαιώνοντας τη φήμη τους ως πολύ καλοί τουρίστες υψηλής δαπάνης. Εντυπωσιακή, στο +31,7%, είναι η αύξηση της δαπάνης των Ιταλών, πάνω από 1,26 δισ. ευρώ, με άνοδο κατά 22,1% στις αφίξεις, στα 1,92 εκατομμύρια ταξιδιώτες. Στην περίπτωση των Γάλλων, οι ταξιδιώτες μειώθηκαν κατά 5,4%, στο 1,35 εκατομμύριο, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τη δαπάνη με ένα μείον 8,1% σε σύγκριση με το περσινό οκτάμηνο, στα 932 εκατ. ευρώ.
Το 2026 ο ελληνικός τουρισμός αποδεικνύεται «πιο ανθεκτικός απ' όσο φαινόταν στις αρχές του καλοκαιριού, όπου η ζήτηση υπήρχε μεν, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις εκδηλώθηκε τελικά πολύ πιο κοντά στην ημερομηνία άφιξης», σχολιάζει στο «business stories» ο κ. Βασίλης Λαπαναΐτης, ιδρυτής της ελληνικής εταιρείας διαχείρισης boutique ξενοδοχείων Square Lime, με ένα χαρτοφυλάκιο σε ουκ ολίγους διαφορετικούς προορισμούς. Ο ίδιος διαπιστώνει ότι οι ταξιδιώτες γίνονται πιο απαιτητικοί, πιο προσεκτικοί στις δαπάνες τους και αποφασίζουν ολοένα και συχνότερα την τελευταία στιγμή, με τις υψηλές τιμές σε δημοφιλείς προορισμούς, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, να δοκιμάζουν τελικά τις αντοχές της ζήτησης. Στο ερώτημα για το αν τελικά επιτυγχάνεται η επιμήκυνση μέσα στο φθινόπωρο αναφέρει ότι πράγματι «ο Σεπτέμβριος έχει πλέον πολύ μεγαλύτερο βάρος στη συνολική σεζόν και ο Οκτώβριος αποκτά σταδιακά μεγαλύτερη εμπορική σημασία. Πρέπει όμως να διαχωρίσουμε την πραγματική επιμήκυνση από τη μετατόπιση μέρους της ζήτησης εκτός Ιουλίου και Αυγούστου. Η σεζόν δεν επιμηκύνεται απλώς επειδή ένα ξενοδοχείο αποφασίζει να μείνει ανοιχτό. Χρειάζεται συνδεσιμότητα, εστίαση, δραστηριότητες και μια κρίσιμη μάζα επιχειρήσεων που να παραμένουν ενεργές. Γι’ αυτό ο στόχος δεν μπορεί να είναι "12 μήνες λειτουργίας" για όλους. Σε αρκετές περιπτώσεις, επιτυχία είναι να προσθέσεις δύο ή τρεις πραγματικά κερδοφόρες εβδομάδες στη σεζόν και όχι δύο ζημιογόνους μήνες».
Τη διαφοροποίηση ως προς τη δαπάνη των ταξιδιωτών φέτος διαπιστώνει και ο κ. Ηρακλής Τσιτλακίδης, ο οποίος έχει τη διπλή ιδιότητα του αντιπροέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων και του προέδρου της Ενωσης Ξενοδόχων Πιερίας: «Βλέπουμε ότι όλοι οι Ευρωπαίοι μετρούν και προσπαθούν να περιορίσουν τα έξοδα. Εχει συμπιεστεί η εκτός ξενοδοχείου δαπάνη, πράγμα που αποτυπώνεται στην εστίαση, ενώ έχουμε επίσης μία μεταστροφή στους επισκέπτες, οι οποίοι στο παρελθόν ζητούσαν το πρωινό, ενώ πλέον ζητούν και την ημιδιατροφή ώστε να ελέγχουν καλύτερα το κόστος. Η τάση αυτή παρατηρήθηκε φέτος τόσο στους ξένους όσο και στους Ελληνες επισκέπτες, παράλληλα και με τη μείωση της διάρκειας παραμονής στον προορισμό. Ενδεικτικά στην Πιερία, πέρυσι η μέση διάρκεια ήταν 6 ημέρες, ενώ φέτος μειώθηκε στις 5,2 ημέρες».
Στο ερώτημα αν υπήρξε στροφή προς τους ηπειρωτικούς προορισμούς φέτος, ειδικά για τους Έλληνες μέσα στο καλοκαίρι ως μία πιο προσιτή επιλογή έναντι των νησιών, ο κ. Τσιτλακίδης επισημαίνει ότι είναι πράγματι περισσότεροι αυτοί που προτιμούν την ηπειρωτική Ελλάδα σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, όπως αναφέρει η κυρία Σοφία Φλέγκα, μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΠΟΞ και πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Ευρυτανίας, δεν πρόκειται ακόμη για εδραιωμένη τάση, όπως φάνηκε και φέτος: «Η κίνηση του Αυγούστου είναι στάνταρ, έχει πάντα κίνηση γιατί οι Έλληνες παίρνουν την άδειά τους τον Αύγουστο. Ο Ιούλιος όμως δεν ήταν τόσο καλός φέτος και γι’ αυτό έριξε τα νούμερα στον συνολικό απολογισμό της σεζόν».
Το αντίθετο συνέβη στην Πελοπόννησο, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι η τουριστική κίνηση φέτος παρουσίασε διαφορετική εικόνα και ταχύτητες στους κατά τόπους προορισμούς. Σύμφωνα με τον κ. Δημήτρη Καραλή, πρόεδρο της Ένωσης Ξενοδόχων Μεσσηνίας, σε ό,τι αφορά τη θερινή σεζόν «φέτος ήταν η χρονιά που είχε την περισσότερη κίνηση η Πελοπόννησος. Τα πράγματα ήταν αμφίρροπα τον Ιούνιο και λέγαμε ότι αν πιάσουμε τα νούμερα της περσινής χρονιάς θα ήταν επιτυχία, ωστόσο η κίνηση τελικά ξεπέρασε τη σεζόν του 2025. Από την άλλη πλευρά, το 2026 τα έσοδα ήταν σαφώς πιο πιεσμένα, με εκρηκτικά εκτοξευμένα και τα έξοδα, επομένως το συνολικό ταμείο για τις επιχειρήσεις είναι μικρότερο στον απολογισμό της σεζόν».