Οι μεγάλες προκλήσεις μέχρι το 2030 και οι εκλογές
Μπορεί ο λόγος της πολιτικής αντιπαράθεσης στις προεκλογικές περιόδους να παγιδεύεται συχνά στην παρελθοντολογία και στο πόσο χειρότεροι ήταν οι εκάστοτε προηγούμενοι, ωστόσο εκείνο που κρίνεται πάντοτε σε μια εκλογική αναμέτρηση είναι η πορεία της χώρας με όρους μέλλοντος
Γι' αυτό κι έχει κρισιμότατη σημασία αντί να πούμε μόνο τι δεν έγινε καλά μέχρι τώρα, να δούμε ποια είναι τα μεγάλα διακυβεύματα μέχρι το 2030, και ποιοι είναι οι δρόμοι που ανοίγονται μπροστά μας προκειμένου να ανταποκριθούμε σε αυτά. Διότι παρά την αντίληψη που θέλει τα μεγάλα κόμματα εξουσίας να έχουν υποτίθεται συγκλίνει στα σοβαρά ζητήματα του τόπου και να εμφανίζουν μόνο δευτερεύουσες διαφορές, οι τρόποι που τα αντιλαμβάνοναι, τα επεγεργάζονται και τα διαχειρίζονται πολύ απέχουν από το να είναι ίδιοι. Υπάρχουν, δηλαδή, διαφορές τόσο στην ουσία των πολιτικών που προτείνονται, όσο και στη διαχειριστική ικανότητα του καθενός εξ αυτών.
Οικονομική πρόκληση
Πολύ χοντρικά, οι μεγάλες προκλήσεις που ανοίγονται μπροστά μας για το υπόλοιπο της δεκαετίας που διανύουμε είναι οι εξής. Πρώτον, η οικονομική πρόκληση. Πρόκειται ίσως για την μεγαλύτερη από όλες με δεδομένη την καταστροφική περίοδο της χρεοκοπίας που προηγήθηκε. Η εθνική μας οικονομία έχασε την περασμένη δεκαετία ενδεχομένως και πάνω από ¼ του πλούτου της καθώς και την διεθνή της πιστοληπτική αξιοπιστία. Αυτά όλα έχουν μέχρι τώρα μόνο μερικώς αποκατασταθεί, κυρίως από το 2019 και μετά, και τούτο παρά τις νέες κρίσεις που επακολούθησαν: πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, παγκόσμια ενεργειακή και πληθωριστική κρίση κλπ.
Ωστόσο, οι προοπικές εμφανίζονται ευοίωνες, κυρίως για τρεις μεγάλους λόγους: τα τεράστια κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ που λειτουργούν σχεδόν ως ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ για την ανάκαμψη της χώρας, τη μεγάλη ανάπτυξη του τουρισμού που εμφανίζει κάθε χρόνο ανοδικές τάσεις στα έσοδα, την αύξηση των εξαγωγών, καθώς και τις ξένες μεγάλες επενδύσεις που ίσως και να φανερώνουν και το γενικότερο ρόλο της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το βασικό ερώτημα σχετικά με όλα αυτά πάντως δεν αφορά μόνο αόριστα την ενίσχυση του κρατικού προϋπολογισμού αλλά την πολυσυζητημένη αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου που ήταν και η ουσιαστική αιτία της χρεοκοπίας.
Και απέναντι σε αυτό προτείνονται εν ολίγοις αυτή τη στιγμή δύο πολιτικές απαντήσεις: μία της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη που αν μη τι άλλο, αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και προσπαθεί να ανταποκριθεί σε αυτό με έναν ήπιο φιλελευθερισμό που ευνοεί την επιχειρηματικότητα, τις ξένες επενδύσεις και γενικώς την εξωστρέφεια της οικονομίας. Και η άλλη του ΣΥΡΙΖΑ κι εν μέρει του ΠΑΣΟΚ που εμφανίζονται πολύ αμφίθυμοι και ενίοτε εχθρικοί, έτσι κι αλλιώς, με τον καπιταλισμό και τις απαιτήσεις του, ενώ ενδιαφέρονται κυρίως για την αναδιανομή του εισοδήματος, τις επιδοματικές λύσεις χωρίς να μιλούν για αύξηση τις πίτας, ευνοώντας μάλλον την εσωστρέφεια και μια κλειστή οικονομία.
Γεωπολιτική πρόκληση
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι η γεωπολιτική. Η χώρα φέρει διαχρονικά ένα βαρύ γεωπολιτικό φορτίο το οποίο προκύπτει από την κομβική γεωγραφική της θέση. Αυτό το φορτίο ωστόσο έχει αυξηθεί επικίνδυνα την τελευταία τετραετία αφενός λόγω του τουρκικού αναθεωρητισμού που δεν έχει μείνει απλώς στα λόγια αλλά εκφράζεται και με απτές προκλήσεις από τον Έβρο (με υδβιδικές επιθέσεις) ως το Αιγαίο (με στρατιωτική ένταση), αφετέρου από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που είναι σε εξέλιξη και εντελώς άγνωστο που θα καταλήξει και πότε.
Απέναντι σε αυτή την πρόκληση, η ΝΔ ως κυβέρνηση ενήργησε το προηγούμενο διάστημα με αποφασιστικότητα και ταχύτητα σε δύο επίπεδα: αφενός ενίσχυσε την αποτρεπτική δυνατότητα της χώρας σε στρατιωτικό επίπεδο, αφετέρου ενίσχυσε τις διεθνείς συμμαχίες της (ιδίως με την Γαλλία) καθώς και ειδικά την σχέση της με τις ΗΠΑ που είναι προφανώς, λόγω και του ΝΑΤΟ, ο κρισιμότερος σύμμαχος από όλους.
Το στοίχημα ωστόσο που τίθεται από εδώ και πέρα είναι η εξεύρεση μιας μονιμότερης λύσης σε διπλωματικό επίπεδο (βλ. Χάγη), κάτι που ευνοείται μάλιστα από τη συγκυρία μετά και τους κατραστροφικούς σεισμούς στην Τουρκία οι οποίοι την υποχρεώνουν αναγκαστικά σε μια στροφή στα εσωτερικά της προβλήματα και σε έναν σχετικό κατευνασμό στα εξωτερικά.
Στο θέμα αυτό, η ΝΔ ως κόμμα και ως εκλογική βάση είναι πιο διχασμένη καθώς υπάρχει και η πατριωτική της πτέρυγα που είναι πιο διστακτική σε διπλωματικές παραχωρήσεις εφόσον φθάναμε ποτέ σε μια επίσημη διαπραγμάτευση με την Άγκυρα (αυτό ισχύει μερικώς και για το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη), ωστόσο, ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης και η στενή κυβερνώσα ομάδα είναι σαφώς πιο ανοικτή υπό προϋποθέσεις σε μιά τέτοια εξέλιξη.
Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και με πιο ενιαία στάση στα εξωτερικά, εμφανίζεται ωστόσο λιγότερο ρεαλιστής ως προς την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής: ούτε στην υβριδική επίθεση στον Έβρο κατανόησε ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες εργαλειοποιήθηκαν από το καθεστώς Ερντογάν για να προκαλέσουν πρόβλημα στην ασφάλεια της χώρας, ούτε και στη διένεξη στο Αιγαίο μοιάζει να αντιλαμβάνεται ότι διαπραγματεύεσαι καλύτερα μόνο όταν διαθέτεις στρατιωτική αποτρεπτική δύναμη -την οποία λόγω ιδεολογικών αρχών αντιμετωπίζει με σαφώς μεγαλύτερη δυσπιστία.
Εκσυγχρονισμός του κράτους
Οικονομική πρόκληση
Πολύ χοντρικά, οι μεγάλες προκλήσεις που ανοίγονται μπροστά μας για το υπόλοιπο της δεκαετίας που διανύουμε είναι οι εξής. Πρώτον, η οικονομική πρόκληση. Πρόκειται ίσως για την μεγαλύτερη από όλες με δεδομένη την καταστροφική περίοδο της χρεοκοπίας που προηγήθηκε. Η εθνική μας οικονομία έχασε την περασμένη δεκαετία ενδεχομένως και πάνω από ¼ του πλούτου της καθώς και την διεθνή της πιστοληπτική αξιοπιστία. Αυτά όλα έχουν μέχρι τώρα μόνο μερικώς αποκατασταθεί, κυρίως από το 2019 και μετά, και τούτο παρά τις νέες κρίσεις που επακολούθησαν: πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, παγκόσμια ενεργειακή και πληθωριστική κρίση κλπ.
Ωστόσο, οι προοπικές εμφανίζονται ευοίωνες, κυρίως για τρεις μεγάλους λόγους: τα τεράστια κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ που λειτουργούν σχεδόν ως ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ για την ανάκαμψη της χώρας, τη μεγάλη ανάπτυξη του τουρισμού που εμφανίζει κάθε χρόνο ανοδικές τάσεις στα έσοδα, την αύξηση των εξαγωγών, καθώς και τις ξένες μεγάλες επενδύσεις που ίσως και να φανερώνουν και το γενικότερο ρόλο της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το βασικό ερώτημα σχετικά με όλα αυτά πάντως δεν αφορά μόνο αόριστα την ενίσχυση του κρατικού προϋπολογισμού αλλά την πολυσυζητημένη αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου που ήταν και η ουσιαστική αιτία της χρεοκοπίας.
Και απέναντι σε αυτό προτείνονται εν ολίγοις αυτή τη στιγμή δύο πολιτικές απαντήσεις: μία της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη που αν μη τι άλλο, αντιλαμβάνεται το πρόβλημα και προσπαθεί να ανταποκριθεί σε αυτό με έναν ήπιο φιλελευθερισμό που ευνοεί την επιχειρηματικότητα, τις ξένες επενδύσεις και γενικώς την εξωστρέφεια της οικονομίας. Και η άλλη του ΣΥΡΙΖΑ κι εν μέρει του ΠΑΣΟΚ που εμφανίζονται πολύ αμφίθυμοι και ενίοτε εχθρικοί, έτσι κι αλλιώς, με τον καπιταλισμό και τις απαιτήσεις του, ενώ ενδιαφέρονται κυρίως για την αναδιανομή του εισοδήματος, τις επιδοματικές λύσεις χωρίς να μιλούν για αύξηση τις πίτας, ευνοώντας μάλλον την εσωστρέφεια και μια κλειστή οικονομία.
Γεωπολιτική πρόκληση
Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι η γεωπολιτική. Η χώρα φέρει διαχρονικά ένα βαρύ γεωπολιτικό φορτίο το οποίο προκύπτει από την κομβική γεωγραφική της θέση. Αυτό το φορτίο ωστόσο έχει αυξηθεί επικίνδυνα την τελευταία τετραετία αφενός λόγω του τουρκικού αναθεωρητισμού που δεν έχει μείνει απλώς στα λόγια αλλά εκφράζεται και με απτές προκλήσεις από τον Έβρο (με υδβιδικές επιθέσεις) ως το Αιγαίο (με στρατιωτική ένταση), αφετέρου από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία που είναι σε εξέλιξη και εντελώς άγνωστο που θα καταλήξει και πότε.
Απέναντι σε αυτή την πρόκληση, η ΝΔ ως κυβέρνηση ενήργησε το προηγούμενο διάστημα με αποφασιστικότητα και ταχύτητα σε δύο επίπεδα: αφενός ενίσχυσε την αποτρεπτική δυνατότητα της χώρας σε στρατιωτικό επίπεδο, αφετέρου ενίσχυσε τις διεθνείς συμμαχίες της (ιδίως με την Γαλλία) καθώς και ειδικά την σχέση της με τις ΗΠΑ που είναι προφανώς, λόγω και του ΝΑΤΟ, ο κρισιμότερος σύμμαχος από όλους.
Το στοίχημα ωστόσο που τίθεται από εδώ και πέρα είναι η εξεύρεση μιας μονιμότερης λύσης σε διπλωματικό επίπεδο (βλ. Χάγη), κάτι που ευνοείται μάλιστα από τη συγκυρία μετά και τους κατραστροφικούς σεισμούς στην Τουρκία οι οποίοι την υποχρεώνουν αναγκαστικά σε μια στροφή στα εσωτερικά της προβλήματα και σε έναν σχετικό κατευνασμό στα εξωτερικά.
Στο θέμα αυτό, η ΝΔ ως κόμμα και ως εκλογική βάση είναι πιο διχασμένη καθώς υπάρχει και η πατριωτική της πτέρυγα που είναι πιο διστακτική σε διπλωματικές παραχωρήσεις εφόσον φθάναμε ποτέ σε μια επίσημη διαπραγμάτευση με την Άγκυρα (αυτό ισχύει μερικώς και για το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη), ωστόσο, ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης και η στενή κυβερνώσα ομάδα είναι σαφώς πιο ανοικτή υπό προϋποθέσεις σε μιά τέτοια εξέλιξη.
Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και με πιο ενιαία στάση στα εξωτερικά, εμφανίζεται ωστόσο λιγότερο ρεαλιστής ως προς την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής: ούτε στην υβριδική επίθεση στον Έβρο κατανόησε ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες εργαλειοποιήθηκαν από το καθεστώς Ερντογάν για να προκαλέσουν πρόβλημα στην ασφάλεια της χώρας, ούτε και στη διένεξη στο Αιγαίο μοιάζει να αντιλαμβάνεται ότι διαπραγματεύεσαι καλύτερα μόνο όταν διαθέτεις στρατιωτική αποτρεπτική δύναμη -την οποία λόγω ιδεολογικών αρχών αντιμετωπίζει με σαφώς μεγαλύτερη δυσπιστία.
Εκσυγχρονισμός του κράτους
Η τρίτη πρόκληση έχει να κάνει με τον εκσυγχρονισμό του κράτους, που αναδείχτηκε ακόμη πιο επιτακτικός μετά και την τραγωδία στα Τέμπη. Εκεί η διακυβέρνηση της ΝΔ έχει να εμφανίσει αφενός ένα μεταρρυθμιστικό θαύμα που λέγεται “ψηφιοποίηση του κράτους” η οποία άλλαξε καταλυτικά τη σχέση κράτους – πολίτη αλλά και τις προσδοκίες που έχουμε πλέον από το πρώτο. Και αφετέρου πιο περιορισμένες μεταρρυθμίσεις στην Εκπαίδευση και την Υγεία μετά την πανδημία, στην ταχύτερη απονομή των συντάξεων, στην αύξηση του κατώτερου μισθού ή στον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης (βλ. την τεράστια επιτυχία του ERTFLIX).
Ωστόσο, παραμένουν πολλά ακόμη που πρέπει να γίνουν, στον τομέα των Μεταφορών, της Δικαιοσύνης, ακόμη περισσότερα στον τομέα της δημόσιας υγείας και της ανώτατης εκπαίδευσης, στην αγροτική και την πράσινη ανάπτυξη, στο μείζον θέμα της αξιολόγησης στο δημόσιο τομέα, στον περιορισμό της διαφθοράς, σε θέματα δικαιωμάτων, Κράτους Δικαίου, ενίσχυσης της Δημοκρατίας κ.ά. Ο Κ. Μητσοτάκης έχει δεσμευτεί ότι εφόσον του εμπιστευτούν και πάλι την διακυβέρνηση είναι έτοιμος να “σπάσει αυγά”, κάνοντας όσα δεν έκανε την προηγούμενη θητεία από παράλειψη ή δισταγμό. Μένει να αποδειχτεί αν θα το τηρήσει.
Από την άλλη, υπάρχει πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ που στα ζητήματα του κράτους τάσσεται πάντοτε με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα κάποτε αντικοινωνικά αιτήματά τους ενώ επιδεικνύει σταθερά μικρότερο ενδιαφέρον για το πως αυτό το κράτος θα γίνει καλύτερο ως προς τις υπηρεσίες του στους πολίτες. Ως καλύτερο παράδειγμα είναι η αντίφασή του από την μία να καταγγέλει την κυβέρνηση για την δυστύχημα των Τεμπών, την ίδια ώρα που αρνείται την αξιολόγηση του προσωπικού, η απουσία της οποίας φάνηκε τι επιπτώσεις έχει σε τέτοιες καταστροφές.
Αναχρονιστική είναι και η αντίληψή του για τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων που συχνά τα βλέπει ως χώρους επαναστατικής γυμναστικής, υποτιμώντας ταυτόχρονα την ανάγκη στενότερης διασύνδεσή τους με την αγορά εργασίας, για να μην μιλήσουμε για την αναχρονιστική άρνησή του στην ίδρυση μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ.
Κοινωνική πρόκληση
Τελευταία μεγάλη πρόκληση είναι η κοινωνική συνοχή. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μετά τις αλλεπάλληλες κρίσεις (οικονομικές, υγειονομικές, γεωπολιτικές) σε μια κρίσιμη μετάβαση η οποία επιταχύνεται και από την 4η βιομηχανική επανάσταση. Η ανεργία έπεσε μεν αλλά υπάρχουν ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που έχουν χαθεί εξαίτιας της κρίσης της περασμένης δεκαετίας, χωρίς να έχουν αναπληρωθεί έκτοτε.
Από την άλλη, υπάρχουν πολλές θέσεις κακοπληρωμένης και επισφαλούς εργασίας (που αφορούν κυρίως νεότερους) που δεν επιτρέπουν καλές συνθήκες ζωής, την ίδια ώρα που τα επίπεδα της φτώχειας παραμένουν πολύ ψηλά, διευρύνοντας τις ανισότητες, όχι μόνο τις ταξικές αλλά και τις διαγενεακές.
Σε συνδυασμό με τον πάγιο πρόβλημα της υπογεννητικότητας, το κοινωνικό πρόβλημα επιβαρύνει δυσανάλογα τους νέους καθώς οι καλές εργασιακές ευκαιρίες είναι λιγότερες ενώ ασήκωτο γίνεται για εκείνους και το βάρος της ασφαλιστικής στήριξης των πιο ηλικιωμένων (που γίνονται όλο και περισσότεροι πληθυσμιακά).
Απέναντι σε αυτό το πρόβλημα η ΝΔ απαντά με ένα συνδυασμό ανοίγματος της οικονομίας ώστε να δημιουργηθούν νέες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και στοχευμένων επιδοματικών πολιτικών στήριξης των πιο αδύναμων αλλά και των νέων. Αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ επενδύει περισσότερο σε αναδιανεμητικές πολιτικές, χωρίς αναγκαστικά να έχει προηγηθεί ενίσχυση της οικονομίας.
Αυτά είναι σε αδρές γραμμές τα διαφορετικά αναπτυξιακά σχέδια που ανοίγονται μπροστά μας σε σχέση με τις μεγάλες προκλήσεις της χώρας, και μεγάλο μέρος από την έκβασή τους θα κριθεί από το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών και την κυβερνητική θητεία 2023-2027. Είναι συνεπώς απαραίτητο η πολιτική αντιπαράθεση να γίνει πάνω σε αυτόν τον καμβά του μέλλοντος κυρίως, και λιγότερο στο τι έγινε στο παρελθόν. Έχουν άλλωστε πλέον βρεθεί στην εξουσία και τα τρία μεγαλύτερα κόμματα και έχουμε γνώση των πεπραγμένων τους.
Ωστόσο, παραμένουν πολλά ακόμη που πρέπει να γίνουν, στον τομέα των Μεταφορών, της Δικαιοσύνης, ακόμη περισσότερα στον τομέα της δημόσιας υγείας και της ανώτατης εκπαίδευσης, στην αγροτική και την πράσινη ανάπτυξη, στο μείζον θέμα της αξιολόγησης στο δημόσιο τομέα, στον περιορισμό της διαφθοράς, σε θέματα δικαιωμάτων, Κράτους Δικαίου, ενίσχυσης της Δημοκρατίας κ.ά. Ο Κ. Μητσοτάκης έχει δεσμευτεί ότι εφόσον του εμπιστευτούν και πάλι την διακυβέρνηση είναι έτοιμος να “σπάσει αυγά”, κάνοντας όσα δεν έκανε την προηγούμενη θητεία από παράλειψη ή δισταγμό. Μένει να αποδειχτεί αν θα το τηρήσει.
Από την άλλη, υπάρχει πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ που στα ζητήματα του κράτους τάσσεται πάντοτε με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τα κάποτε αντικοινωνικά αιτήματά τους ενώ επιδεικνύει σταθερά μικρότερο ενδιαφέρον για το πως αυτό το κράτος θα γίνει καλύτερο ως προς τις υπηρεσίες του στους πολίτες. Ως καλύτερο παράδειγμα είναι η αντίφασή του από την μία να καταγγέλει την κυβέρνηση για την δυστύχημα των Τεμπών, την ίδια ώρα που αρνείται την αξιολόγηση του προσωπικού, η απουσία της οποίας φάνηκε τι επιπτώσεις έχει σε τέτοιες καταστροφές.
Αναχρονιστική είναι και η αντίληψή του για τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων που συχνά τα βλέπει ως χώρους επαναστατικής γυμναστικής, υποτιμώντας ταυτόχρονα την ανάγκη στενότερης διασύνδεσή τους με την αγορά εργασίας, για να μην μιλήσουμε για την αναχρονιστική άρνησή του στην ίδρυση μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ.
Κοινωνική πρόκληση
Τελευταία μεγάλη πρόκληση είναι η κοινωνική συνοχή. Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μετά τις αλλεπάλληλες κρίσεις (οικονομικές, υγειονομικές, γεωπολιτικές) σε μια κρίσιμη μετάβαση η οποία επιταχύνεται και από την 4η βιομηχανική επανάσταση. Η ανεργία έπεσε μεν αλλά υπάρχουν ακόμη εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας που έχουν χαθεί εξαίτιας της κρίσης της περασμένης δεκαετίας, χωρίς να έχουν αναπληρωθεί έκτοτε.
Από την άλλη, υπάρχουν πολλές θέσεις κακοπληρωμένης και επισφαλούς εργασίας (που αφορούν κυρίως νεότερους) που δεν επιτρέπουν καλές συνθήκες ζωής, την ίδια ώρα που τα επίπεδα της φτώχειας παραμένουν πολύ ψηλά, διευρύνοντας τις ανισότητες, όχι μόνο τις ταξικές αλλά και τις διαγενεακές.
Σε συνδυασμό με τον πάγιο πρόβλημα της υπογεννητικότητας, το κοινωνικό πρόβλημα επιβαρύνει δυσανάλογα τους νέους καθώς οι καλές εργασιακές ευκαιρίες είναι λιγότερες ενώ ασήκωτο γίνεται για εκείνους και το βάρος της ασφαλιστικής στήριξης των πιο ηλικιωμένων (που γίνονται όλο και περισσότεροι πληθυσμιακά).
Απέναντι σε αυτό το πρόβλημα η ΝΔ απαντά με ένα συνδυασμό ανοίγματος της οικονομίας ώστε να δημιουργηθούν νέες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και στοχευμένων επιδοματικών πολιτικών στήριξης των πιο αδύναμων αλλά και των νέων. Αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ επενδύει περισσότερο σε αναδιανεμητικές πολιτικές, χωρίς αναγκαστικά να έχει προηγηθεί ενίσχυση της οικονομίας.
Αυτά είναι σε αδρές γραμμές τα διαφορετικά αναπτυξιακά σχέδια που ανοίγονται μπροστά μας σε σχέση με τις μεγάλες προκλήσεις της χώρας, και μεγάλο μέρος από την έκβασή τους θα κριθεί από το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών και την κυβερνητική θητεία 2023-2027. Είναι συνεπώς απαραίτητο η πολιτική αντιπαράθεση να γίνει πάνω σε αυτόν τον καμβά του μέλλοντος κυρίως, και λιγότερο στο τι έγινε στο παρελθόν. Έχουν άλλωστε πλέον βρεθεί στην εξουσία και τα τρία μεγαλύτερα κόμματα και έχουμε γνώση των πεπραγμένων τους.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα