Σε νέα φάση υψηλού κινδύνου εισέρχεται η ναυσιπλοΐα στον κόλπο του Άντεν και στα ύδατα της
Σομαλίας, καθώς η
πειρατεία επιστρέφει δυναμικά, εκμεταλλευόμενη το κενό ασφάλειας που δημιουργεί η μετατόπιση διεθνών ναυτικών δυνάμεων προς τις εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή.
Με τις επιθέσεις να έχουν υπερτριπλασιαστεί σε ετήσια βάση και περισσότερους από 90 ναυτικούς να βρίσκονται υπό κράτηση, η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα προειδοποιεί για ταχεία επιδείνωση της ασφάλειας σε μία από τις κρισιμότερες θαλάσσιες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), έξι πλοία και περισσότεροι από 90 ναυτικοί βρίσκονται αυτή την περίοδο υπό τον έλεγχο πειρατών ή ένοπλων ληστών.Η νέα προειδοποίηση του Οργανισμού εκδόθηκε μετά την κατάληψη, στις 20 Αυγούστου, του product tanker SIBU 1, πρώην SEAMULL, στον κόλπο του Άντεν. Ο γενικός γραμματέας του IMO, Αρσένιο Ντομίνγκεζ, προειδοποίησε για ταχεία επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας, επισημαίνοντας ότι τα συγκεκριμένα ύδατα καθίστανται ολοένα πιο επικίνδυνα για τους ναυτικούς. Παράλληλα, κάλεσε τις ναυτιλιακές εταιρείες να εφαρμόζουν αυστηρά τις βέλτιστες πρακτικές προστασίας και τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες του Οργανισμού. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην εγκύκλιο MSC.1/Circ.1601/Rev.2, η οποία περιλαμβάνει τις αναθεωρημένες οδηγίες του IMO για την αντιμετώπιση της πειρατείας.
Μεταξύ άλλων προβλέπονται αξιολόγηση κινδύνου πριν από τον απόπλου, επιλογή ασφαλέστερης διαδρομής, αυξημένη επιτήρηση, ενίσχυση της προστασίας του πλοίου με ένοπλους φρουρούς και σαφείς διαδικασίες επικοινωνίας και αντίδρασης σε περίπτωση επίθεσης.
Ο επικεφαλής του IMO ζητεί επίσης να ενισχυθεί εκ νέου η διεθνής ναυτική συνεργασία, η οποία στο παρελθόν είχε συμβάλει καθοριστικά στον περιορισμό της σομαλικής πειρατείας.Όπως υπογράμμισε, η διεθνής κοινότητα δεν μπορεί να επιτρέψει την παγίωση μιας νέας πειρατικής απειλής σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του παγκόσμιου εμπορίου.
«Πάνω από 90 αθώοι ναυτικοί κρατούνται σήμερα αιχμάλωτοι», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι αρκετοί από αυτούς έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα, νερό, ιατρική περίθαλψη και άλλες βασικές υπηρεσίες, ενώ οι οικογένειές τους διαθέτουν ελάχιστη αξιόπιστη ενημέρωση για την τύχη τους.
Ο Αρσένιο Ντομίνγκεζ ζήτησε την άμεση και χωρίς όρους απελευθέρωση όλων των ναυτικών που κρατούνται, σημειώνοντας ότι κανένα μέλος πληρώματος δεν πρέπει να γίνεται θύμα βίας, εκφοβισμού ή εκμετάλλευσης κατά την εκτέλεση της εργασίας του.
Σύμφωνα με το International Maritime Bureau, έως τις 30 Ιουνίου 2026 είχαν καταγραφεί δέκα περιστατικά πειρατείας ή απόπειρας επίθεσης.
Ακολούθησαν οι καταλήψεις των δεξαμενόπλοιων Asana και Sibu 1, καθώς και του πλοίου γενικού φορτίου Lutuf, με αποτέλεσμα ο συνολικός αριθμός των περιστατικών να έχει ανέλθει σε τουλάχιστον 13 έως τις 20 Αυγούστου.
Το SIBU 1, με IMO 9204776, είναι δεξαμενόπλοιο περίπου 32.200 dwt, κατασκευής 2001. Την ημέρα της επίθεσης κινούνταν δυτικά στον κεντρικό κόλπο του 'Αντεν, όταν εξέπεμψε μήνυμα κινδύνου μέσω VHF, αναφέροντας την προσέγγιση μη εξουσιοδοτημένου σκάφους.
Το περιστατικό σημειώθηκε περίπου 136 ναυτικά μίλια ανατολικά της Αλ Μουκάλα της Υεμένης, εντός του διεθνώς αναγνωρισμένου διαδρόμου διέλευσης στο κόλπο του Αντεν.
Με βάση τις καταγραφές του JMIC (σσ Κοινό Κέντρο Ναυτιλιακής Πληροφόρησης) και του UKMTO(σσ Υπηρεσία Επιχειρήσεων Εμπορικής Ναυτιλίας του Ηνωμένου Βασιλείου), στις 08:25 UTC έγινε γνωστό ότι το πλοίο δεχόταν πειρατική επίθεση. Έξι ένοπλοι ανέβηκαν στο δεξαμενόπλοιο, κατέλαβαν τη γέφυρα και άλλαξαν την πορεία του. Στις 09:57 UTC το συμβάν χαρακτηρίστηκε επισήμως ως πειρατική κατάληψη, ενώ οι δράστες φέρονταν να έχουν πρόθεση να οδηγήσουν το πλοίο προς το Μποσάσο της Σομαλίας.
Στο SIBU 1 επέβαιναν 20 ναυτικοί. Μεταξύ αυτών ήταν 16 Ινδοί, ένας Σύρος, ένας Σουδανός και ένας Ιρακινός, ενώ η εθνικότητα ενός ακόμη μέλους του πληρώματος δεν είχε εξακριβωθεί. Οι ινδικές αρχές είχαν ανακοινώσει ότι οι 16 Ινδοί ναυτικοί ήταν ασφαλείς. Ωστόσο, δεν είχε επιβεβαιωθεί η απελευθέρωση ούτε του πληρώματος ούτε του πλοίου.