Κρίσιμο θεωρείται για την
Τζόρτζια Μελόνι και την κυβέρνησή της το δημοψήφισμα που θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή και τη Δευτέρα, όπως αναφέρει το
Politico.
Το δημοψήφισμα αφορά το περίπλοκο θέμα της δικαστικής μεταρρύθμισης, κάτι που οι δεξιοί, όπως και η
Μελόνι, επιδιώκουν εδώ και δεκαετίες, κατηγορώντας τους δικαστές για πολιτικές παρεμβάσεις και αριστερές προκαταλήψεις.
Οι αλλαγές που επιδιώκονται μέσω του δημοψηφίσματος είναι άκρως τεχνικές. Όμως, η ψηφοφορία θα θεωρηθεί ως ευρύτερο τεστ εμπιστοσύνης προς την πρωθυπουργό και την κυβέρνησή της.
Εάν η Μ
ελόνι κερδίσει, θα εδραιώσει την εξουσία της πριν τις γενικές εκλογές του επόμενου έτους. Αν όμως χάσει, η αντιπολίτευση θα «μυριστεί αίμα». Οι ψηφοφόροι θα κληθούν να στηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις ψηφίζοντας «ναι» ή να τις απορρίψουν σημειώνοντας «όχι» στα ψηφοδέλτιά τους. Να σημειωθεί ότι το συνταγματικό δημοψήφισμα είναι δεσμευτικό, ανεξάρτητα από το ποσοστό προσέλευσης.
Τι λένε οι δημοσκοπήσεις
Η ιταλική νομοθεσία απαγορεύει στα μέσα ενημέρωσης να διενεργούν δημοσκοπήσεις δύο εβδομάδες πριν από την ψηφοφορία, αλλά τα τελευταία στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 7 Μαρτίου έδειξαν μια «αυξητική τάση» υπέρ της καμπάνιας του «όχι». Παρόλα αυτά, η αναμέτρηση φαίνεται αμφίρροπη, με πολλά να εξαρτώνται από την προσέλευση.
Πολλοί αναμένουν τα στοιχεία της προσέλευσης, που θεωρούν ότι θα δώσουν μια ένδειξη για το αποτέλεσμα. Μια χαμηλότερη προσέλευση αναμένεται ότι θα ευνοήσει την αντιπολίτευση, ενώ υψηλότερη προσέλευση εκτιμάται ότι θα βοηθήσει τη Μελόνι.
Παράλληλα, ο πόλεμος στο Ιράν αποτελεί κίνδυνο για την Ιταλίδα πρωθυπουργό. Οι ψηφοφόροι της Ιταλίας αντιπαθούν έντονα τον Αμερικανό πρόεδρο και σύμμαχό της
Ντόναλντ Τραμπ και ανησυχούν για τις αυξήσεις στους ήδη υψηλούς λογαριασμούς ενέργειας λόγω της σύγκρουσης στη
Μέση Ανατολή.
Ποιες μεταρρυθμίσεις προτείνονται
Η κυβέρνηση θέλει να διαχωρίσει την επαγγελματική πορεία δικαστών και εισαγγελέων, για να μειωθεί η «συλλογική σκέψη» (groupthink) και να σταματήσει η διαπλοκή μεταξύ τους.
Ως εκ τούτου, προτείνεται διαχωρισμός της σταδιοδρομίας δικαστών και εισαγγελέων, που μέχρι στιγμής έχουν τις ίδιες εισαγωγικές εξετάσεις και τα προγράμματα κατάρτισης, ενώ προτείνεται η προσιήκη ενός δεύτερου διοικητικού οργάνου εισαγγελέων στο ήδη υπάρχον για θέματα προσωπικού, καθώς και ενός ανώτερου δικαστηρίου αρμόδιου για πειθαρχικά θέματα. Τα περισσότερα μέλη των τριών αυτών δικαστικών σωμάτων θα επιλέγονται μέσω κληρωτίδας αντί για εκλογές.
Στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων η δικαιοσύνη
Το ιταλικό δικαστικό σύστημα βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η κυβέρνηση Μελόνι υποστηρίζει ότι η μεταρρύθμιση είναι απαραίτητη για τη διόρθωση ενός υπερβολικά πολιτικοποιημένου και ανεξέλεγκτου δικαστικού σώματος. Αντίθετα, η καμπάνια του «όχι», όπου ηγείται η αντιπολίτευση, κάνει λόγο για αυταρχική κίνηση για τη φίμωση των δικαστών και τη μείωση της ανεξαρτησίας τους.
Στη δεκαετία του 1990, μετά το σκάνδαλο διαφθοράς Mani Pulite («Καθαρά Χέρια») που έσπασε την επί δεκαετίες κυριαρχία των Χριστιανοδημοκρατών, οι πολιτικοί απαξιώθηκαν, ενώ οι εισαγγελείς ηρωοποιήθηκαν και απέκτησαν ηθική εξουσία. Αυτό προκάλεσε διαρκή δυσαρέσκεια στη δεξιά και την πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη έχει μετατραπεί σε πολιτική δύναμη.
Αν και η ιδέα του διαχωρισμού της σταδιοδρομίας δικαστών και εισαγγελέων είχε στηριχθεί στο παρελθόν και από την Αριστερά, όλα άλλαξαν όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που είχε συγκρούσεις με τη Δικαιοσύνη και υποστήριζε ότι οι διώξεις εις βάρος του οφείλονται σε πολιτικά συμφέροντα. Προσπάθησε μάλιστα να περιορίσει την εισαγγελική εξουσία, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού των τηλεφωνικών υποκλοπών, της θέσπισης βουλευτικής ασυλίας και της συντόμευσης του χρόνου παραγραφής των αδικημάτων.
Το 2002, ο Μπερλουσκόνι πρότεινε μια παρόμοια συνταγματική τροποποίηση με αυτή της Μελόνι αλλά αναγκάστηκε να κάνει πίσω. Έκτοτε, οι περισσότερες κυβερνήσεις, όπως αυτή του Μάριο Ντράγκι το 2021, επικεντρώθηκαν στην ψήφιση πιο στοχευμένων νόμων για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας.
Τα σενάρια του «ναι» και του «όχι»
Εάν κερδίσει, η Μελόνι αναμένεται ότι θα προβάλλει τη νίκη ως ένα επίτευγμα, ενόψει και των εκλογών του 2027. Επίσης, θα μπορούσε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές, πριν ενταθούν τα οικονομικά προβλήματα, εκμεταλλευόμενη τη δυναμική της. Δημοσίως η ίδια έχει πει ότι θέλει να εξαντλήσει τη θητεία της.
Παράλληλα, η Μελόνι προσπάθησε να αποφύγει το λάθος του Ματέο Ρέντσι, να προσωποποιήσει το δημοψήφισμα. Όταν ο Ρέντσι έχασε την ψηφοφορία για τη συνταγματική του μεταρρύθμιση το 2016, αναγκάστηκε να παραιτηθεί, έχοντας διεξαγάγει μια εκστρατεία που συνέδεε το όνομα και τη πολιτική μοίρα του με το αποτέλεσμα. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός επιμένει ότι δεν θα παραιτηθεί, εάν οι προτάσεις απορριφθούν, ωστόσο δεν θα βγει αλώβητη.
Μέχρι στιγμής, η Μελόνι παρουσιάζεται ως μια ισχυρή και σταθερή ηγέτιδα, μακριά από σκάνδαλα και εσωκομματικές έριδες, κάτι σπάνιο στη σύγχρονη ιστορία της Ιταλίας. Η ήττα στο δημοψήφισμα θα αποτελούσε το πρώτο πραγματικό πλήγμα στην μέχρι στιγμής πορεία της και θα χάριζε μια σημαντική νίκη στην αντιπολίτευση, θέτοντάς την σε μια δύσκολη πορεία προς τις γενικές εκλογές του επόμενου έτους.