Εδώ και αιώνες, η
ασπιρίνη αποτελεί βασικό προϊόν σε κάθε νοικοκυριό – ανακουφίζει από τον πόνο και τον πυρετό, ενώ έχει αναδειχθεί και ως καρδιοπροστατευτική ουσία. Τώρα, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν ένα ακόμη αξιοσημείωτο όφελος: Τη δυνατότητά της να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου.
Μια προσωπική ιστορία πυροδοτεί επιστημονική ελπίδα
Ο Nick James, ένας Βρετανός κατασκευαστής επίπλων, είδε τη μητέρα του να πεθαίνει από καρκίνο και πολλά άτομα της οικογένειάς του να διαγιγνώσκονται επίσης με τη νόσο. Υποβλήθηκε σε γενετικό έλεγχο, ο οποίος έδειξε, σύμφωνα με το BBC, ότι ήταν φορέας μιας μετάλλαξης που συνδέεται με το σύνδρομο Lynch – μια πάθηση που αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου.
Αναζητώντας επιλογές, ο James συμμετείχε σε μια κλινική δοκιμή υπό την καθοδήγηση του John Burn στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. Στόχος της μελέτης ήταν να διαπιστώσει εάν μια ημερήσια δόση ασπιρίνης θα μπορούσε να βοηθήσει στην πρόληψη του καρκίνου σε άτομα υψηλού κινδύνου. Πάνω από μια δεκαετία αργότερα, ο James δεν έχει «χτυπηθεί» από τον καρκίνο, ενισχύοντας τις πιθανές προστατευτικές ιδιότητες της ασπιρίνης.
Συγκεντρωτικά στοιχεία από κλινικές δοκιμές
Η ασπιρίνη αναπτύχθηκε τον 19ο αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την ανακούφιση του πόνου, σύντομα όμως τα οφέλη της επεκτάθηκαν και περιλαμβάνουν πλέον την καρδιαγγειακή προστασία, καθώς μειώνει την πήξη του αίματος, καθιστώντας τα αιμοπετάλια λιγότερο κολλώδη. Μέχρι τη δεκαετία του 1970, οι ερευνητές άρχισαν να υποψιάζονται ότι μπορεί επίσης να επηρεάζει τον καρκίνο. Πρώιμες μελέτες σε ζώα υποδείκνυαν ότι θα μπορούσε να επιβραδύνει ή να αποτρέψει τη μετάσταση, αλλά οι επιπτώσεις για τον άνθρωπο παρέμεναν αβέβαιες.
Τα τελευταία χρόνια, μελέτες μεγάλης κλίμακας διερευνούν το ζήτημα. Μια δοκιμή υπό την ηγεσία του Burn παρακολούθησε 861 ασθενείς με σύνδρομο Lynch για μια δεκαετία. Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: Όσοι έλαβαν καθημερινά ασπιρίνη για τουλάχιστον 2 χρόνια μείωσαν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου κατά περίπου 50%. Ακόμη πιο ενθαρρυντικό είναι ότι, σύμφωνα με νεότερα ευρήματα, χαμηλότερες δόσεις -παρόμοιες με αυτές που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη καρδιακών παθήσεων- ενδέχεται να προσφέρουν συγκρίσιμα οφέλη με λιγότερες παρενέργειες.
Εν τω μεταξύ, η Άννα Μάρτλινγκ από το Ινστιτούτο Καρολίνσκα διερεύνησε τον ρόλο της ασπιρίνης στην πρόληψη της υποτροπής του καρκίνου. Η μελέτη της, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 3.000 ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου, διαπίστωσε ότι η ασπιρίνη μείωσε τον κίνδυνο υποτροπής κατά περισσότερο από 50% σε άτομα με συγκεκριμένες γενετικές μεταλλάξεις.
Αυτά τα ευρήματα έχουν ήδη επηρεάσει πολλά υγειονομικά συστήματα. Στη Σουηδία, ασθενείς με συγκεκριμένες μεταλλάξεις όγκων παίρνουν ασπιρίνη ως μέρος του θεραπευτικού τους πλάνου. Ομοίως, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Ηνωμένου Βασιλείου συνιστούν την ασπιρίνη για άτομα με σύνδρομο Lynch υπό ιατρική παρακολούθηση.
Πώς η ασπιρίνη μπορεί να καταπολεμήσει τον καρκίνο
Οι ερευνητές πιστεύουν ότι δρα μέσω πολλαπλών οδών:
➤ Μείωση της φλεγμονής: Η ασπιρίνη αναστέλλει το ένζυμο COX-2, που παράγει προσταγλανδίνες – μόρια που ευνοούν την ανάπτυξη όγκων.
➤ Περιορισμός της κυτταρικής βλάβης: Μειώνοντας τη φλεγμονή, η ασπιρίνη μπορεί να περιορίσει τις συνθήκες που επιτρέπουν στα καρκινικά κύτταρα να αναπτυχθούν.
➤ Ενίσχυση της ανοσολογικής απόκρισης: Έρευνα υπό την ηγεσία του Rahul Roychoudhuri στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ υποδηλώνει ότι η ασπιρίνη μπορεί να βοηθήσει το ανοσοποιητικό σύστημα να ανιχνεύσει και να καταστρέψει τα καρκινικά κύτταρα, αναστέλλοντας τη θρομβοξάνη Α2, έναν παράγοντα πήξης, που προστατεύει τους όγκους από την ανοσολογική επίθεση.
Ένα πολλά υποσχόμενο εργαλείο – με σημαντικούς περιορισμούς
Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα οφέλη, μπορεί να είναι δελεαστικό να θεωρήσουμε την ασπιρίνη ως μια καθολική προληπτική λύση. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν: Η ασπιρίνη μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες, όπως έλκη στομάχου, εσωτερική αιμορραγία και, σε σπάνιες περιπτώσεις, εγκεφαλική αιμορραγία. Για τον λόγο αυτό, οι περισσότεροι ερευνητές συνιστούν τη χρήση της μόνο για συγκεκριμένες ομάδες υψηλού κινδύνου και πάντα υπό ιατρική επίβλεψη.