Έρευνα για τη μεσαία τάξη στην Ελλάδα: Από το ΚΤΕΛ στο SUV και μετά πάλι πίσω στο άγχος και την ανασφάλεια
Από τη δεκαετία των 60s με την έφοδο στην Αθήνα της πολυκατοικίας στην εικονική πραγματικότητα της υπερκατανάλωσης και πίσω στον αγώνα επιβίωσης της «πανάκριβης καθημερινότητας» - Οι τρεις διαφορετικοί κόσμοι, δημόσιοι υπάλληλοι, μικρομεσαίοι και νέοι χαμηλόμισθοι - Μιλούν Στουρνάρας, Σωτηρόπουλος, Βέττας
Πέτρος Δεμερτζής
Επιμέλεια: Φώτης Τσιμέλας
Ολοι στην Ελλάδα δηλώνουν πως ανήκουν στη μεσαία τάξη. Από τον ταξιτζή, τον μαγαζάτορα και τον εφοριακό μέχρι τον μηχανικό, τον γιατρό και τον τριαντάρη που μοιράζεται το νοίκι με συγκάτοικο. Στην πραγματικότητα, η ελληνική μεσαία τάξη δεν είναι απλώς μια εισοδηματική κατηγορία.
Είναι το κεντρικό πρόσωπο του ελληνικού 20ού αιώνα - αυτή που έχτισε τις πολυκατοικίες, που σπούδασε τα παιδιά της, που ψήφισε την Αλλαγή, που δανείστηκε για Cayenne και διακοπές, που πλήρωσε τα μνημόνια και που σήμερα δουλεύει περισσότερες ώρες από οποιονδήποτε άλλον στην Ευρώπη για να πληρώνει το σπίτι που κάποτε όριζε την ταυτότητά της.
Ποια είναι
Ο διεθνής ορισμός, αυτός που χρησιμοποιούν ΟΟΣΑ και στατιστικές υπηρεσίες, είναι καθαρά εισοδηματικός: μεσαία τάξη είναι τα νοικοκυριά με διαθέσιμο εισόδημα ανάμεσα στο 75% και το 200% του διάμεσου εισοδήματος της χώρας. Με αυτό το μέτρο, η μεγάλη μελέτη του ΣΕΒ το 2020 -η πληρέστερη ακτινογραφία που έχει γίνει- κατέταξε στη μεσαία τάξη το 54% των Ελλήνων, με εισόδημα από 14.700 έως 39.300 ευρώ για τετραμελές νοικοκυριό, με όριο της φτώχειας τα 9.850 ευρώ.
Η ελληνική κοινωνιολογία το λέει δεκαετίες τώρα, από τον Νίκο Πουλαντζά που περιέγραψε την «παραδοσιακή μικροαστική τάξη» των αυτοαπασχολούμενων έως τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά που μίλησε για τα «πολυσθενή» ελληνικά υποκείμενα (ο δημόσιος υπάλληλος που είναι ταυτόχρονα και μικροϊδιοκτήτης και λίγο επιτηδευματίας).
Βγαίνει ένα σχήμα με τρεις παράλληλες μεσαίες τάξεις: η δημοσιοϋπαλληλική, παιδί της Μεταπολίτευσης, η μικροαστική των μαγαζατόρων και των ελεύθερων επαγγελματιών, η αρχαιότερη όλων στη χώρα, και η νέα μισθωτή του ιδιωτικού τομέα, τα στελέχη και οι γνωσιακοί εργαζόμενοι, η τάξη που η κρίση εξήγαγε στο Λονδίνο και το Βερολίνο.
Η ιστορία της
Η πρώτη ελληνική «ιδιοτυπία» είναι ένα «δομικό λάθος». Στη Δύση, πρώτα δημιουργήθηκε αστική οικονομία και μετά το κράτος που τη διαχειρίστηκε. Στην Ελλάδα έγινε ανάποδα: το κράτος του 1830 προηγήθηκε της κοινωνίας του και άρχισε να την παράγει - με διορισμούς. Το ελληνικό κράτος γεννιέται με υπερβολικά μεγάλη γραφειοκρατία σε σχέση με την παραγωγική του βάση.
Στην απογραφή του 1870 καταγράφονται 4.109 δημοτικοί υπάλληλοι σε ένα κράτος 1,5 εκατομμυρίου κατοίκων. Ο Τσουκαλάς το έχει δείξει αναλυτικά: το ελληνικό βασίλειο του 19ου αιώνα κουβαλούσε γραφειοκρατία δυσανάλογη προς την παραγωγική του βάση και έτσι το πρώτο μεσαίο στρώμα της χώρας δεν βγήκε από τα εργοστάσια, ούτε βέβαια από φάρμες και αγροτικές υποδομές, αλλά από το γραφείο. Δίπλα του, στις γειτονιές της Αθήνας, στις αρχές του 1900 μεγάλωνε το δεύτερο: μαγαζάτορες, βιοτέχνες, μικροέμποροι.
Το 1922, η Μικρασιατική Καταστροφή και τα προσφυγικά κύματα άλλαξαν βίαια τον αστικό χάρτη: Νέα Σμύρνη, Νέα Ιωνία, Καλλιθέα, Κοκκινιά. Ανθρωποι που στη Σμύρνη ήταν έμποροι και επαγγελματίες ξεκίνησαν εδώ από το μηδέν, κουβαλώντας όμως κάτι που δεν καίγεται: τεχνογνωσία, αστικές συνήθειες, μανία για την εκπαίδευση των παιδιών. Η σύγχρονη ελληνική αστική κοινωνία αρχίζει εκεί, στις παράγκες με τα γεράνια. Υστερα ήρθαν η Κατοχή και ο Εμφύλιος και ισοπέδωσαν ό,τι είχε χτιστεί. Το 1950 η χώρα ξεκινούσε σχεδόν από την αρχή.
Μπετόν, πτυχίο, διορισμός
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 η ελληνική επαρχία άδειασε μέσα στα τρένα και τα λεωφορεία της αστυφιλίας. Η Περιφέρεια Πρωτευούσης, που το 1951 μετρούσε κάπου 1,4 εκατομμύριο κατοίκους, απορρόφησε τον κύριο όγκο της εσωτερικής μετανάστευσης και σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε είκοσι χρόνια. Και πού να μείνει όλος αυτός ο κόσμος; Σε ένα σύστημα που δεν το σκέφτηκε κανένας υπουργός και λειτούργησε καλύτερα από κάθε στεγαστική πολιτική στην Ευρώπη: την αντιπαροχή.
Το χαμόσπιτο του παππού δινόταν αντί τριών διαμερισμάτων στην πολυκατοικία που θα χτίσει ο εργολάβος. Χωρίς κρατικό χρήμα, χωρίς τράπεζες, χωρίς σχέδιο. Ετσι, η Ελλάδα έγινε η χώρα της ιδιοκατοίκησης και το διαμέρισμα ήταν το διαβατήριο για τη μεσαία τάξη και η προίκα της επόμενης γενιάς, όλα μαζί σε 70 τετραγωνικά μέτρα με μπαλκόνι.
Μετά ήρθε το πτυχίο. Η μεταπολεμική Ελλάδα πίστεψε στην εκπαίδευση, κυρίως γιατί το πτυχίο ήταν το μόνο «σίγουρο ασανσέρ» για να ανέβει ένα νέο παιδί κοινωνική κλίμακα στη χώρα της απόλυτης αναξιοκρατίας και των οθωμανικών κατάλοιπων. Ο γιος του αγρότη γινόταν δάσκαλος, η κόρη του δασκάλου γιατρός.
Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, αγγλικά. Η οικογένεια λειτούργησε ως άτυπο κράτος πρόνοιας: αυτή χρηματοδότησε την ανοδική κινητικότητα, τη στιγμή που σε άλλα μέρη την πλήρωναν οι θεσμοί.
Και τέλος, ο... διορισμός. Η Μεταπολίτευση, και κυρίως το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, μετέτρεψε το Δημόσιο σε μηχανή μαζικής παραγωγής μεσαίας τάξης. Μέσα σε μια τριετία ουσιαστικά, οι δημόσιοι υπάλληλοι που θεωρούνταν «κακομοίρηδες» γιατί έπαιρναν «τρεις κι εξήντα» έγιναν «καλοί γαμπροί ή νύφες». Μόνιμη θέση, σταθερός μισθός, σύνταξη, δάνειο από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο.
Επειτα ήρθαν το ευρώ και τα δανεικά, και το «κοινωνικό συμβόλαιο» μετατράπηκε σε εφιάλτη. Το μέσο διαθέσιμο εισόδημα ενός τετραμελούς νοικοκυριού ανέβηκε από περίπου 25.000 ευρώ το 2003 σε περίπου 30.000 το 2009-2010, σε αυτό που ο ΣΕΒ ονομάζει κομψά «δεκαετία της υψηλής ανάπτυξης (με δανεικά...)».
Στεγαστικά με επιτόκια που έμοιαζαν δώρο, καταναλωτικά για το τζιπ, η παγκόσμια πρωτοτυπία του «διακοποδάνειου», οι Ολυμπιακοί Αγώνες στη χώρα μας το 2004 ως φαντασμαγορικό αποκορύφωμα. Η μεσαία τάξη του 2008 ήταν η πιο ευημερούσα στην ελληνική ιστορία. Ηταν και η πιο υποθηκευμένη, αλλά δεν το ήξερε ακόμα.
Η παραοικονομία
Υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας που συντελεί στη διαμόρφωση της μεσαίας τάξης, αλλά που κανένα διάγραμμα εισοδημάτων δεν πιάνει, γιατί εξ ορισμού κρύβεται: η παραοικονομία. Το αδήλωτο μεροκάματο, η ταβέρνα που δεν κόβει απόδειξη, ο υδραυλικός που «αν θες τιμολόγιο, αλλάζει η τιμή», τα διαφόρων ειδών «φακελάκια» και «λαδώματα».
Εισοδήματα που δεν δηλώνονται, αλλά στηρίζουν την ύπαρξη της μεσαίας τάξης. Οταν ήρθαν τα μνημόνια και χρειάστηκε να βρεθούν έσοδα γρήγορα, το κράτος δεν κυνήγησε το αδήλωτο, καθώς είναι δύσκολο, αργό και αντιδημοφιλές. Ετσι, το κομμάτι της μεσαίας τάξης που ήταν πιο τίμιο φορολογικά σήκωσε δυσανάλογο βάρος, ενώ το κομμάτι που ζούσε στη σκιά παρέμεινε πιο ανθεκτικό.
Διευρύνθηκε, αλλά φτώχυνε
Το διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα κατρακύλησε από τις 30.000 ευρώ του 2009-2010 στις 19.000 το 2014, για να σέρνεται στις 19.700-20.000 το 2018. Παρά ταύτα, η μεσαία εισοδηματική τάξη δεν εξαφανίστηκε· το αντίθετο: διογκώθηκε, καθώς τα νοικοκυριά «μετανάστευσαν» μαζικά από τα υψηλά στρώματα προς τα χαμηλότερα. Η στατιστική μεσαία τάξη φούσκωσε, αλλά φτώχυνε ολόκληρη, ως κατηγορία.
Σήμερα, η οικονομία τρέχει, η ανεργία πέφτει, οι μισθοί αυξάνονται, αλλά η αγοραστική δύναμη δεν ενισχύεται αναλόγως. Η στέγη, το ιδρυτικό κεφάλαιο της ελληνικής μεσαίας τάξης, έχει αλλάξει χέρια.
Η ιδιοκατοίκηση έχει μειωθεί και τα ενοίκια έχουν σκαρφαλώσει σε δυσθεώρητα ύψη. Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν περί το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση - το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Επιπλέον, ο πληθωρισμός δεν αποτελεί ένα αδιάφορο θεωρητικό νούμερο, καθώς καταγράφεται στον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ και στη μάνικα του βενζινάδικου. Και το παράδοξο στις μέρες μας είναι ότι η μεσαία τάξη δουλεύει όλο και περισσότερο απλώς και μόνο για να διατηρήσει τη θέση της και το επίπεδο διαβίωσής της.
Γιάννης Στουρνάρας, Διοικητής ΤτΕ: Γιατί πληρώνει δύο φορές
Από το 2023, έχουμε τοποθετήσει το μέγεθος της ελληνικής παραοικονομίας στο 20,9% του ΑΕΠ, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 17,8%, σημειώνοντας παράλληλα ότι η χώρα έχει καταγράψει μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις στην Ευρώπη την τελευταία εικοσαετία. Και σήμερα, το 2026 πια, τα αδήλωτα εισοδήματα υπολογίζονται γύρω στα 50 δισ. ευρώ, από περίπου 70 δισ. πριν από 15 χρόνια.
Πρόοδος υπάρχει, και τη φέρνουν κυρίως οι ηλεκτρονικές συναλλαγές. Πού ακριβώς εντοπίζεται η φοροδιαφυγή; Στους συνήθεις υπόπτους. Στην οικοδομή. Στα ελεύθερα επαγγέλματα. Στα συνεργεία. Γι’ αυτό και το ελληνικό φορολογικό σύστημα στηρίζεται τόσο πολύ στην έμμεση φορολογία. Εχουμε υψηλούς έμμεσους φόρους γιατί έχουμε πολύ μεγάλη φοροδιαφυγή στους άμεσους. Ο έμμεσος φόρος δεν ρωτάει τι βγάζεις. Ο ΦΠΑ στο ράφι του σούπερ μάρκετ είναι ο ίδιος για τον μισθωτό που φορολογείται στην πηγή και για εκείνον που δεν έκοψε ποτέ απόδειξη στη ζωή του. Με απλά λόγια, η μεσαία τάξη πληρώνει δύο φορές. Μία για τον εαυτό της κι άλλη μία για τη «σκιά».
Βάλια Αρανίτου, Επιστημονική Διευθύντρια ΙΝΕΜΥ-ΕΣΕΕ: Το θεμέλιο της μικρής ιδιοκτησίας
η δυνατότητα που παρείχε διαχρονικά το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα για την απόκτηση μικρής ιδιοκτησίας -είτε επρόκειτο για αγροτική γη, είτε για ένα μικρό κατάστημα, είτε ακόμη και για μέρος μιας άδειας ταξί- αποτέλεσε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων.
Καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο, η δυσκολία εξεύρεσης εργασίας οδήγησε πολλούς στη δημιουργία πολύ μικρών επιχειρήσεων. Οι επιχειρηματίες αυτοί, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό ελεύθερων επαγγελματιών, όπως ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί και άλλοι τεχνίτες, συγκρότησαν μια πολυπληθή παραδοσιακή μικροαστική τάξη.
Από την εποχή των μνημονίων και μετά, σημαντικό ποσοστό μικρών επιχειρήσεων οδηγήθηκαν σε παύση της οικονομικής τους δραστηριότητας. Η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης υπήρξε και συνέπεια μιας σειράς πολιτικών που εφαρμόστηκαν και κατά την περίοδο της πανδημίας, οι οποίες περιόρισαν ουσιαστικά τη δυναμική της μικρής επιχειρηματικότητας και αποδυνάμωσαν ένα κοινωνικό στρώμα που μέχρι τότε αποτελούσε βασικό πυλώνα της οικονομικής ζωής.
Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΕΚΠΑ: Η κοινωνική βάση της Δημοκρατίας
Για να εδραιωθεί η Δημοκρατία απαιτείται και άτυπη κοινωνική υποστήριξη. Η μεσαία τάξη εκφράζει γενικότερα συμφέροντα για πολιτική σταθερότητα και άσκηση δικαιωμάτων, από το δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας έως το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα σήμαινε εργασία λίγων μισθωτών ανά επιχείρηση, η μισθωτή εργασία στο Δημόσιο συνέβαλε στην εδραίωση της μεσαίας τάξης.
Παρά τα αρνητικά, όπως αναπαραγωγή πελατειακών πρακτικών και δημοσιονομική επιβάρυνση, το θετικό ήταν ότι η δημοσιοϋπαλληλία διαφοροποιήθηκε εσωτερικά: γόνοι αγροτών και εργατών έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι, ψηφοφόροι της Αριστεράς εντάχθηκαν στο Δημόσιο, από το οποίο είχαν αποκλειστεί μετά τον Εμφύλιο.
Διευρύνθηκε η κοινωνική βάση του Δημοσίου, διευρύνθηκε και η υποστήριξη προς τη Δημοκρατία. Μετά το 2009 η λιτότητα των μνημονίων συμπίεσε τα εισοδήματα της μεσαίας τάξης και έκανε αντιδημοκρατικές δυνάμεις πρόσκαιρα δημοφιλείς. Δεν απογύμνωσε όμως την κοινωνική βάση της Δημοκρατίας, γιατί η μεσαία τάξη γνωρίζει ότι η ευημερία της «περνάει» μέσα από τη Δημοκρατία.
Νίκoς Βέττας, Γενικός Διευθυντής ΙΟΒΕ και Καθηγητής ΟΠΑ: Η χαμένη αγοραστική δύναμη
Σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, η χώρα μας κινείται περίπου στον μέσο όρο όσον αφορά την ισχύ της μεσαίας τάξης και τις ανισότητες. Μετά την κρίση χρέους έχει υπάρξει σταδιακή άμβλυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, αλλά πολλές παραμένουν, ιδίως στους όρους πρόσβασης στην εκπαίδευση, στη στέγαση και την υγεία.
Το πιο καυτό ζήτημα σήμερα είναι η πίεση στα πραγματικά εισοδήματα των μεσαίων στρωμάτων. Η ανάκαμψη από τη βαθιά κρίση και την πανδημία έγινε με μεγαλύτερη αύξηση της ζήτησης και όχι της προσφοράς. Ως αποτέλεσμα, σε πολλά κομβικά αγαθά, όπως η ενέργεια, τα τρόφιμα και η στέγαση, οι τιμές αυξάνονται γρηγορότερα από τα μέσα εισοδήματα από εργασία.
Η πίεση αυτή θα γίνεται μεγαλύτερη στον βαθμό που νέες συνθήκες τεχνολογίας και ανταγωνισμού, ιδίως μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης, μπορεί να υποβιβάσουν τη σημασία επαγγελμάτων που χαρακτήριζαν τη μεσαία τάξη, εφόσον δεν υπάρξουν έγκαιρα προσαρμογές στα συστήματα εκπαίδευσης και εργασίας ώστε να μετατραπούν οι προκλήσεις σε ευκαιρίες.
Οι Κυριακές γύρω από το τραπέζι
Μια φωτογραφική αποτύπωση ενός αστικού κυριακάτικου τραπεζιού κάποια τυχαία Κυριακή μιας οποιασδήποτε δεκαετίας μπορεί -σχεδόν αλάνθαστα- να αποκαλύψει τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της εποχής.
Δεκαετία ’70. Στην εβδομάδα των έξι εργάσιμων ημερών, η Κυριακή της αργίας εξελίσσεται σχεδόν πάντα σε μια μικρή γιορτή. Το «καλό» φαγητό απαιτεί ώρες μαγειρικής στο σπίτι ή στον φούρνο της γειτονιάς, το κρέας ή το ψάρι, το ψητό κοτόπουλο και το γιουβέτσι συνοδεύονται από παγωμένη μπίρα που αντικαθιστά το χύμα κρασί της καθημερινότητας.
Δεκαετία του 1980. Οι μισθοί ανεβαίνουν σταδιακά, η κατανάλωση αυξάνεται, η ταβέρνα θεωρείται ήδη καθιερωμένη οικογενειακή έξοδος. Οι «οικογενειακές ταβέρνες» φιλοξενούν τα κυριακάτικα οικογενειακά γεύματα, στο σπίτι σερβίρονται γαρίδες κοκτέιλ και πάπια αλ’ οράνζ, κοτόπουλο αλά κρεμ και κανελόνια με κιμά. Η μπίρα κάνει χώρο για τα πρώτα εμφιαλωμένα κρασιά και συχνά το γεύμα κλείνει με ένα ουίσκι ή κονιάκ και ένα πούρο.
Δεκαετία του 1990. Τα τρόφιμα αποτελούν ακόμη την πρώτη σε μέγεθος δαπάνη των νοικοκυριών, απορροφώντας το 1993-94 περίπου το 1/4 του οικογενειακού προϋπολογισμού. Την ίδια στιγμή αρχίζει η μεγάλη άνοδος της εστίασης και του ντελίβερι.
Δεκαετία του 2000. Η οικογένεια εξακολουθεί να τρώει μαζί, αλλά τώρα έχει χρήματα και -κυρίως- επιλογές: εκδρομή, ταξίδι, ταβέρνα, εστιατόριο. Μεταξύ 1995 και 2006 οι συνολικές οικογενειακές δαπάνες αυξάνονται περίπου 44%, εκείνες όμως για εστιατόρια και ξενοδοχεία κατά 111%. Το 2004-05 η συγκεκριμένη κατηγορία απορροφά πλέον περίπου το 11% των αγορών των νοικοκυριών.
Το κυριακάτικο γεύμα δείχνει να έχει οριστικά βγει από την τραπεζαρία και όταν κάποιες φορές ξαναστρώνεται τραπέζι το φαγητό συχνότερα έρχεται απέξω. Η κρίση ξαναστέλνει το τραπέζι σπίτι. Επειτα, έρχεται η πανδημία και το σπίτι γίνεται, αναγκαστικά αυτή τη φορά, ο μοναδικός τόπος συνάντησης. Οταν οι πόρτες ανοίγουν ξανά, η οικογένεια δεν είναι πια η ίδια: διαφορετικά ωράρια, μικρότερα νοικοκυριά, παιδιά που μένουν περισσότερο στο πατρικό ή ζουν μακριά, διαφορετικές διατροφικές συνήθειες ακόμη και γύρω από το ίδιο τραπέζι.
Νανά Δαρειώτη
Το στυλ της μεσαίας κατηγορίας
Μπορείς να πεις ότι κάποιος ανήκει στη μεσαία τάξη από το ντύσιμό του; Οχι πια, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που αυτό γινόταν στο παρελθόν, όταν για παράδειγμα εύκολα διέκρινες την αγρότισσα, τη δασκάλα ή τη σύζυγο του εμπόρου μόνο από τα ρούχα και τα αξεσουάρ τους. Εξάλλου στην εποχή της γρήγορης μόδας, της κόπωσης των social media και των τάσεων που συνυπάρχουν όλες μαζί, παντού και ταυτόχρονα πριν καούν σαν πυροτέχνημα («ήσυχη πολυτέλεια», «old money» ή, πιο πρόσφατα, ο καταχρηστικός όρος «κάπως chic»), μάλλον ντυνόμαστε περίπου όμοια ανεξαρτήτως οικονομικής επιφάνειας.
«Η σύγχρονη μόδα είναι πολύ πιο δύσκολο να “διαβαστεί’’ ταξικά από ό,τι τον 19ο ή τον 20ό αιώνα», μας λέει η Ζέφη Κόλλια, συγγραφέας του βιβλίου «Βελονιές της Πρωτοπορίας» για την εξέλιξη της αστικής ενδυματολογίας. Οι διαφοροποιήσεις εντοπίζονται πια στην ποιότητα.
«Το σύνολο T-shirt - τζιν και αθλητικά, που έχει ρίζες εργατικές και αθλητικές, μπορεί να φορεθεί από όλες τις τάξεις. Αλλά η διαφορά θα είναι: fast fashion φανελάκι και τζιν με φθηνά sneakers έναντι ενός T-shirt από οργανικό βαμβάκι + επώνυμο τζιν + πανάκριβα sneakers. Βρες τις (ταξικές) διαφορές».
Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι στη μεσαία τάξη χρωστάμε την αισθητική που κυριαρχεί ως τις μέρες μας: το στυλ που ορίζεται πρωτίστως από την άνεση. «Με πρωτοπόρο την Κοκό Σανέλ και το στυλ chic-pauvre, το κομψό- φτωχό», όπως μας εξηγεί η κυρία Κόλλια. Εκοβε φουστάνια από τόπια για τις φανέλες που φορούσαν οι τζόκεϊ.
Χάρισε στις γυναίκες το ζέρσεϊ για ανάλαφρα ντε πιες, τις μαρινιέρες εμπνευσμένες από τις μπλούζες των ναυτικών, τις ίσιες καλοραμμένες φούστες, το απλό Μικρό Μαύρο Φόρεμα (LBD) και φυσικά το θρυλικό ταγεράκι της από ελαφρύ μπουκλέ μαλλί, δάνειο από το παραδοσιακό σκωτσέζικο τουίντ των ανδρικών κουστουμιών της εργατικής τάξης.
Οπως αστειευόταν συχνά η Νταϊάνα Βρίλαντ: «Οι πελάτισσές της ήταν δούκισσες και πριγκίπισσες και εκείνη τις έντυνε σαν να ήταν γραμματείς και στενογράφοι». Αλλα ρούχα της μεσαίας τάξης που καθιερώθηκαν είναι «τα στρατιωτικά τζάκετ, τα cargo pants και αρκετά ακόμα κομμάτια που έμειναν ακλόνητα όχι απλώς στη μόδα, αλλά ως statement pieces στις ντουλάπες όλων μας».
Γαλάτεια Λασκαράκη
Η διαδρομή από το ΚΤΕΛ στο SUV
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 πηγαίναμε στο χωριό με το ΚΤΕΛ που φόρτωνε τις βαλίτσες στην οροφή. Και ύστερα ήρθε ο Ανδρέας. Ξαφνικά το «Γιωταχί» έπαψε να είναι το ιερό δισκοπότηρο μιας ολοένα διευρυμένης μεσαίας τάξης και έγινε προσιτό.
Κάπως έτσι, εγκαταλείψαμε το ΚΤΕΛ που μύριζε κεφτεδάκια και φέτα και βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε με ένα Ford Escort χωρίς πίσω ζώνες, κλιματισμό, ηλεκτρικά παράθυρα και δεξί καθρέφτη. H Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση - και εδώ το αυτοκίνητο αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο πιστοποιητικό κοινωνικής ανέλιξης. Εστω και με εμφανή τα σημάδια του νεοπλουτισμού και της αρχοντοχωριατιάς που τόσο εύστοχα αποτύπωνε ο Μηλιώκας στο «Κακοσάλεσι».
Κάπου εκεί, λοιπόν, εμφανίστηκαν οι πρωταγωνιστές της μικρομεσαίας και μεσαίας τάξης: Toyota Corolla, Nissan Sunny, Opel Kadett, Ford Escort. Και για όσους είχαν ανέβει ένα σκαλοπάτι ακόμη, BMW Σειρά 3 και Mercedes 190. Η δεκαετία του ’80, με το Πασοκικό «δικαίωμα στην κατανάλωση» να γίνεται οικογενειακή πολιτική, έβαλε το αυτοκίνητο στο σαλόνι της κοινωνικής φιλοδοξίας.
Σήμερα, το όνειρο έχει αλλάξει σχήμα. Εχει γίνει SUV. Μικρό, κατά προτίμηση: Toyota Yaris Cross, Peugeot 2008, Suzuki Vitara και οι δεκάδες συγγενείς τους. Το 2025 τα B-SUV ήταν η μεγαλύτερη κατηγορία της ελληνικής αγοράς, ενώ συνολικά τα SUV κυριαρχούν στις νέες ταξινομήσεις.
Ντίνος Παπαγιαννόπουλος
Το σούπερ μάρκετ της μικρής οθόνης
Η τηλεοπτική ατάκα κυκλοφορούσε πρώτα στο προαύλιο και την πλατεία και μετά αποκτούσε την απήχηση που ονειρεύονταν οι δημιουργοί. Μέσα στην πορεία των τριών δεκαετιών, η ιδιωτική τηλεόραση ανέθρεψε γενιές τηλεθεατών και σχολιαστών, κάλυψε ανάγκες, παρηγόρησε απογοητεύσεις, έφτιαξε παρέες, δημιούργησε πρότυπα, άλλαξε το lifestyle. Από το μακρινό 1989, οπότε μόλις και εξέπεμψαν MEGA και ΑΝΤ1, μέχρι σήμερα οι συνήθειες της μεσαίας τάξης άλλαζαν εύκολα.
Ολα άρχισαν με τις «Τρεις Χάριτες» και τους Ρέππα - Παπαθανασίου να ξεκινούν μια πορεία η οποία άφησε πολλά χνάρια. Από κοντά φυσικά «Της Ελλάδος τα παιδιά», «Οι Δέκα μικροί Μήτσοι», οι «Αυθαίρετοι» και οι «Απαράδεκτοι». Οι σειρές συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια.«Δύο ξένοι», «Κωνσταντίνου και Ελένης», «Καφέ της Χαράς».
Η πρωινή ζώνη πάντα ήταν το βασίλειο του Γιώργου Παπαδάκη με το «Καλημέρα Ελλάδα» και της Ρούλας Κορομηλά με τον «Πρωινό Καφέ». Επόμενη βασίλισσα της πρωινής ζώνης, η Ελένη Μενεγάκη. Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου γίνεται ο επικεφαλής της ψυχαγωγίας από το πρωί ως το βράδυ από την πρώτη μέρα μέχρι και σήμερα. Για να ακολουθήσουν τα πολλά τηλεπαιχνίδια. Με τον «Τροχό της τύχης» να είναι η κορωνίδα. Υστερα ήρθαν τα ριάλιτι και τα σόου.
Το «Big Brother» και το «Fame Story», το «Bravo, Ρούλα», το «Στην υγειά μας, ρε παιδιά». Και οι σαπουνόπερες που άλλαξαν τα απογεύματα με τη «Λάμψη» και το «Καλημέρα Ζωή» να γράφουν ιστορία, την οποία συνέχισαν με άλλη μορφή η Ελενα Ακρίτα και ο Γιώργος Κυρίτσης με τα «Μυστικά της Εδέμ».
Την επόμενη δεκαετία η συνήθεια αλλάζει. «Master Chef» και «Voice» παίρνουν τη σκυτάλη. Ερχεται ο Μανούσος Μανουσάκης με το «Τμήμα Ηθών» και το ρεκόρ όλων των εποχών «Ψίθυροι καρδιάς». Και φυσικά, η Μιρέλλα Παπαοικονόμου, η οποία μπόρεσε να αλλάξει την ιστορία της μυθοπλασίας με την «Αναστασία», το «Λόγω τιμής» και όλες τις σειρές της. Ο Γιώργος Καπουτζίδης θα τους διαδεχτεί όλους με το «Παρά πέντε».
Αφροδίτη Γραμμέλη
Φροντιστήρια, proficiency, Erasmus
Η ελληνική μεσαία τάξη, από τη Μεταπολίτευση και μετά, αντιμετώπισε την εκπαίδευση ως τη σημαντικότερη επένδυση για την κοινωνική και οικονομική άνοδο των παιδιών της. Το δημόσιο σχολείο και το κρατικό πανεπιστήμιο υπήρξαν μεν οι βάσεις, αλλά σχεδόν ποτέ δεν θεωρήθηκαν αρκετά. Ετσι, δημιουργήθηκε ένα δεύτερο, παράλληλο εκπαιδευτικό σύστημα: φροντιστήριο, ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι, ξένες γλώσσες, μουσική, πληροφορική, και τα τελευταία χρόνια «περιφερειακά» ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια στο εξωτερικό.
Η πρώτη δεκαετία της Μεταπολίτευσης (1975-85) είναι αυτή του φροντιστηρίου, το οποίο ξεκίνησε ως «προνόμιο» των παιδιών της μεσαίας τάξης, αλλά σ’ αυτό το διάστημα εξελίχθηκε σε μαζικό κοινωνικό φαινόμενο. Την επόμενη δεκαετία (1985-95) μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει «πανεπιστημιακή». Η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μαζικοποιείται μεν, αλλά η μέση ελληνική οικογένεια αντιλαμβάνεται ως επιτυχία μόνο το «να περάσει το παιδί σε καλή σχολή».
Εκτός από το φροντιστήριο και τα αγγλικά, που «κάνουν όλοι», μπαίνει στο πρόγραμμα και δεύτερη ξένη γλώσσα, αλλά και εξοικείωση-εκπαίδευση στους υπολογιστές. Στο τρίτο χρονικό σκαλί (1995-2005) η Ελλάδα μπαίνει στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του Διαδικτύου. Πλέον η επάρκεια στα αγγλικά απαιτούσε επίπεδο Proficiency, αλλά και επάρκεια σε δεύτερη ξένη γλώσσα.
Για τη μεσαία τάξη της κρίσης υπάρχει ένα παράδοξο: η παραπαιδεία και η χρηματοδότηση «εφοδίων» για τα παιδιά όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά ενισχύονται. Η μέση οικογένεια κόβει από άλλες καταναλωτικές δαπάνες για να πληρώνει την εκπαίδευση των παιδιών.
Οι εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για το 2013 ανέβαζαν τις γενικές δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών για εκπαίδευση στα 3,9 δισ. ευρώ, αφού πλέον ως επιλογή προστέθηκε και το ιδιωτικό σχολείο, με την άνθηση πολλών τέτοιων εκπαιδευτηρίων δίπλα στα «παραδοσιακά» ονομαστά ιδιωτικά της ανώτερης τάξης. Πλέον, η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως πρότζεκτ, όπου το παιδί έχει portfolio υποχρεώσεων που περιλαμβάνουν εκτός των άλλων Ρομποτική, coding, tutoring, προγράμματα Erasmus και μεταπτυχιακά.
Αργύρης Παγαρτάνης
Τα μπάνια της μεσαίας τάξης
Ο τρόπος που ταξιδεύει η ελληνική μεσαία τάξη τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι μια μικρή κοινωνική ιστορία της Μεταπολίτευσης. Στη δεκαετία του 1970 το ζητούμενο ήταν απλό: να μπορέσουμε να πάμε διακοπές. Αυτοκίνητο, χωριό, συγγενικό σπίτι ή ένα απλό ενοικιαζόμενο δωμάτιο και δύο ή τρεις εβδομάδες στον ίδιο τόπο. Οι διακοπές γίνονται μαζικό αγαθό, ο Ελληνας της εποχής δεν κατανάλωνε τόσο έναν «τουριστικό προορισμό» όσο έναν τόπο παραθερισμού.
Η επανάληψη είχε αξία: το ίδιο χωριό, το ίδιο νησί, η ίδια ταβέρνα, οι ίδιοι άνθρωποι. Στις δεκαετίες του 1980 και του 1990 η άνοδος των εισοδημάτων, η εξάπλωση του Ι.Χ., η ακτοπλοΐα, τα αυξανόμενα καταλύματα και το εξοχικό διεύρυναν τον χάρτη και τις επιλογές. Από το «πάμε στον τόπο καταγωγής» περάσαμε στο «πού θα πάμε φέτος;». Τα νησιά έγιναν προορισμοί μιας ανερχόμενης μεσαίας τάξης.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 έως το 2008 το ταξίδι γίνεται σύμβολο κοινωνικής θέσης και ο παραθεριστής μετατρέπεται σταδιακά σε ταξιδιώτη. Αεροπορικά ταξίδια, ευρωπαϊκά city breaks, χειμερινά τριήμερα και περισσότερες αποδράσεις μέσα στη χρονιά. Από την αξία της διάρκειας περάσαμε στην αξία της εμπειρίας. Η κρίση της δεκαετίας του 2010 ανέκοψε αυτή την πορεία χωρίς να εξαφανίσει την επιθυμία για ταξίδι. Επανήλθαν το εξοχικό, το χωριό, η φιλοξενία, οι κοντινοί προορισμοί, αλλά και η αυστηρή σύγκριση τιμών.
Η κρίση εκπαίδευσε τον καταναλωτή. Η σημερινή μεσαία τάξη ταξιδεύει με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο από τους γονείς της. Η αφθονία του χρόνου μετατράπηκε σε αφθονία των επιλογών. Το smartphone έχει γίνει ταξιδιωτικό γραφείο. Λιγότερο «οι διακοπές μου» και περισσότερο «τα ταξίδια μου», ο στόχος είναι η μεγιστοποίηση της εμπειρίας ανά ημέρα, η σύγκριση τιμών είναι συνεχής, το value for money καθοριστικό.
Κι όμως, κάτι παραμένει εντυπωσιακά σταθερό: θάλασσα, Αύγουστος, οικογένεια, αυτοκίνητο και μεγάλη ευαισθησία στο εισόδημα. Ο Ελληνας έχει σήμερα ασύγκριτα περισσότερες ταξιδιωτικές επιλογές από το 1980, όχι όμως κατ’ ανάγκην μεγαλύτερη αίσθηση ταξιδιωτικής ευμάρειας.
Ηλίας Κικίλιας Γενικός Διευθυντής ΙΝΣΕΤΕ & Διευθυντής Ερευνών στο ΕΚΚΕ
Παναγιώτης Τουρνικιώτης, Καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ: «Στα 80s περπατούσαμε σε δρύινα παρκέτα, σήμερα σε PVC»
Αν μπαίναμε σε ένα τυπικό σπίτι της ελληνικής μεσαίας τάξης στις δεκαετίες από το ’70 έως σήμερα, θα βλέπαμε αποτυπωμένη στους χώρους ολόκληρη τη διαδρομή: την άνοδο, τη μετακίνησή της από το κέντρο προς τα προάστια, τη στενή σχέση της κατοικίας με το αυτοκίνητο και, αργότερα, την οικονομική πίεση, τη συρρίκνωση, μέχρι και τη σταδιακή υποχώρηση της χειροποίητης κατασκευής έναντι του τυποποιημένου προϊόντος.
Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, η μεσαία τάξη κατοικεί κυρίως στις πυκνοδομημένες γειτονιές της αθηναϊκής πολυκατοικίας, στην Κυψέλη, στο Παγκράτι, στα Πατήσια, στου Ζωγράφου, στο Κουκάκι. Τα διαμερίσματά της διαφέρουν από εκείνα των μεσοπολεμικών πολυκατοικιών, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί για άλλη κοινωνική οργάνωση και για υψηλότερες τάξεις, με χώρους όπως το δωμάτιο υπηρεσίας.
Το μεσοαστικό διαμέρισμα διαθέτει ξεχωριστό σαλόνι και τραπεζαρία, υπνοδωμάτιο γονέων, παιδιών. Η οικονομική διαβάθμιση αποτυπώνεται στους ορόφους. Στην κορυφή της πολυκατοικίας βρίσκεται το ρετιρέ. Τα μωσαϊκά και οι μεγάλοι χώροι υποδοχής συνδέονται με τον τρόπο ζωής: γιορτές στο σπίτι, συγγενείς και φίλοι γύρω από το τραπέζι, μουσική και χορός.
Η δεκαετία του ’90 αποτελεί τομή. Η ευμάρεια των προηγούμενων χρόνων συνεχίζει να διαμορφώνει τις προσδοκίες: Τα πιο εύπορα στρώματα της μεσαίας τάξης παύουν να αρκούνται στο διαμέρισμα όπου είχαν ζήσει και ευημερήσει τα προηγούμενα είκοσι χρόνια.
Αναζητούν ένα καινούριο σπίτι στα αναπτυσσόμενα προάστια: στο Χαλάνδρι, στα Βριλήσσια, στη Βούλα και τη Γλυφάδα. Η προαστιακή ζωή έδινε περισσότερο χώρο, μεγάλα μπαλκόνια, δέντρα και ένα πιο «οξυγονωμένο» περιβάλλον, απαιτούσε όμως καθημερινή μετακίνηση προς το κέντρο. Στα κτίρια κατοικιών δημιουργούνται γκαράζ ή πιλοτές.
Μετά το 2010, στα νέα διαμερίσματα οι χώροι υποδοχής μικραίνουν, καθώς ο τρόπος κοινωνικοποίησης αλλάζει. Η υποχώρηση δεν μετριέται μόνο σε τετραγωνικά, αλλά και στην υλικότητα του σπιτιού. Παλαιότερα, μια καλή μεσοαστική κατοικία μπορούσε να διαθέτει κατασκευές από μαραγκούς, πλακάδες και σιδεράδες. Σήμερα, χρησιμοποιούνται βιομηχανοποιημένα υλικά. Η μεσαία τάξη του ’70 και του ’80 περπατούσε πάνω σε δρύινα παρκέτα, η σημερινή σε PVC και LVT.