Σχεδιάζουμε το ταξίδι μας όσο πιο νωρίς γίνεται και σαλπάρουμε με τη Superfast Ferries για μια εμπειρία ζωής
Ο Μπίλι Ελιοτ κρατά μαστίγιο! |
| Εχει στα χέρια του τον πιο μυστήριο ρόλο στο «Nymphomaniac Μέρος Β’» - και την ηδονή της Σαρλότ Γκενσμπούρ Ο Τζέιμι Μπελ περιγράφει τον εαυτό του στο Twitter: «Τυχερός σύζυγος, αφοσιωμένος πατέρας, ηθοποιός, χορευτής με κλακέτες, υποστηρικτής της Αρσεναλ και μέγιστος χασομέρης». Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να χαρακτηριστεί τεμπέλης ένας ηθοποιός που χορεύει επαγγελματικά από τα 6 του, κερδίζει το BAFTA Ανδρικού Ρόλου για το «Μπίλι Ελιοτ» στα 14 του και μέχρι τα 28 του έχει καταφέρει να προσθέσει άλλες 18 ταινίες στο βιογραφικό του χωρίς να έχει κάνει ιδιαίτερο φάλτσο στις επιλογές του - αλλά λίγη σημασία έχει. Το καλοσυνάτο πρόσωπο του Μπελ, που τον έκανε ιδανικό για τον ρόλο του Τεν Τεν στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, σε γενικές γραμμές δεν του έχει σταθεί, ευτυχώς, εμπόδιο στο να παίξει πιο πολύπλοκους χαρακτήρες - όπως εκείνον του Σεντ Τζον Ρίβερς στην «Τζέιν Εϊρ» του Κάρι Φουκουνάγκα ή του Χάλαμ Φόε στο «Ημερολόγιο ενός ηδονοβλεψία του Ντέιβιντ Μακένζι. Ο λόγος είναι απλός: ο Τζέιμι Μπελ είναι τόσο καλός ηθοποιός. Στο δεύτερο μέρος του «Nymphomaniac» επιτυγχάνει κάτι δύσκολο: πλάθει τον σαδομαζοχιστικό αφέντη της Σαρλότ Γκενσμπούρ ως έναν μυστηριώδη και ταυτόχρονα ξεκάθαρο χαρακτήρα. Κινείται σαν να τον ξέρει χρόνια, αγαπώντας τον σχεδόν - είναι μια πολύ δυνατή ερμηνεία. Ο ίδιος έχει επεξεργαστεί πολλά τα τελευταία χρόνια, είναι από τα λίγα παιδιά-θαύματα που παρουσιάζει μια ισορροπημένη, υγιή εικόνα. Εχει παραδεχτεί πως δεν ήταν κάτι απλό. «Εχασα επαφή με τον εαυτό μου μετά τον “Μπίλι Ελιοτ”», έχει πει στο παρελθόν. «Ο τύπος που φορούσε φόρμες και μπλούζες της Αρσεναλ και κλοτσούσε μια μπάλα στον δρόμο εξαφανίστηκε όταν η μηχανή -η κινηματογραφική βιομηχανία- πήρε τα ηνία. Η ευθύνη που αναλαμβάνεις υπερβαίνει οποιονδήποτε 14χρονο. Αν δώσεις τόσες μνείες και προσοχή σε ένα παιδί, τότε αυτό τελικά θα τρελαθεί». Στη συνέχεια έγινε τσιγγανάκι, περνώντας από τη μια ταινία στην άλλη, ταξιδεύοντας από την αμερικανική Τζόρτζια του «Κύματος οργής» στη Νέα Ζηλανδία του «Κινγκ Κονγκ». Εχει προλάβει, δε, να συνεργαστεί με μερικούς από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες - πριν από τον Τρίερ ήταν ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Πίτερ Τζάκσον, ο Ντέιβιντ Μακένζι και ο Κλιντ Ιστουντ. Τη συμβουλή που δεν έχει ξεχάσει ποτέ όμως του την έδωσε ο Ράσελ Κρόου, ο οποίος μάλιστα τον είχε αναφέρει στον λόγο του όταν κέρδισε το Οσκαρ για τον «Μονομάχο»: «Μην τη φέρεις ποτέ πισώπλατα στον υπεύθυνο δημοσίων σχέσεών σου». Τώρα πια δηλώνει σπιτόγατος. Και παρόλο που ύστερα από τόσα χρόνια έκθεσης στα μίντια ξέρει μια χαρά να παίζει το παιχνίδι της δημοσιότητας, προστατεύει αποτελεσματικά την προσωπική του ζωή. Οπως τον γάμο του με την ηθοποιό Εβαν Ρέιτσελ Γουντ και τον μόλις ενός έτους γιο τους. Δεν διστάζει μάλιστα να κράξει με tweets έναν δημοσιογράφο της «Daily Mail», ο οποίος παρενοχλεί τη μητέρα του για δηλώσεις σε σχέση με τον γιο και τον εγγονό της. Δεν αρνείται όμως ότι όσο και να του αρέσει η οικογενειακή ζωή, τρέφεται από τους στόχους του. «Είμαι σίγουρα φιλόδοξος», ομολογεί και συνεχίζει: «Πρέπει να κάνω τα πράγματα με συγκεκριμένο τρόπο και να υπερβαίνω τον εαυτό μου. Ο χορός είναι ανταγωνιστικός. Χόρευα μπροστά σε κριτές και κοινό για να κερδίσω μετάλλια όταν ήμουν 6 χρόνων. Το να κερδίζεις και να χάνεις έχει αξία. Σε κάνει να προχωράς». |