Ηρθε το 1996 από την Αλβανία, όπου «το μόνο που μπορούσες να κάνεις ήταν να γίνεις τεχνίτης» και τώρα είναι τελειόφοιτη στη Σχολή Καλών Τεχνών, έχοντας ως ταπεινό όνειρο να βιοποριστεί από τη ζωγραφική και τη φωτογραφία
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Προσωρινά εγκατέλειψα τη λίστα συνεντεύξεων με γνωστά ονόματα. Σε αυτό με βοήθησε ο φίλος και κορυφαίος φωτογράφος μόδας, Κώστας Κουτάγιαρ. Μου μίλησε για την Ελβίρα. Μια γυναίκα από την Αλβανία που καθαρίζει το σπίτι του. Καθώς και για τον σπουδαίο μάστορα σύζυγό της. Και τέλος, για την Εντμόντα Λέσι, την κόρη τους: «Αυτό το κορίτσι ζωγραφίζει με ευκολία μεγάλου καλλιτέχνη.
Όταν είδα έργα της τα ’χασα! Κι έτσι, την έσπρωξα να δώσει εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών». Μέχρι τότε η Μόντα ουδεμία σχέση με καλλιτέχνες, ζωγραφική και ιστορία της τέχνης. Τίποτα. Ενα κορίτσι από την Αλβανία. Η μητέρα της καθαρίστρια και ο πατέρας της πλακάς. Κι όμως. Η Μόντα ένα ταλέντο που αύριο μπορεί να διακριθεί. Οι έσχατοι έσονται πρώτοι!
Η Μόντα ξυπνάει στις 6 το πρωί για την εργασία της. Και μετά κατευθύνεται προς τη σχολή της. Τα αγαθά κόποις κτώνται. Λαχταράει να τα κάνει όλα. Ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική και ενδυματολογία. Η Μόντα ονειρεύεται. Και καμαρώνει για την καταγωγή της. «Το όνομά μου είναι Εντμόντα, αλλά με φωνάζουν Μόντα. Και είμαι καθολική». Ισως η περίπτωσή της το Greek dream. Ενα success story από μια άλλη νεολαία. Εκείνη που τα κανάλια και τα social media την περιφρονούν. Ε, λοιπόν, αυτό το κορίτσι εμπνέει αισιοδοξία.
Σκηνή 1η: «Δεν είχα καμία σχέση με τη ζωγραφική»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ: Πού γεννήθηκες;
ΜΟΝΤΑ ΛΕΣΙ: Αλβανία.
Δ.Δ.: Πότε;
Μ.Λ.: Το ’95. Στην Ελλάδα ήρθα μετά από έναν χρόνο. Εκανα τα σχολικά μου χρόνια στην Ελλάδα και το πανεπιστήμιο. Η πρώτη σχολή που πέρασα ήταν Διοίκηση Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας.
Δ.Δ.: Την τελείωσες;
Κλείσιμο
Μ.Λ.: Οχι! Μόνο τρία χρόνια κουτσά στραβά, με το ζόρι, γιατί έκανα κάτι που δεν μου άρεσε. Ταυτόχρονα, στον ελεύθερο χρόνο ζωγράφιζα.
Δ.Δ.: Πώς προέκυψε αυτό;
Μ.Λ.: Προέκυψε από μια περίοδο που δεν ήμουν καλά ψυχολογικά και ήταν ένας τρόπος να βγάζω λίγο το στρες που είχα με τη σχολή.
Δ.Δ.: Δηλαδή μια μέρα ξύπνησες και άρχισες να ζωγραφίζεις.
Μ.Λ.: Ηταν ένα καλοκαίρι που ήμουν στο χωριό μου στην Αλβανία.
Δ.Δ.: Είχες δει ζωγραφική, είχες πάει σε εκθέσεις;
Μ.Λ.: Οχι, όχι, δεν είχα καμία επαφή.
Δ.Δ.: Και πώς προέκυψε η Σχολή Καλών Τεχνών;
Μ.Λ.: Εκείνη την περίοδο έκανα παρέα με μια φίλη η οποία ήταν γραφίστρια. Οταν ξεκίνησα, της έστελνα φωτογραφίες. «Κοίτα τι ζωγράφισα!» και μου έλεγε «Α, είναι πολύ ωραίο!». Και επειδή είδε ότι έπιανε το χέρι μου μού είπε: «Μήπως να ενδιαφερθείς για την Καλών Τεχνών;». «Τι είναι αυτό;» της λέω, δεν ήξερα.
Δ.Δ.: Δεν είχες ιδέα τι είναι η Καλών Τεχνών.
Μ.Λ.: Οχι. Μου είπε ότι για να μπω πρέπει να δώσω εξετάσεις, μου εξήγησε τη διαδικασία και μου είπε ότι μπορώ να μπω σε ένα εργαστήριο προετοιμασίας. Ταυτόχρονα ήταν και ο Κώστας Κουτάγιαρ...
Δ.Δ.: Ο φοβερός φωτογράφος.
Μ.Λ.: Ναι, και φίλος της μητέρας μου, τον ήξερα από παιδί. Είχε δει τα έργα μου και έλεγε στη μητέρα μου ότι πρέπει να πάω σε εργαστήριο προετοιμασίας.
Σκηνή 2η: «Προετοιμαζόμουν για τη σχολή και δούλευα σε φούρνο»
Δ.Δ.: Το φροντιστήριο ποιος το πλήρωνε;
Μ.Λ.: Εγώ. Δούλευα ταυτόχρονα σε έναν φούρνο. Κάποιες ημέρες πρωί, κάποιες απόγευμα. Και πήγαινα και στο εργαστήριο.
Δ.Δ.: Το πανεπιστήμιο το είχες αφήσει;
Μ.Λ.: Ναι, το είχα συζητήσει και με τη μητέρα μου. Αλλά δεν το άφησα για να κάτσω, το άφησα για να ασχοληθώ με την Καλών Τεχνών.
Δ.Δ.: Και δίνεις εξετάσεις.
Μ.Λ.: Την πρώτη φορά που έδωσα ήταν για να δω πώς είναι η διαδικασία, γιατί είχα άγχος και ήθελα να μου φύγει. Δεν είχα κάτι να χάσω, ήταν απλά μια εμπειρία.
Δ.Δ.: Και δεν πέρασες την πρώτη φορά.
Μ.Λ.: Ούτε τη δεύτερη πέρασα. Αν και είχα πάει πιο προετοιμασμένη και το ήθελα πάρα πολύ, ένιωθα ότι ήμουν έτοιμη, αλλά δεν πήγαν τα πράγματα όπως ήθελα.
Δ.Δ.: Πού δεν τα πήγες καλά;
Μ.Λ.: Απλά σε κόβουνε, δεν θα σου εξηγήσουν κάτι παραπάνω, δεν θα σου δώσουν μια βαθμολογία. Αλλά λέω: Εντάξει, δεν πειράζει, θα ξαναδώσω. Και ξαναέδωσα και την τρίτη φορά πέρασα. Δεν το περίμενα, είχα αρχίσει να σκέφτομαι τι άλλο μπορώ να κάνω, είχα μπει σε διαδικασία να ψάχνω για άλλες σχολές που ήταν επί πληρωμή. Αλλά μετά εντάξει, βγήκαν τα αποτελέσματα και ήταν ένα σοκ.
Δ.Δ.: Σοκ γιατί;
Μ.Λ.: Είναι πολύ δύσκολο να μπεις στη σχολή, πάρα πολύ δύσκολο. Δίνουν τόσα άτομα και ήταν και μια χρονιά μετά την καραντίνα, που είχαν δώσει πάαααρα πολλά παιδιά σε σχέση με άλλες χρονιές. Είχε μεσολαβήσει όλο αυτό το διάστημα που ήμασταν μέσα στο σπίτι και δεν μπορούσε να βγει κανείς έξω, οπότε όλοι κάθονταν και προετοιμάζονταν για τις εξετάσεις. Περνάνε 100 από τα 1.500 άτομα που έδωσαν τότε. Ηταν δύσκολη χρονιά. Και δύσκολο πρώτο έτος γιατί ξαναμπήκαμε σε καραντίνα. Οπότε το πρώτο μου έτος στη σχολή ήταν όλο μέσα στο σπίτι και μας έβαζαν εργασίες: «Ζωγραφίστε αυτό, ζωγραφίστε εκείνο».
Δ.Δ.: Εχεις περάσει όλα τα έτη τώρα;
Μ.Λ.: Τώρα είμαι στο έκτο έτος. Ετοιμάζω πτυχιακή.
Σκηνή 3η: «Οι μνήμες, πεδίο έμπνευσης»
Δ.Δ.: Πήρες υποτροφία;
Μ.Λ.: Οχι βέβαια. Δουλεύω τα καλοκαίρια για να μπορώ να είμαι στη σχολή όλο τον χειμώνα.
Δ.Δ.: Μου έλεγε ο Κώστας ότι μπορεί να πας και στην Ιαπωνία;
Μ.Λ.: Είχα δηλώσει για να πάω με Erasmus στην Καλών Τεχνών στο Τόκιο, αλλά πήγε μια άλλη κοπέλα στη θέση μου.
Δ.Δ.: Θα πας κάπου αλλού;
Μ.Λ.: Ναι, θα το προσπαθήσω. Δεν μπορώ να πάω για σπουδές τώρα, γιατί έχω περάσει τα εξάμηνα, μου έχει μείνει μόνο η πτυχιακή. Αλλά σκέφτομαι και ευελπιστώ για Ευρώπη: Ολλανδία, Δανία και Γερμανία.
Δ.Δ.: Τα έργα σου πού τα έχεις;
Μ.Λ.: Τα έχω κρυφά, τα έχω σε αρχεία.
Δ.Δ.: Τι σου αρέσει να ζωγραφίζεις, τοπία, πρόσωπα;
Μ.Λ.: Είναι μια μείξη. Είναι ημέρες που θα ζωγραφίσω ανθρώπους, χωρίς να είναι πολύ περιγραφικά τα πρόσωπα, και είναι και ημέρες που θα ζωγραφίσω τοπία. Τοπία από το χωριό μου ή μέρη όπου έχω να πάω καιρό. Φύση, πολλή φύση, κάτι που δεν βλέπεις συχνά. Αλλά και πολλή φωτογραφία. Και μεικτές τεχνικές φωτογραφίας.
Δ.Δ.: Οταν μπήκες στην Καλών Τεχνών έμαθες για την ιστορία της ζωγραφικής, τους κορυφαίους καλλιτέχνες, την τεχνοτροπία τους. Επηρεάστηκες από κανέναν;
Μ.Λ.: Ενώ τους θαυμάζω πάρα πολύ τους παλιούς, και τους Ελληνες και τους ξένους, δεν θα επέλεγα ένα συγκεκριμένο ρεύμα. Πάω περισσότερο με τα βιώματά μου. Αυτά προσπαθώ να εκφράσω, χωρίς να επηρεάζομαι από κάποιον καλλιτέχνη. Ισως έχω πάρει από πάρα πολλούς στοιχεία που μ’ αρέσουν αισθητικά. Τα έργα μου δεν είναι όλα ίδια. Θα τα περιέγραφα ως έναν συνειρμό αναμνήσεων, εικόνων.
Δ.Δ.: Από την παιδική σου ζωή;
Μ.Λ.: Αρκετά από το παρελθόν και προσπαθώ αυτό να το μεταφέρω στο μέλλον.
Δ.Δ.: Στην Καλών Τεχνών σε έχει επηρεάσει κάποιος από τους δασκάλους σου;
Μ.Λ.: Ο κ. Αντωνόπουλος. Είμαι και στο εργαστήριό του. Μου έχει δώσει πολύ σημαντικές συμβουλές που τις κρατάω και προχωράω με αυτές. Αλλά νομίζω ότι ο πιο σημαντικός για μένα είναι ο βοηθός του, ο κ. Νίκος Ποδιάς. Με έχει βοηθήσει πάρα πολύ, με έχει εμψυχώσει, κάθε φορά που είμαι σε ένα αδιέξοδο ή έχω αμφιβολίες μού δίνει μια ώθηση, πιστεύει σε μένα.
Σκηνή 4η: «Στην Αλβανία ήσουν αναγκασμένος να γίνεις τεχνίτης»
Δ.Δ.: Καλλιτέχνης είσαι ή γίνεσαι;
Μ.Λ.: Και τα δύο. Μπορεί να είσαι και να μην το εξασκήσεις ποτέ. Είναι η καθημερινότητα που σε εμποδίζει, είναι οι δουλειές, η ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου, είναι πολλά πράγματα. Υπάρχει και το άλλο. Είναι πολλοί που θέλουν να γίνουν και δεν τα καταφέρνουν γιατί δεν το έχουν.
Δ.Δ.: Πώς προέκυψε η καλλιτεχνική φλέβα μέσα σου από ένα σπίτι το οποίο δεν είναι καλλιτεχνικό;
Μ.Λ.: Οι γονείς μου μεγάλωσαν σε μια εποχή στην Αλβανία που το μόνο που είχες να κάνεις, πέρα απ’ το να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά, ήταν να γίνεις τεχνίτης, να μάθεις να κάνεις πράγματα που χρειάζεται το σπίτι, γιατί λεφτά δεν υπήρχαν. Οπότε αυτό σε βάζει σε μια διαδικασία.
Δ.Δ.: Οι συνθήκες δηλαδή σε ανάγκαζαν να γίνεις μάστορας.
Μ.Λ.: Ναι! Και οι γονείς μου αυτό το συνδύασαν και με μια καλλιτεχνική ματιά.
Δ.Δ.: Σε εκθέσεις πηγαίνεις;
Μ.Λ.: Ναι, πηγαίνω συχνά, μου αρέσει.
Δ.Δ.: Και ανακάλυψες την ελληνική τέχνη, τη διαδρομή της. Από τους Ελληνες ζωγράφους ποιοι σου αρέσουν;
Μ.Λ.: Οι καλλιτέχνες που θα έλεγα ότι μ’ αρέσουν πάρα πολύ είναι ο Γιώργος Ρόρρης και ο Τσαρούχης. Ο Τσαρούχης όχι τόσο αισθητικά όσο ως άνθρωπος. Εχει πολύ ενδιαφέρον η ιστορία του.
Δ.Δ.: Σκέφτηκες ποτέ εκτός από τη ζωγραφική να ασχοληθείς και με τα σκηνικά, με την ενδυματολογία στο θέατρο; Ο Τσαρούχης και πολλοί από αυτούς δημιουργούσαν και στο θέατρο.
Μ.Λ.: Αυτό που έχω σκεφτεί πολλές φορές είναι ο κινηματογράφος. Ο πιο εναλλακτικός, όχι μπλοκμπάστερ ταινίες. Να υπάρχω σε ένα συνεργείο, στα παρασκήνια, να δω πώς είναι όλη η διαδικασία. Στη σχολή είχαμε Σκηνογραφία ως μάθημα μέχρι πρόπερσι, αλλά το κατήργησαν, δεν υπάρχει πια. Είναι κρίμα.
Δ.Δ.: Σπουδαίοι ζωγράφοι προσκαλούνται να κάνουν ένα σεμινάριο, να μιλήσετε μαζί τους;
Μ.Λ.: Δεν θα το έλεγα. Είμαστε λίγο αποκλεισμένοι. Υπάρχουν περιπτώσεις καθηγητών που είναι διευθυντές εργαστηρίων, που θα το κυνηγήσουν λίγο, έχουν γνωστούς. Αλλά τα σεμινάρια αυτά συνήθως γίνονται εξωτερικά, εκτός σχολής. Πολύ σπάνια τους καλούν.
Σκηνή 5η: «Στη σχολή δεν υπάρχει ανταγωνισμός»
Δ.Δ.: Πόσες ώρες την ημέρα είσαι στη σχολή;
Μ.Λ.: Εξι, εφτά...
Δ.Δ.: Και μετά πας σπίτι και ζωγραφίζεις πάλι;
Μ.Λ.: Συνήθως πάω και ετοιμάζω τα πράγματα που είναι για την επόμενη μέρα. Κάποια τυπώματα, κάποιες φωτοτυπίες που χρειάζομαι. Αυτή την περίοδο κάνω τυπώματα με την αναλογική τεχνική, και συγκεκριμένα με την κυανοτυπία. Είναι ένα φωτοευαίσθητο υλικό. Το βάζεις σε οποιαδήποτε επιφάνεια και το εκθέτεις στον ήλιο. Και αυτό θα σου βγάλει μια εικόνα όταν ρίξεις νερό πάνω και το ξεπλύνεις. Και φτιάχνω φωτογραφίες με αυτό τον τρόπο, όχι με τους ψηφιακούς εκτυπωτές.
Δ.Δ.: Στη σχολή υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στους φοιτητές;
Μ.Λ.: Εγώ δεν το έχω νιώσει αυτό. Νομίζω θαυμασμός, όχι ανταγωνισμός.
Δ.Δ.: Θαυμασμός για ποιους;
Μ.Λ.: Για τους συμφοιτητές μου. Τα άτομα που γνωρίζω εγώ συγκεκριμένα το μόνο που μου εμπνέουν είναι θαυμασμός και με ωθούν κιόλας, ειδικά όταν τους βλέπω να είναι εργατικοί.
Δ.Δ.: Δεν θαυμάζουν κι αυτοί εσένα;
Μ.Λ.: Θέλω να πιστεύω πως ναι.
Δ.Δ.: Κάνεις παρέα με αυτά τα παιδιά.
Μ.Λ.: Ναι, κάνω παρέα από τότε που τους γνώρισα.
Δ.Δ.: Εργάζεσαι ταυτόχρονα όμως.
Μ.Λ.: Ναι.
Δ.Δ.: Πού εργάζεσαι;
Μ.Λ.: Αυτή την περίοδο είμαι σε μια φαρμακευτική, στη ρεσεψιόν. Δεν είναι δημιουργικό, αλλά...
Δ.Δ.: ...Βγάζεις το μεροκάματό σου. Και πότε προλαβαίνεις να πηγαίνεις στη σχολή;
Μ.Λ.: Κατευθείαν μετά τη δουλειά και τα Σαββατοκύριακα.
Δ.Δ.: Είναι ανοιχτή η σχολή το Σαββατοκύριακο;
Μ.Λ.: Παίρνω άδεια για να μπορώ να πηγαίνω. Οποιο παιδί δουλεύει καθημερινά μπορεί να πηγαίνει τα Σαββατοκύριακα και στις γιορτές, επίσης.
Δ.Δ.: Και τις καθημερινές πηγαίνεις το απόγευμα;
Μ.Λ.: Το βράδυ. Αλλά για να μπεις πρέπει να πάρεις άδεια. Σου δίνουν κλειδιά και μπορείς να δουλεύεις. Γιατί εκεί είναι το στούντιό σου. Εκεί δημιουργείς.
Σκηνή 6η: «Θέλω τα πάντα, ζωγραφική, γλυπτική, σκηνογραφία...»
Δ.Δ.: Το πρωί τι ώρα σηκώνεσαι;
Μ.Λ.: Στις 6. Στη δουλειά πρέπει να είμαι στις 9. Η εταιρεία είναι στο Παλαιό Φάληρο, μακριά από το σπίτι μου. Αλλά κοντά στη σχολή.
Δ.Δ.: Και μένεις στη δουλειά μέχρι τις 5 το απόγευμα και μετά φεύγεις και πας στη σχολή. Και πότε γυρνάς σπίτι, τα μεσάνυχτα;
Μ.Λ.: Οχι, δεν μπορείς να μείνεις τόσο αργά στη σχολή. Κατά τις 8-9 θα φύγω για το σπίτι.
Δ.Δ.: Οπότε πας για 3-4 ώρες στη σχολή. Ζωγραφίζεις στο σπίτι;
Μ.Λ.: Τον τελευταίο χρόνο όχι, με έχει τραβήξει περισσότερο η φωτογραφία.
Δ.Δ.: Θες να κάνεις και φωτογραφία;
Μ.Λ.: Θέλω να κάνω τα πάντα, αν μπορούσα να κάνω τα πάντα. Γλυπτική, χαρακτική, ψηφιδωτό, σκηνογραφία. Εχεις τόσα πράγματα να μάθεις και τόσο λίγο χρόνο να διαθέσεις!
Δ.Δ.: Τόσο πολλή λαχτάρα για όλα αυτά;
Μ.Λ.: Ναι, είναι πάρα πολύ ωραίο να μαθαίνεις καινούρια πράγματα.
Σκηνή 7η: «Με καμάρι τούς λέω ότι είμαι Αλβανίδα»
Δ.Δ.: Ρατσισμός δεν υπάρχει εκεί; Ξέρουν ότι είσαι από την Αλβανία.
Μ.Λ.: Στη σχολή όχι, δεν υπάρχει.
Δ.Δ.: Αλλού;
Μ.Λ.: Πλέον δεν υπάρχει τόσο αυτό το φαινόμενο, δεν το έχω παρατηρήσει.
Δ.Δ.: Εξάλλου, αν δεν τους πεις ότι είσαι από την Αλβανία, κανείς δεν θα το καταλάβει.
Μ.Λ.: Οχι, τους το λέω και με καμάρι. Αλλωστε αν τους πω το όνομα, θα καταλάβουν ότι δεν είναι ελληνικό.
Δ.Δ.: Μόντα Λέσι. Ακούγεται και λίγο ιταλικό το όνομα.
Μ.Λ.: Εγώ τους λέω ότι είναι αλβανικό.
Δ.Δ.: Κατευθείαν, μετωπικά. Και αυτοί τι λένε;
Μ.Λ.: Δεν υπάρχει πρόβλημα, προφανώς.
Δ.Δ.: Κάνεις παρέα με Ελληνόπουλα;
Μ.Λ.: Απ’ όλες τις χώρες. Στη σχολή έχουμε παιδιά από Πολωνία, Αλβανία, Ρουμανία. Και πολλούς φοιτητές με Erasmus, από ανταλλαγές. Είναι μια σχολή που σε αγκαλιάζει απ’ όπου και να ’σαι, ό,τι και να ’σαι, δεν θα σε κρίνει κανείς.
Δ.Δ.: Μου περιγράφεις μια πολύ αισιόδοξη εικόνα. Με την Ελλάδα είσαι ευχαριστημένη; Είσαι ενσωματωμένη πλήρως;
Μ.Λ.: Δεν είμαι ευχαριστημένη.
Δ.Δ.: Γιατί, τι πρόβλημα έχεις;
Μ.Λ.: Δεν είμαι ευχαριστημένη, όπως δεν είναι ευχαριστημένος κι ένας Ελληνας. Η Ελλάδα μού έχει προσφέρει πολλά. Θεωρώ ότι μπορεί να προσφέρει πολύ περισσότερα στους φοιτητές. Ειδικά σε εκείνους που αναγκαστικά πρέπει να εργάζονται για να βγάλουν τα προς το ζην και να μπορούν να σπουδάσουν. Δεν υπάρχουν ευκαιρίες για καλλιτέχνες. Είναι πάρα πολύ λίγες.
Δ.Δ.: Και στο εξωτερικό ισχύει αυτό, όταν υπάρχει πληθώρα καλλιτεχνών υπάρχει πρόβλημα.
Μ.Λ.: Δεν θεωρώ ότι έχουμε μεγάλη πληθώρα καλλιτεχνών. Εχουμε πάρα πολλούς καλλιτέχνες, αλλά δυστυχώς είναι πολλοί που φεύγουν έξω, γιατί εδώ δεν έχουν αυτές τις ευκαιρίες που θα έπρεπε να έχουν.
Δ.Δ.: Και πού πάνε; Γαλλία, Γερμανία;
Μ.Λ.: Και Ολλανδία, και Δανία.
Δ.Δ.: Η Ολλανδία έχει φοβερό παρελθόν με τους ζωγράφους της.
Μ.Λ.: Εχει και η Ελλάδα πολύ ωραίο παρελθόν και θα έπρεπε να είναι το επίκεντρο της τέχνης ακόμα και σήμερα. Γι’ αυτό έχω αυτό το παράπονο. Θα μπορούσα να παραπονεθώ και για την Αλβανία. Αλλά η Αλβανία έχει άλλο παρελθόν.
Δ.Δ.: Εσύ τώρα αν ήσουν στην Αλβανία του Χότζα, θα μπορούσες να σπουδάσεις Ζωγραφική;
Μ.Λ.: Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το κάνω.
Σκηνή 8η: «Το μόνο που κάνω είναι να ονειρεύομαι»
Δ.Δ.: Σκέφτεσαι να κάνεις καμιά έκθεση να δούμε τα έργα σου; Να έρθω στα εγκαίνια και να πω: «Αυτό το κορίτσι εγώ το έφερα στην επικαιρότητα. Ο Κώστας ο Κουτάγιαρ το έσπρωξε κι εγώ ήμουν εκείνος που την έβγαλα στη δημοσιότητα»! Η περίπτωσή σου, μια ωραία χριστουγεννιάτικη ιστορία.
Μ.Λ.: Δεν το έχω σκεφτεί έτσι.
Δ.Δ.: Εχεις όνειρα;
Μ.Λ.: Εχω πάρα πολλά όνειρα, το μόνο που κάνω είναι να ονειρεύομαι. Ενα όνειρο που μπορεί να γίνει εφικτό είναι να μπορώ να βγάλω τα προς το ζην με τη ζωγραφική.
Δ.Δ.: Πολλοί μεγάλοι ζωγράφοι όσο ζούσαν ήταν φτωχοί, δεν μπορούσαν να πουλήσουν τίποτα και όταν πέθαναν τα έργα τους έβγαλαν εκατομμύρια. Οπως η περίπτωση του Βαν Γκογκ. Δεν είναι τρομερό αυτό, αυτή η αδικία στο χρηματιστήριο της τέχνης;
Μ.Λ.: Είναι.
Δ.Δ.: Μήπως τα έργα σου απευθύνονται σε αυτούς τους πλούσιους που εσύ τους κατηγορείς σήμερα; Κοίταξε την αντίφαση. Από τη μια κατηγορείς τους πλούσιους και από την άλλη η δουλειά σου απευθύνεται σε αυτούς γιατί αυτοί έχουν για να την αγοράσουν. Αργότερα, ούτε εγώ θα μπορώ να αγοράσω έργα σου.
Μ.Λ.: Είναι μια τραγική ειρωνεία.
Δ.Δ.: Πιστεύεις ότι ένας καλλιτέχνης είναι επαναστάτης εκ των πραγμάτων, είναι αντισυστημικός;
Μ.Λ.: Ναι, αλλά υπάρχουν και καλλιτέχνες που πάνε με το σύστημα.
Δ.Δ.: Ελάχιστοι. Από τη φύση του ο καλλιτέχνης είναι διαφορετικός από τους άλλους.
Μ.Λ.: Ναι, αλλά πιστεύω ότι όσο διαφορετικός και να ’σαι, για να μπορεί να καταλάβει ο κόσμος την τέχνη σου και να τη δει, θα πρέπει να υπάρχει μια κατανόηση, ένα σημείο που συνδέει τον καλλιτέχνη με τον κόσμο.
Δ.Δ.: Σε έναν πίνακά σου τι προέχει, το περιεχόμενο ή η αισθητική;
Μ.Λ.: Το περιεχόμενο με ωθεί. Είναι η νοσταλγία, οι αναμνήσεις.
Δ.Δ.: Ναι, αλλά δεν είναι πρώτα η αισθητική που ελκύει το βλέμμα του άλλου;
Μ.Λ.: Πολύ πιθανό, αλλά για μένα είναι το περιεχόμενο. Ο,τι ελκύει εμένα αισθητικά μπορεί να μην αρέσει σε εσάς.
Σκηνή 9η: «Ναι, είμαι αμαρτωλή»
Δ.Δ.: Πιστεύεις ότι ένας καλλιτέχνης πρέπει να είναι αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει και όχι σε αυτό που θέλουν οι άλλοι να κάνει;
Μ.Λ.: Ναι, εγώ έτσι λειτουργώ.
Δ.Δ.: Ποιο είναι όμως αυτό που θέλεις να κάνεις στη ζωή σου; Ποιες είναι οι αμαρτίες σου; Είσαι αμαρτωλή;
Μ.Λ.: Ναι, βέβαια! Σε κανονικό επίπεδο θα έλεγα.
Δ.Δ.: Δεν υπάρχει αμαρτία σε κανονικό επίπεδο.
Μ.Λ.: Υπάρχει, γιατί είμαστε άνθρωποι. Γενικά, οι καλλιτέχνες είναι αμαρτωλοί.
Δ.Δ.: Δεν είναι η αμαρτία στο «είναι» του καλλιτέχνη; Εσύ πώς το βιώνεις αυτό;
Μ.Λ.: Με τον τρόπο που λειτουργώ και το ζω. Είναι περισσότερο μέσα στο κεφάλι μου και στο μυαλό μου - δεν υπάρχει σε φυσική μορφή ακόμα.
Δ.Δ.: Γιατί δεν το κάνεις αυτό στην τέχνη; Απελευθερώσου!
Μ.Λ.: Είναι μια συμβουλή που μου δίνουν οι καθηγητές.
Δ.Δ.: Α, να το, λοιπόν! Είσαι δέσμια ακόμα.
Μ.Λ.: Είμαι, ναι.
Δ.Δ.: Για να απελευθερωθείς, όμως, πρέπει να κάνεις και τη ζωή σου, δεν είναι μόνο να ζωγραφίζεις. Ο Φράνσις Μπέικον, ας πούμε, έκανε φοβερά πράγματα.
Μ.Λ.: Κάνω βήματα, είναι πολύ διστακτικά, αλλά βρίσκω και μια παρηγοριά στο ότι τουλάχιστον προσπαθώ και κάνω βήματα να απελευθερωθώ από τις σκέψεις μου. Ακόμα και αυτή τη συνέντευξη δεν θα την έκανα κανονικά.
Δ.Δ.: Η τέχνη όμως είναι ένα εφαλτήριο απελευθέρωσης.
Μ.Λ.: Οχι απαραίτητα. Μπορεί να γίνει πολύ εύκολα φυλακή.
Δ.Δ.: Αισθάνεσαι φυλακισμένη;
Μ.Λ.: Είναι ημέρες που μπορεί να έχω φτάσει σε αυτό το σημείο, να μην ξέρω τι συμβαίνει. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να έχεις ανθρώπους που σε παίρνουν από το χέρι και σου λένε: «Οχι, έτσι είναι τα πράγματα».
Επίλογος: «Όταν κάνεις κάτι που αγαπάς δεν σκέφτεσαι την αλλοτρίωσή σου»
Φτάσαμε στο τέλος. Αισθάνθηκα ότι όλα τα εξαντλήσαμε. Και τη ρώτησα:
Δ.Δ.: Το επόμενο στάδιο;
Μ.Λ.: Να κάνω την πτυχιακή μου, να την ολοκληρώσω τον Ιούνιο, να τελειώσει το συμβόλαιο ενός έτους που έχω με τη δουλειά, και να πάω για πρακτική έξω. Ψάχνω το πού. Να περάσω έξι μήνες σε μια άλλη χώρα, μακριά από το περιβάλλον που έχω συνηθίσει και έχω μεγαλώσει.
Δ.Δ.: Να πας σε άγνωστο μέρος, να φύγεις από την ασφάλειά σου.
Μ.Λ.: Ναι. Γι’ αυτό και ανυπομονώ να το κάνω.
Δ.Δ.: Τι άλλο ανυπομονείς να κάνεις;
Μ.Λ.: Ανυπομονώ να κάνω πολλά ταξίδια, να δω καλλιτέχνες που δεν έχω δει, να γνωρίσω κι άλλους ανθρώπους, κι άλλους καλλιτέχνες.
Δ.Δ.: Σκέφτεσαι ότι μπορείς κάποτε να γίνεις ένα όνομα μεγάλο; Πρέπει να το σκέφτεσαι ή να μην το σκέφτεσαι καθόλου;
Μ.Λ.: Η φύση του επαγγέλματος -γιατί θέλω να το κάνω επάγγελμα- είναι αυτό, ότι πρέπει να το σκέφτεσαι ως καλλιτέχνης, να έχεις ένα όνομα. Αλλά για μένα δεν είναι το σήμα κατατεθέν. Ισως θα έπρεπε, αλλά δεν είναι.
Δ.Δ.: Δεν είναι ένας τρόπος αλλοτρίωσης αυτό; Να το κάνεις για να πουλήσεις;
Μ.Λ.: Οχι, όταν κάνεις κάτι που το αγαπάς.
Δ.Δ.: Ερωτευμένη είσαι;
Μ.Λ.: Οχι.
Δ.Δ.: Είσαι ερωτευμένη με τη δουλειά σου;
Μ.Λ.: Τα ψάχνω όλα. Είμαι σε φάση αναζήτησης. Ξέρω ποια είμαι και πώς λειτουργώ. Αλλά υπάρχουν πλευρές του εαυτού μου που δεν τις έχω γνωρίσει ακόμα. Και πιστεύω ότι με την τέχνη ανακαλύπτω καινούρια πράγματα για μένα.
Καθώς έφευγε παρατηρούσα το μπόι της, τη γλώσσα του σώματός της, το φυσικό ανοιχτό χρώμα των μαλλιών της. Και από μέσα μου είπα: «Αυτό το μικροσκοπικό πλάσμα περνάει απαρατήρητο. Σαν ένα κορίτσι μες στο πλήθος». Μετά με ανακούφιση σκέφτηκα: «Αύριο θα καμαρώνω και θα λέω: Αυτή η σπουδαία ζωγράφος είναι ανακάλυψή μου!». Άντε, το 2026 μάς επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Από το μηδέν στο άπειρο!
Η εταιρεία υλοποιεί μακροχρόνια και πολυβραβευμένα προγράμματα κοινωνικής συνεισφοράς, με μετρήσιμα αποτελέσματα που συμβάλλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών