Ορέστης Μακρής: Ο θρυλικός «μεθύστακας» του ελληνικού κινηματογράφου που δεν έπινε - Η άγνωστη ιστορία για το πώς κλέφτηκε με τη σύζυγό του
Η ζωή, η καριέρα και ο άνθρωπος πίσω από τον ρόλο του «μεθύστακα» που άφησε ιστορία - «Δεν θέλω να με διώξει το σανίδι, εγώ θέλω να το αφήσω» έλεγε ο Ορέστης Μακρής που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα πριν από 51 χρόνια
Ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία ως ο «μεθύστακας» του ελληνικού κινηματογράφου, στην πραγματικότητα δεν είχε καμία σχέση με τον ρόλο του. Ο Ορέστης Μακρής ήταν ένας τενόρος που έγινε ηθοποιός, ένας κωμικός που απέδειξε ότι μπορούσε να ανταποκριθεί εξίσου και στο δράμα και ένας καλλιτέχνης που με τις ερμηνείες του άφησε το στίγμα του σε μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.
Ο αείμνηστος ηθοποιός που υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες του θεάματος, έφυγε από τη ζωή πριν από 51 χρόνια, στις 29 Ιανουαρίου του 1975. Γεννημένος στις 30 Σεπτεμβρίου του 1898, ο Ορέστης Μακρής ξεκίνησε την καλλιτεχνική του διαδρομή από τη μουσική και την οπερέτα, για να περάσει στη συνέχεια στην επιθεώρηση και, αργότερα, στον κινηματογράφο.
Από τη Χαλκίδα στην Αθήνα
Ο Ορέστης Μακρής μεγάλωσε στη Χαλκίδα, με πατέρα νηματουργό. Από μικρός έδειξε την αγάπη του για το θέαμα, καθώς σε ηλικία μόλις οκτώ ετών έστησε, κρυφά από τους γονείς του και με τη βοήθεια της αδερφής του, μια αυτοσχέδια θεατρική σκηνή στην αυλή του σπιτιού τους. Η παράσταση του κόστισε μια τιμωρία, δεν στάθηκε όμως αρκετή για να τον απομακρύνει από το θέατρο.
Ασχολήθηκε με τη μουσική και έπαιζε κλαρίνο στη Φιλαρμονική της Χαλκίδας. Στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και σπούδασε φωνητική στο Ωδείο Αθηνών. Στα 20 του χρόνια στρατεύτηκε και υπηρέτησε στη Μικρά Ασία, ενώ μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εργάστηκε παράλληλα σε ξυλουργείο και σιδηρουργείο, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Το 1925, ο Ορέστης Μακρής έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή ως τενόρος, στην οπερέτα «Τρεις Αγάπες» με τον θίασο της Ροζαλίας Νίκα. Ακολούθησε η συνεργασία του με τον θίασο Παπαϊωάννου και σταδιακά η πορεία του τον οδήγησε από την οπερέτα στην επιθεώρηση.
Κλείσιμο
Η στιγμή που γεννήθηκε ο «μεθύστακας»
Το καλοκαίρι του 1929, κατά τη διάρκεια περιοδείας στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο ηθοποιός συνήθιζε να μιμείται τον μεθυσμένο για να διασκεδάζει τους συναδέλφους του. Ανάμεσά τους βρισκόταν και ο Αιμίλιος Βεάκης, ο οποίος τον παρότρυνε να μεταφέρει αυτόν τον χαρακτήρα στη σκηνή.
Το 1932, ο Αντώνιος Βώττης του ανέθεσε το νούμερο «Με λεν Μπεκρή», που είχε γράψει από το 1929, αλλά δεν είχε βρει μέχρι τότε τον κατάλληλο ηθοποιό για να το ερμηνεύσει. Ο Ορέστης Μακρής το παρουσίασε στην επιθεώρηση «Ο Παπαγάλος» με τον θίασο του Σπύρου Πατρίκιου και μέσα σε μία νύχτα έγινε πρωταγωνιστής του ελαφρού θεάτρου. Ο ρόλος του «μεθύστακα» θα γινόταν τελικά σήμα κατατεθέν, παρότι ο ίδιος δεν έπινε αλκοόλ. Η επιτυχία του συγκεκριμένου χαρακτήρα ήταν τέτοια, ώστε σταδιακά να επισκιάσει άλλες πλευρές του πολύπλευρου υποκριτικού του ταλέντου.
Ο Ορέστης Μακρής συνέχισε να εργάζεται στο θέατρο για δεκαετίες, τόσο σε αθηναϊκές σκηνές όσο και σε περιοδείες. Μετά την Κατοχή ανέλαβε ρόλο θιασάρχη, ενώ παρέμεινε ενεργός στην επιθεώρηση και το μουσικό θέατρο.
Η καθιέρωση στον κινηματογράφο
Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Ορέστη Μακρή πηγαίνει στο 1931, στη βουβή ταινία του Αχιλλέα Μαδρά «Ο Μάγος της Αθήνας». Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν σχεδόν δύο δεκαετίες μέχρι να επιστρέψει στη μεγάλη οθόνη.
Η επιστροφή του έγινε με τον «μεθύστακα» του Γιώργου Τζαβέλλα, που έκανε πρεμιέρα στις 23 Ιανουαρίου του 1950. Η ταινία αποτέλεσε τεράστια εμπορική επιτυχία, καθώς κατέγραψε 304.438 εισιτήρια στην πρώτη της προβολή και βρέθηκε στην πρώτη θέση της κινηματογραφικής σεζόν 1949-1950.
Ο ρόλος ήταν πολύ περισσότερα από μια ακόμη κωμική ερμηνεία. Ο Ορέστης Μακρής υποδύθηκε έναν άνθρωπο που είχε καταφύγει στο ποτό μετά τον θάνατο του γιου του στον πόλεμο και μέσα από την κατάπτωσή του έδωσε στον χαρακτήρα κοινωνικές και δραματικές διαστάσεις.
«Σαν τον Μακρή δεν θα γίνει άλλος»
Για την προσωπικότητα και το ταλέντο του είχε μιλήσει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Γιώργος Τζαβέλλας σε αφιέρωμα της εκπομπής «Ρεπόρτερς» του ΕΙΡΤ, που προβλήθηκε το 1975, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του ηθοποιού. Σε συζήτηση με τον δημοσιογράφο Νάσο Αθανασίου, ο σκηνοθέτης είχε αναφερθεί στη συνεργασία του με τον ηθοποιό και στην ιδιαίτερη θέση που κατείχε ο Ορέστης Μακρής στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Όπως είχε πει: «Σαν τον Μακρή δεν θα γίνει άλλος, γιατί ήταν μία ολόκληρη εποχή. Η ωραία, παλιά, αθηναϊκή εποχή που πέρασε. Με αυτό δεν υποτιμώ τη νέα εποχή. Ο Μακρής ήταν όλη η ωραία, παλιά Αθήνα».
Ο ίδιος είχε εξηγήσει και τι ήταν αυτό που τον έκανε να εμπιστευτεί τον Ορέστη Μακρή σε έναν δραματικό ρόλο, ενώ μέχρι τότε είχε συνδεθεί κυρίως με την κωμωδία: «Ήταν ένας σοβαρός άνθρωπος, με τον οποίο μπορούσε να συνεργαστεί ο καθένας μια χαρά. Όταν σκέφτηκα να γίνει ένα φιλμ για έναν μεθυσμένο τύπο, πολλοί μου είπαν ότι δεν είναι δυνατόν να παίξει ο Μακρής δραματικό ρόλο, γιατί ήταν ένας κωμικός της επιθεωρήσεως. Εγώ πίστευα ότι μέσα του έκρυβε την ολοκλήρωση του ηθοποιού, που ήταν στο κωμικό και στο δραματικό. Έτσι έγινε ο "Μεθύστακας" και δικαιώθηκα απόλυτα. Για εμένα ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία μου, αλλά για τον Ορέστη Μακρή ήταν η καθιέρωσή του σε διεθνή γραμμή. Όπου έπαιξε έξω η ταινία, τον συνέκριναν οι μεγάλοι κριτικοί με τους πιο αξιόλογους ηθοποιούς του κινηματογράφου».
Η επιτυχία του «μεθύστακα» άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά από σημαντικές ερμηνείες. Ο Ορέστης Μακρής γύρισε συνολικά 37 ταινίες, έξι από τις οποίες ήταν παραγωγές της Φίνος Φιλμ. Ανάμεσά τους βρίσκονται ο «Γρουσούζης», «Το Αμαξάκι», «Η Θεία από το Σικάγο», «Η Κυρά μας η Μαμή» και «Το Ξύλο Βγήκε από τον Παράδεισο» και «Κάλπικη Λίρα» (Ανζερβός, 1955) του Γιώργου Τζαβέλλα.
Παρότι συχνά καλούνταν να ενσαρκώσει αυστηρούς, γκρινιάρηδες ή δύστροπους χαρακτήρες, οι ερμηνείες του είχαν συνήθως μια δεύτερη, πιο ευαίσθητη πλευρά. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα να κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό ήταν που έκανε τον ηθοποιό να ξεχωρίζει.
«Το Αμαξάκι» και το γράμμα του Δημήτρη Χορν
Μία από τις ερμηνείες που επιβεβαίωσαν το εύρος των δυνατοτήτων του ήταν εκείνη στο «Αμαξάκι» του Ντίνου Δημόπουλου, το 1957.
Ο Δημήτρης Χορν, αφού παρακολούθησε την ταινία, του έστειλε ιδιόχειρη επιστολή, μέσω της οποίας εξέφραζε τον θαυμασμό στο πρόσωπό του: «Αγαπημένε μου Ορέστη, αυτή τη στιγμή γύρισα από του Φίνου, είδα το "Αμαξάκι". Βαθύτατα συγκινημένος σπεύδω να σου γράψω. Μπράβο, Μπράβο, Μπράβο. Είσαι ένας μεγάλος ηθοποιός και ο μοναδικός στον ελληνικό κινηματογράφο. Συγχώρεσε τον έξαλλο τρόπο που σκέφτομαι, αλλά έτσι αισθάνομαι, τι να γίνει. Σε χαιρετώ, σε φιλώ μ' αγάπη και ευγνωμοσύνη Τάκης Χορν».
Ο άνθρωπος πίσω από τον «μεθύστακα» μέσα από τα μάτια του εγγονού του
Πίσω από την εικόνα του κινηματογραφικού μπεκρή υπήρχε ένας άνθρωπος που, σύμφωνα με τον εγγονό του, ήταν εντελώς διαφορετικός από τους χαρακτήρες που υποδυόταν. Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 2019 στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», ο εγγονός του Ορέστη Μακρή είχε μιλήσει για τη σχέση τους, αλλά και για την εικόνα του παππού του όταν έσβηναν τα φώτα: «Στα δικά μου μάτια ήταν παππούς και μετά ηθοποιός, ήταν σοβαρός και συγκρατημένος άνθρωπος, αλλά πάρα πολύ τρυφερός. Αν δεν τον φιλούσες θα παρεξηγούνταν. Ο παππούς μου με έβαζε και ακούγαμε κλασική μουσική».
Η οικογενειακή ζωή του, όπως την περιέγραψε ο εγγονός του, απείχε από την εικόνα που θα μπορούσε να δημιουργήσει κάποιος βλέποντας τους ρόλους του στη μεγάλη οθόνη: «Ήταν σπιτόγατος, δεν είχε πάθη με χαρτιά, ιππόδρομο και ποδόγυρο. Δεν ήταν καθόλου του ποτού, άντε να έπινε μισό ποτηράκι».
Η γνωριμία με τη σύζυγό του και η απόφαση να την «κλέψει»
Ο Ορέστης Μακρής παντρεύτηκε με τη Βαρβάρα Δαμίγου, με την οποία απέκτησε και δύο παιδιά, την Κατερίνα και τον Θεμιστοκλή. Οι δύο τους γνωρίστηκαν στην Πλάκα, όταν εκείνη ήταν ακόμα ανήλικη. Ο εγγονός του έχει περιγράψει με τον δικό του τρόπο πώς ξεκίνησε η σχέση τους: «Περνώντας από το πατρικό της, στην οδό Αδριανού, την είδε στο μπαλκόνι. Κάπως θα μίλησαν, επειδή εκείνη όμως ήταν 15 χρονών και εκείνος 25-26, και η μητέρα της ήταν πολύ της εκκλησίας, κλέφτηκαν».
«Δεν θέλω να με διώξει το σανίδι, εγώ θέλω να το αφήσω»
Παρά την πολύχρονη παρουσία του στο θέατρο και τον κινηματογράφο, ο Ορέστης Μακρής είχε επίγνωση του πότε ήθελε να κλείσει αυτόν τον κύκλο. Ο εγγονός του θυμάται χαρακτηριστικά: «Έλεγε "δεν θέλω να με διώξει το σανίδι, εγώ θέλω να αφήσω το σανίδι" και γι αυτό αποχώρησε από το σανίδι με δόξα και τιμή».
Ο ηθοποιός αποσύρθηκε από τη σκηνή και τον κινηματογράφο το 1967, επιλέγοντας μία ήρεμη ζωή με την οικογένειά του. Η τελευταία ταινία στην οποία εμφανίστηκε ήταν το «Ένα Κορίτσι Αλλιώτικο από τα Άλλα».
Ο Ορέστης Μακρής έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών, στις 29 Ιανουαρίου του 1975, στην Αθήνα. Ο εγγονός του είχε μιλήσει για τις τελευταίες ημέρες του, περιγράφοντας μια τηλεφωνική συνομιλία που είχαν λίγο πριν από τον θάνατό του: «Κυριακή κρυολόγησε και Τετάρτη πέθανε. Τρίτη μιλήσαμε στο τηλέφωνο και μου είπε "παιδάκι μου θα πεθάνω, δεν είμαι καλά"».
Ο ίδιος, όπως θυμήθηκε, δεν πίστεψε ότι η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή: «Έλα τώρα που θα πεθάνεις με ένα κρυολόγημα». Την επόμενη ημέρα, ο Ορέστης Μακρής άφησε την τελευταία του πνοή, αφήνοντας παράλληλα πίσω του μια πορεία δεκαετιών στο θέατρο και τον κινηματογράφο.
Το ερευνητικό πρόγραμμα του UNIC Athens μετατρέπει το campus του Ελληνικού σε ένα ζωντανό πεδίο έρευνας, όπου Τεχνητή Νοημοσύνη, Βιοτεχνολογία και βιολογικά δεδομένα συναντώνται, ανοίγοντας νέους δρόμους για την υγεία, την ευημερία και φυσικά, την επιστήμη.
Με την ασυναγώνιστη εμπειρία της, η Avis έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό οικοσύστημα που καθιστά το leasing μια πανεύκολη, ταχύτατη και απολαυστική εμπειρία που δίνει στους οδηγούς ολοένα περισσότερα.