Ισραηλινό παράδοξο: Ο Νετανιάχου με 53 έδρες παραμένει πρωθυπουργός, οι αντίπαλοί του δεν μπορούν να συνεννοηθούν με 67, σενάρια για νέες κάλπες το 2027

Ισραηλινό παράδοξο: Ο Νετανιάχου με 53 έδρες παραμένει πρωθυπουργός, οι αντίπαλοί του δεν μπορούν να συνεννοηθούν με 67, σενάρια για νέες κάλπες το 2027

Η «Βαβέλ» της αντιπολίτευσης... σωσίβιο για τον Νετανιάχου - Οι 19 έδρες των αραβικών κομμάτων αλλάζουν την αριθμητική στην Κνεσέτ, αλλά όχι και την κυβέρνηση - Έκκληση Χέρτσογκ για σχηματισμό κυβέρνησης

Ισραηλινό παράδοξο: Ο Νετανιάχου με 53 έδρες παραμένει πρωθυπουργός, οι αντίπαλοί του δεν μπορούν να συνεννοηθούν με 67, σενάρια για νέες κάλπες το 2027
Ένα πολιτικό παράδοξο, που μπορεί να επιτρέψει στον Μπενιαμίν Νετανιάχου να παραμείνει στην εξουσία παρά την απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του, αναδεικνύεται από τα αποτελέσματα των εκλογών στο Ισραήλ. Η απροσδόκητα ισχυρή υποστήριξη που εξασφάλισε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός μεταξύ των Εβραίων ψηφοφόρων, σε συνδυασμό με την ιστορική ενίσχυση των αραβικών κομμάτων, δημιουργεί μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση για την αντιπολίτευση, η οποία διαθέτει αριθμητικά τις έδρες για να τον ανατρέψει, αλλά όχι μια συμφωνημένη κυβερνητική πλειοψηφία.

Με καταμετρημένο σχεδόν το 86% των ψήφων, οι προβολές των τριών μεγαλύτερων ισραηλινών τηλεοπτικών δικτύων δίνουν 53 έδρες στον συνασπισμό του Νετανιάχου, στον οποίο συμμετέχουν δεξιά, ακροδεξιά και υπερορθόδοξα κόμματα, έναντι 48 του αντιπολιτευόμενου μπλοκ υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ. Παράλληλα, τα κόμματα που εκπροσωπούν τους Άραβες πολίτες του Ισραήλ αναμένεται να κατακτήσουν αριθμό-ρεκόρ 19 εδρών στην 120μελή Κνεσέτ.

Η αριθμητική είναι αποκαλυπτική: οι αντίπαλοι του Νετανιάχου διαθέτουν δυνητικά 67 έδρες, δηλαδή περισσότερες από τις 61 που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ωστόσο, για ν' αποκτήσει ο Άιζενκοτ πρόσβαση στην εξουσία, θα χρειαστεί ευρεία στήριξη από τα αραβικά κόμματα -μια προοπτική που συναντά την αντίθεση σημαντικών πολιτικών δυνάμεων του δικού του στρατοπέδου.

Όπως επισημαίνουν το Reuters και το Axios, η απώλεια της πλειοψηφίας δεν σημαίνει αυτομάτως και το τέλος της διακυβέρνησης Νετανιάχου. Αντίθετα, το πολιτικό αδιέξοδο θα μπορούσε να παρατείνει την παραμονή του στην πρωθυπουργία, ακόμη και μέχρι τη διεξαγωγή νέων εκλογών, το 2027.


Η απροσδόκητη αντοχή Νετανιάχου και η δεξιά στροφή των Εβραίων ψηφοφόρων


Η καταμέτρηση ανέτρεψε την αρχική εικόνα της εκλογικής αναμέτρησης, η οποία, σύμφωνα με τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, αναμενόταν ιδιαίτερα αμφίρροπη. Ο συνασπισμός του Νετανιάχου χάνει την αυτοδυναμία του, καθώς υποχωρεί από τις 64 στις 53 έδρες, όμως η επίδοσή του αποδείχθηκε ισχυρότερη από αυτή που προέκυπτε από τις πρώτες μετεκλογικές εκτιμήσεις.

Αντίθετα, ο συνασπισμός του Άιζενκοτ, μια συμμαχία κομμάτων που εκτείνεται από την κεντροαριστερά έως τη σκληρή δεξιά και έχει ως βασικό κοινό στόχο την απομάκρυνση του Νετανιάχου, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει το αποτέλεσμα που προσδοκούσε.

Πέρα από τη μάχη για την πρωθυπουργία, η εκλογική εικόνα αποτυπώνει μια βαθύτερη μεταβολή στην ισραηλινή πολιτική σκηνή: την ενίσχυση της δεξιάς μεταξύ των Εβραίων ψηφοφόρων, έπειτα από χρόνια κυριαρχίας του Νετανιάχου.

Η κεντροαριστερά, που είχε διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο κατά τις πρώτες δεκαετίες της ιστορίας του Ισραήλ, έχει περιοριστεί σημαντικά ως αυτόνομη πολιτική δύναμη, ενώ ακόμη και κόμματα που αντιτίθενται στον Νετανιάχου συμμερίζονται πλέον πολλές από τις βασικές θέσεις του στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Χαρακτηριστικό είναι ότι σχεδόν όλα τα μεγάλα εβραϊκά κόμματα απορρίπτουν σήμερα την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, που αποτελούσε επί δεκαετίες τη βάση των διεθνών ειρηνευτικών πρωτοβουλιών.

Η αντιπαράθεση μεταξύ Νετανιάχου και Άιζενκοτ, επομένως, δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μια αντίστοιχη σύγκρουση δύο ριζικά διαφορετικών προσεγγίσεων στο Μεσανατολικό. Αντίθετα, ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής σύγκρουσης αφορά την ηγεσία, τον τρόπο διακυβέρνησης και την ευθύνη για τις αποτυχίες ασφαλείας που προηγήθηκαν της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.


Οι 19 αραβικές έδρες αλλάζουν την αριθμητική, όχι απαραίτητα την κυβέρνηση


Η δεύτερη καθοριστική εξέλιξη της εκλογικής αναμέτρησης είναι η μεγάλη συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ, οι οποίοι αποτελούν περισσότερο από το ένα πέμπτο του πληθυσμού.

Με τη συνολική συμμετοχή να φθάνει το 77,7%, στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες, η κινητοποίηση των Αράβων ψηφοφόρων συνέβαλε στην εκλογική άνοδο της Κοινής Λίστας και του Ραάμ, που αναμένεται να συγκεντρώσουν μαζί 19 έδρες. Πρόκειται για εξέλιξη που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αντιπολίτευση δεν διαθέτει πλέον ρεαλιστική διαδρομή προς την εξουσία, χωρίς τη στήριξη τουλάχιστον σημαντικού μέρους αυτών των βουλευτών.

Η υψηλή συμμετοχή συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την αντίδραση πολλών Αράβων πολιτών στην πολιτική της απερχόμενης κυβέρνησης και στη ρητορική στελεχών της απέναντι στην αραβική μειονότητα. Στο υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου συμμετέχει άλλωστε πολιτικός ηγέτης που έχει καταδικαστεί στο παρελθόν για υποκίνηση φυλετικού μίσους κατά των Αράβων.

Ωστόσο, η εκλογική ενίσχυση των αραβικών κομμάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε δυνατότητα συμμετοχής τους στην κυβέρνηση. Από την ίδρυση του Ισραήλ, οι περισσότεροι Εβραίοι πολιτικοί ηγέτες έχουν αποφύγει επίσημες κυβερνητικές συμμαχίες με αραβικά κόμματα, παρά το γεγονός ότι υπήρξε η σημαντική εξαίρεση της κυβέρνησης Μπένετ - Λαπίντ το 2021, στην οποία συμμετείχε το Ραάμ.

Σήμερα, όμως, η κατάσταση είναι ακόμη πιο σύνθετη: ο Άιζενκοτ δεν χρειάζεται μόνο το Ραάμ, αλλά πιθανότατα και την υποστήριξη της Κοινής Λίστας, κάτι που προκαλεί σοβαρές αντιρρήσεις σε δεξιούς συμμάχους του.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι δηλώσεις του Γιούσεφ Τζαμπαρίν, επικεφαλής της Κοινής Λίστας, στο Γαλλικό Πρακτορείο. Ο Τζαμπαρίν ξεκαθάρισε ότι το κόμμα του είναι διατεθειμένο να συμβάλει στην απομάκρυνση του Νετανιάχου, αλλά δεν θεωρεί εφικτή την άμεση συμμετοχή του σε κυβερνητικό συνασπισμό.

«Δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσαμε να συμμετάσχουμε σε έναν συνασπισμό στις σημερινές συνθήκες» δήλωσε, επικαλούμενος κυρίως τον πόλεμο στη Γάζα και την κατάσταση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, όπου η επέκταση των ισραηλινών οικισμών και τα σχεδόν καθημερινά περιστατικά βίας από εποίκους αποτελούν βασικά σημεία αντιπαράθεσης.

Άφησε, ωστόσο, ανοιχτό ένα διαφορετικό ενδεχόμενο. «Όμως, για να ρίξουμε» τον απερχόμενο κυβερνητικό συνασπισμό, «θα μπορούσαμε να στηρίξουμε μια εναλλακτική κυβέρνηση, χωρίς να μπούμε σε αυτή» είπε.

Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα πιθανό σενάριο για την επόμενη ημέρα: τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας υπό τον Άιζενκοτ, η οποία θα εξαρτάται από την κοινοβουλευτική ανοχή ή στήριξη των αραβικών κομμάτων, χωρίς αυτά να αναλάβουν υπουργικά χαρτοφυλάκια.

Ένα τέτοιο σχήμα, ωστόσο, θα απαιτούσε συμφωνίες ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις με βαθιές διαφωνίες, ιδιαίτερα στα ζητήματα του Παλαιστινιακού και της ασφάλειας.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με μια δύσκολη πολιτική επιλογή. Από τη μία πλευρά, η εκλογική αριθμητική του επιτρέπει να διεκδικήσει τη συγκρότηση ενός κυβερνητικού συνασπισμού, που θα τερματίσει τη διακυβέρνηση Νετανιάχου.

Από την άλλη, η δημιουργία μιας τέτοιας πλειοψηφίας προϋποθέτει τη συνεργασία ή την ανοχή αραβικών κομμάτων, την οποία σημαντικά στελέχη της εβραϊκής αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει. Πολιτικοί όπως ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν έχουν εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις απέναντι στην προοπτική μιας κυβέρνησης που θα εξαρτάται από τα αραβικά κόμματα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η αντιπολίτευση, παρά την αριθμητική της υπεροχή, δεν έχει ακόμη ένα κοινά αποδεκτό σχέδιο διακυβέρνησης. Η ανάλυση του Axios αναδεικνύει αυτό ακριβώς το πρόβλημα: η απομάκρυνση του Νετανιάχου αποτελεί κοινό πολιτικό στόχο, αλλά δεν αρκεί από μόνη της, για να εξασφαλίσει τη συνοχή ενός ετερόκλητου κυβερνητικού συνασπισμού.

Εάν οι προσπάθειες αποτύχουν, ο απερχόμενος πρωθυπουργός θα παραμείνει στη θέση του, παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτει πλέον την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που είχε πριν τις εκλογές.

Η δυνατότητα παραμονής του Νετανιάχου στην εξουσία είναι το στοιχείο που προσδίδει στο πολιτικό αδιέξοδο ιδιαίτερη βαρύτητα. Στο ισραηλινό σύστημα, ο απερχόμενος πρωθυπουργός εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του έως τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. Και ενώ μια υπηρεσιακή κυβέρνηση υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, οι αρμοδιότητές της δεν εξαντλούνται στη διαχείριση καθημερινών υποθέσεων.

Σύμφωνα με ειδικούς που επικαλείται το Reuters, ο Νετανιάχου διατηρεί σημαντικές εξουσίες σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τον πόλεμο εναντίον του Ιράν. Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά τις δηλώσεις του Ισραηλινού πρωθυπουργού προς τους οπαδούς του Λικούντ, λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα της Τετάρτης.

Ο Νετανιάχου ζήτησε τον σχηματισμό «μιας ισχυρής, δεξιάς εθνικής κυβέρνησης», υπογράμμισε τις στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ και έθεσε ανοιχτά το ενδεχόμενο νέας κοινής στρατιωτικής δράσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά του Ιράν. Όπως ανέφερε, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ έχουν μια «μοναδική ιστορική ευκαιρία» να εξαλείψουν «μια και καλή» αυτό που χαρακτήρισε ιρανική απειλή.

Η αναφορά του δεν συνιστά ανακοίνωση νέας επιχείρησης, δείχνει όμως ότι ο Νετανιάχου εξακολουθεί να συνδέει την πολιτική του παρουσία με τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας και την αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.

Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, ο Άιζενκοτ αναγνώρισε ότι ο Νετανιάχου παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός, αλλά εξέφρασε ανησυχία για το ενδεχόμενο αξιοποίησης της εθνικής ασφάλειας για πολιτικούς σκοπούς. «Καλώ τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας και των δημόσιων υπηρεσιών: ο Νετανιάχου είναι υπηρεσιακός πρωθυπουργός, χωρίς εντολή ή την εμπιστοσύνη του λαού» δήλωσε. «Παραμείνετε σταθεροί μπροστά σε οποιαδήποτε απόπειρα να σας αμφισβητήσει» συμπλήρωσε.

Η προοπτική μιας παρατεταμένης υπηρεσιακής διακυβέρνησης, χωρίς σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, επηρέασε και τις ισραηλινές χρηματοπιστωτικές αγορές. Το σέκελ υποχώρησε περίπου 1,6%, με την ισοτιμία να διαμορφώνεται στα 3,10 σέκελ ανά δολάριο, ενώ οι βασικοί χρηματιστηριακοί δείκτες του Τελ Αβίβ κατέγραψαν απώλειες άνω του 3%.

Οι κινήσεις αυτές αντανακλούν την επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στην πολιτική αβεβαιότητα, αλλά και στις πιθανές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης κυβερνητικής εκκρεμότητας στη δημοσιονομική πολιτική και στην οικονομία.

Η εξέλιξη αυτή προσθέτει μια ακόμη πίεση στις προσπάθειες των κομμάτων να καταλήξουν σε συμφωνία, καθώς το ενδεχόμενο νέων εκλογών θα μπορούσε να παρατείνει την αβεβαιότητα για αρκετούς μήνες.


Η επόμενη Κνεσέτ μπορεί να έχει αντιπολιτευτική πλειοψηφία, αλλά κυβέρνηση Νετανιάχου


Πέρα από τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης, ένα ακόμη ενδιαφέρον σενάριο αφορά τον έλεγχο της ίδιας της Κνεσέτ.

Όπως επισημαίνει το Axios, οι πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται στον Νετανιάχου θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την αριθμητική τους υπεροχή για ν' αποκτήσουν τον έλεγχο της προεδρίας της Βουλής και να προωθήσουν κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η πιθανότητα σύστασης εθνικής εξεταστικής επιτροπής για τις αποτυχίες των μηχανισμών ασφαλείας πριν από την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Έτσι, θα μπορούσε να προκύψει ένα ασυνήθιστο θεσμικό σκηνικό: ο Νετανιάχου να παραμένει πρωθυπουργός, ενώ η κοινοβουλευτική πλειοψηφία να βρίσκεται στα χέρια πολιτικών δυνάμεων που επιδιώκουν την απομάκρυνσή του.

Μια τέτοια κατάσταση θα δυσχέραινε σημαντικά τη νομοθετική λειτουργία της κυβέρνησης και θα μπορούσε να εντείνει την πολιτική αντιπαράθεση, χωρίς να οδηγεί αυτομάτως σε κυβερνητική αλλαγή.

Οι επόμενες κινήσεις θα εξαρτηθούν σε σημαντικό βαθμό από τις διαβουλεύσεις που θα πραγματοποιήσει ο πρόεδρος του Ισραήλ Ισαάκ Χέρτσογκ με τα πολιτικά κόμματα. Ο Χέρτσογκ έχει ήδη ζητήσει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφευχθεί νέα προσφυγή στις κάλπες και έχει καλέσει τους πολιτικούς αρχηγούς να προσέλθουν στις συζητήσεις με διάθεση συνεννόησης.

Στα σενάρια που εξετάζονται περιλαμβάνονται ο σχηματισμός κυβέρνησης μειοψηφίας υπό τον Άιζενκοτ με τη στήριξη των αραβικών κομμάτων, μια ευρύτερη κυβέρνηση συνεργασίας ή ακόμη και κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Το τελευταίο ενδεχόμενο προσκρούει, ωστόσο, στις δημόσιες δεσμεύσεις του Άιζενκοτ ότι δεν πρόκειται να κυβερνήσει μαζί με τον Νετανιάχου.

Εάν οι συνομιλίες αποτύχουν και δεν προκύψει πλειοψηφία τουλάχιστον 61 βουλευτών, το Ισραήλ θα μπορούσε να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες το 2027, με το Axios να αναφέρει ως πιθανό χρονικό ορίζοντα ακόμη και τον Απρίλιο. Μέχρι τότε, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να εξακολουθήσει να ασκεί την πρωθυπουργία.


Το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας


Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου ανέδειξαν δύο παράλληλες μεταβολές στην ισραηλινή πολιτική ζωή: την ανθεκτικότητα της δεξιάς κυριαρχίας μεταξύ των Εβραίων ψηφοφόρων και την ενίσχυση της πολιτικής εκπροσώπησης των Αράβων πολιτών, οι οποίοι αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα στις κοινοβουλευτικές ισορροπίες.

Οι δύο αυτές εξελίξεις, αντί να δημιουργήσουν μια σαφή κυβερνητική λύση, οδηγούν σε αδιέξοδο.

Ο Νετανιάχου έχει χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του, αλλά διατηρεί τον πρωθυπουργικό θώκο και τη δυνατότητα να αναζητήσει νέους συμμάχους ή να οδηγήσει τη χώρα σε μια ακόμη εκλογική αναμέτρηση. Ο Άιζενκοτ, από την πλευρά του, έχει τη δυνατότητα να συγκροτήσει αριθμητικά ένα αντι-Νετανιάχου μέτωπο, αλλά μόνο εφόσον καταφέρει να υπερβεί τις διαφωνίες για τη συνεργασία με τα αραβικά κόμματα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Νετανιάχου μπορεί να παραμείνει στην εξουσία χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, την ώρα που οι αντίπαλοί του μπορεί να διαθέτουν πλειοψηφία, χωρίς να μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Αυτή είναι η βασική αντίφαση που θα καθορίσει τις πολιτικές διαπραγματεύσεις στο Ισραήλ τις επόμενες εβδομάδες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης