Τι απέγιναν τα αρχαία της Κομμαγηνής: Χαμένα κέντρα του αιώνιου Ελληνισμού χτυπήθηκαν από τους σεισμούς
Στη σεισμόπληκτη περιοχή, που την ύμνησαν ο Σεφέρης και ο Καβάφης υπάρχουν και τα διάσημα ελληνιστικά - ρωμαϊκά ψηφιδωτά της Ζεύγμα που κανείς δεν ξέρει ακόμα τι καταστροφές έχουν υποστεί
«Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία / το κρατίδιο της Κομμαγηνής που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι / πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας / και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια / κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες / χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια», έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης στον «Τελευταίο Σταθμό» για εκείνη την περήφανη ελληνική πολιτεία που προήλθε από το αλλοτινό βασίλειο των Σελευκιδών και ενέπνευσε συγγραφείς και ποιητές.
Πρόκειται για μέρη ιστορικά και αξέχαστα με πλούσιο αρχαιολογικό πλούτο, αντιπροσωπευτικό δείγμα των οποίων είναι η Κομμαγηνή, μία από τις κορυφαίες Αντιόχειες της αρχαιότητας, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν τις πιο ξακουστές πόλεις που είχαν ιδρύσει οι διαφορετικοί Αντίοχοι για να δοξάσουν τη μεγάλη τους φήμη. Ισως μάλιστα και η καρδιά του Ελληνισμού να χτυπάει τελικά σε αυτά τα μέρη που ίδρυαν οι απόγονοι του Αλεξάνδρου ως υπενθύμιση της ελληνικότητας που διατρέχει τους αιώνες. Ειδικά το μαυσωλείο του Αντιόχου Α’, ένα από τα πιο ιστορικά, προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Ανατολής, δεσπόζει στην Κoμμαγηνή και στην κορυφή του όρους Νεμρούτ Νταγκ ως το τελευταίο σημάδι της ατελείωτης περιπέτειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου αφού ο Αντίοχος Α’ περηφανευόταν ότι είναι απόγονός του.
Τουλάχιστον αυτό συνέβαινε λίγο πριν από τον τεράστιο σεισμό, αφού όλοι φοβούνται ότι μέρος των θησαυρών που βρίσκονται εντός και διαμετρικά από αυτό ενδέχεται να έχουν καταστραφεί. Αυτό το ελληνικό μαυσωλείο θεωρείται Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς και ξεχωρίζει για την ομορφιά του, ενώ όλοι αγωνιούν για την τύχη του καθώς πολλά από τα τεράστια 15 μέτρων αγάλματα που συναποτελούν το σύμπλεγμα του μνημείου είχαν ήδη καταρρεύσει από προηγούμενους σεισμούς και είχαν μείνει πλέον τα κεφάλια, γεγονός που προσέδιδε στο μνημείο έναν ακόμα πιο απόκοσμο χαρακτήρα.
Η ελληνική ιστορία
Το μνημείο δεν είναι τυχαίο και είναι αντίστοιχο της μεγάλης φήμης και της ελληνικής ταυτότητας που επεδίωκε να δώσει στην περιοχή ο Αντίοχος Α’, ο οποίος προσπάθησε να συνενώσει το ελληνικό στοιχείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τον οποίο έλεγε ότι καταγόταν, με τον περσικό χαρακτήρα του πατέρα του, του περίφημου Μιθριδάτη, ο οποίος είχε παντρευτεί την Ελληνίδα Λαοδίκη. Στην προσπάθειά του, μάλιστα, να συνενώσει όλους αυτούς τους διαφορετικούς πολιτισμούς και παραδόσεις -περσικό, ελληνικό, αρμενικό- υπό την επικράτειά του και τη δυναστεία του, έδωσε κατά την ενθρόνισή του στον εαυτό του τον τίτλο «Θεός», κάτι ασυνήθιστο, αφού οι ηγεμόνες των ελληνιστικών περιοχών απέφευγαν τέτοιες υπερβολικές κινήσεις και τιμές που αποδίδονταν μέχρι τότε στον Μέγα Αλέξανδρο.
Ως συμβολικό αποτύπωμα αυτής της κίνησης έφτιαξε αυτό το μνημείο, που πήρε τη μορφή ταφικού-λατρευτικού συμπλέγματος. Το ονόμασε ως εκ τούτου Ιεροθέσιον, αφιερωμένο στο όνομά του και σε ελληνικές και περσικές θεότητες όπως τον Δία-Ωρομάσδη, Απόλλωνα-Μίθρα-Ηλιο-Ερμή, το οποίο υπολόγιζε ότι θα είναι το κέντρο της νέας μεικτής περσοελληνικής αυτής θρησκείας. Τα αγάλματα που αποτελούν μέρη του μνημείου έχουν ως εκ τούτου πρόσωπα ελληνικής τεχνοτροπίας και ρούχα περσικής/αρμενικής ενώ περιμετρικά στη σειρά των αγαλμάτων δεσπόζουν δύο αγάλματα-προστάτες που αναπαριστούν έναν αετό και ένα λιοντάρι. Στο πίσω μέρος των αγαλμάτων υπάρχουν μακριές επιγραφές στα ελληνικά με ακριβείς οδηγίες για το πώς πρέπει να λατρεύεται ο βασιλιάς όσο βρίσκεται στη ζωή καθώς και μετά τον θάνατό του. Πρόκειται για τον πιο λαμπρό και επιβλητικό τρόπο λατρείας την οποία ο Αντίοχος ήθελε να επιβάλει στους κατοίκους αυτού του βασιλείου, ενός από τα τελευταία που δόξασαν τον ελληνικό χαρακτήρα.
Μία από τις εξηγήσεις για τον ελληνικό χαρακτήρα των περιοχών αυτών είναι ότι βρίσκονταν μακριά από τη Ρώμη κι έτσι άργησαν να κατακτηθούν από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες παραμένοντας αλεξανδρινές πόλεις ή υπό τον έλεγχο των απογόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου που στόλιζαν την Ανατολή με Αντιόχειες σαν περίτεχνα μαργαριτάρια. Για την ακρίβεια το βασίλειο της Κομμαγηνής δημιουργήθηκε όταν αποδεκατίστηκε το βασίλειο των Σελευκιδών, στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ., δηλαδή μετά την κατάτμηση της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε επιμέρους ελληνιστικά κράτη. Βασικό χαρακτηριστικό των κρατών αυτών είναι ο εξελληνισμός τους.
Η Κομμαγηνή του Καβάφη
Λίγο πιο ανατολικά, στα σύνορα Τουρκίας - Συρίας δέσποζε η Σελεύκεια ή επί του Ζεύγματος Σελεύκεια ή Ζεύγμα, μία από τις πιο ξακουστές ελληνιστικές πόλεις που αποτελούσε το κατεξοχήν κέντρο των Σελευκιδών, αφού είχε ιδρυθεί από τον Σέλευκο Α’ τον Νικάτορα στη δυτική όχθη του Ευφράτη και σήμερα λέγεται Γκαζιαντέπ. Ο Σέλευκος ήταν γιος του Αντίοχου, στρατηγού του Φίλιππου Β’. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ., πήρε το μέρος του Περδίκκα, αλλά αργότερα οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του και το 321 π.Χ. ανέλαβε τη σατραπεία της Βαβυλώνας.
Ηταν ένας από τους κεντρικότερους διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού κατάφερε να επικρατήσει στους διάφορους πολέμους που έλαβαν χώρα στην περιοχή και έτσι έγινε κυρίαρχος του αλλοτινού μακεδονικού βασιλείου αλλά και της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας, από τη Σογδιανή και τη Βακτριανή στην Ανατολή, μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος της Μικράς Ασίας στη Δύση. Ωστόσο, η Ζεύγμα, που κυριάρχησε για τόσους αιώνες ως δεσπόζουσα στην περιοχή, καταστράφηκε εντελώς από τους σεισμούς, με αποτέλεσμα η πόλη να εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους και να ερημώσει τον 10ο και 12ο αιώνα μ.Χ. Οσο για το όνομά της το οφείλει στη γέφυρα με λέμβους που κατασκευάστηκε στην πόλη από τον Σέλευκο, ώσπου ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τραϊανός έκτισε νέα, λίθινη και μετονόμασε την πόλη σε Ζεύγμα. Απέναντι από τη Σελεύκεια, στην άλλη όχθη του Ευφράτη, υπήρχε μια άλλη ελληνιστική πόλη, η Απάμεια, όπου παντρεύτηκε ο Αντίοχος Γ’, ο μέγας. Μεγάλες δόξες γνώρισε η πόλη και στο Βυζάντιο μέχρι που λεηλατήθηκε από τους Αραβες.
Αυτή η κατάπτωση των τμημάτων του βασιλείου των Σελευκιδών, τα οποία έπεσαν ή στα χέρια των Ρωμαίων ή των Αράβων και άλλα παρήκμασαν σταδιακά, ενέπνευσε και τον Καβάφη ώστε να γράψει το ποίημα «Επιτύμβιον Αντιόχου Βασιλέως Κομμαγηνής», αφιερωμένο ουσιαστικά στον Φιλέλληνα Αντίοχο Α’. Απέναντι στον βασιλέα ο Αλεξανδρινός ποιητής έθεσε έναν φανταστικό Εφέσιο σοφιστή, τον Καλλίμαχο, ο οποίος «από τον οίκο τον βασιλικόν ασμένως και επανειλημμένως φιλοξενηθείς» γράφει «τη υποδείξει Σύρων αυλικών», ένα επιτύμβιο στο οποίο τον κολακεύει γιατί «υπήρξεν επί το άριστον εκείνο, Ελληνικός - ιδιότητα δεν έχ’ ανθρωπότης τιμιοτέραν».
Ειδικά στο ποίημά του «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου: ποιητή εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ.», ο ποιητής περιγράφει ανάγλυφα όλη εκείνη τη συνθήκη της αποσύνθεσης, λίγο πριν καταστραφούν αυτές οι ελληνικές πόλεις από τους Αραβες. Είναι μια εποχή όπου το ελληνικό πνεύμα ακόμα ανθούσε και ενέπνεε την ομορφιά και τις τέχνες, αυτές που με τόσο εκλεπτυσμένο και αισθαντικό τρόπο εξύμνησε ο Καβάφης. Την αποσύνθεσή τους ο ίδιος παρομοιάζει μάλιστα με την παρακμή του σώματος ή την εσωτερική παρακμή που περιγράφει λίγο πιο κάτω με τον στίχο «το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι».
Φτάνοντας μέχρι τα όρια του Ελληνισμού, ο Καβάφης ουσιαστικά αναπολεί τον κόσμο μιας δύναμης, ακμής των γραμμάτων και των τεχνών, αναγκάζοντας τον Σεφέρη να πει σε μια μεταγενέστερη ομιλία του πως «ο κόσμος του Καβάφη βρίσκεται στις παρυφές των τόπων, των ανθρώπων, των εποχών, που με τόση επιμέλεια εξακρίβωνε: εκεί όπου υπάρχουν κράματα πολλά, μεταπτώσεις, μεταστάσεις, παραβάσεις: σε πολιτείες που λάμπουν και τρεμοσβήνουν, στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια, στη Σιδώνα, στη Σελεύκεια, στην Οσροηνή, την Κομμαγηνή: είναι ένας κόσμος ερμαφροδίτων, και η γλώσσα που μιλούν ένα κράμα».
Το κάστρο στο Γκαζιαντέπ
Ωστόσο δεν τις είχε επιλέξει τυχαία ο Καβάφης αυτές τις πόλεις επηρεάζοντας όχι μόνο τον Σεφέρη που θα αναφερθεί στη μελαγχολία που του εμπνέει ο αφανισμός τους, αφού ήταν τα κατεξοχήν σημεία του Ελληνισμού, πόλεις γεμάτες τέχνες, φημισμένες για τα έργα τέχνης και για τους ποιητές τους αλλά και κορυφαίους Ελληνες λογοτέχνες. Από την Κομμαγηνή καταγόταν και ο Λουκιανός, ο οποίος υπήρξε δεινός ρήτορας, σοφιστής και εκπληκτικός σατιρικός συγγραφέας, ουσιαστικά ο πρώτος δημιουργός της σάτιρας ως είδους.
Εκτός όμως από πνευματικά έργα, η περιοχή μάς χάρισε και κορυφαία έργα τέχνης. Στην πόλη Γκαζιαντέπ, που κάποτε ανήκε στην ευρύτερη περιοχή της Κομμαγηνής και του βασιλείου των Σελευκιδών, ήρθαν στο φως τα πανέμορφα ψηφιδωτά της Ζεύγμας, όπως είναι γνωστά, τα οποία σήμερα κοσμούν το μουσείο που φτιάχτηκε στην περιοχή ακριβώς για αυτό τον λόγο. Πρόκειται για μερικά από τα πιο όμορφα στον κόσμο, κλασικά δείγματα της ελληνιστικής τεχνοτροπίας με παραστάσεις από την ελληνική μυθολογία, με το πιο διάσημο από αυτά να αποδεικνύει την επιρροή του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην περιοχή: η διάσημη «Μόνα Λίζα της Ανατολής» ή «Τσιγγάνα», όπως την αποκαλούν οι Τούρκοι, δεν είναι παρά μία από τις διασημότερες αποτυπώσεις σε εικόνα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (δεν είναι τυχαίο ότι την επέλεξε ο Ρόντρικ Μπίτον ως εξώφυλλο για το βιβλίο του «Οι Ελληνες»). Κομμάτια, μάλιστα, του ψηφιδωτού είχαν κλαπεί και είχαν καταλήξει στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο, από το οποίο, όμως, επεστράφησαν και το ψηφιδωτό είναι πλέον ολοκληρωμένο. εφόσον δεν έχει υποστεί ζημιά από τους σεισμούς.
Για την ώρα, πάντως, σύμφωνα με τις κορυφαίες αρχαιολογικές ιστοσελίδες, είναι άγνωστο ακόμα αν το συγκεκριμένο ψηφιδωτό ή κάποια από τα εμβληματικότερα από αυτά που είχαν έρθει στο φως σε ανασκαφές, έχουν υποστεί κάποιες καταστροφές. Ανάμεσα στα ψηφιδωτά ξεχωρίζουν αυτά με θέματα και αναπαραστάσεις από τα ομηρικά έπη και σκηνές της ελληνικής μυθολογίας, όπως ο γάμος Διονύσου και Αριάδνης, η αρπαγή της Ευρώπης, οι Μούσες, η γέννηση της Αφροδίτης, η ιστορία της Αντιόπης και του Σάτυρου, η νύμφη Γαλάτεια, οι Ωκεανός και Τηθύς, οι Πασιφάη, Δαίδαλος και Ικαρος, ο Αχιλλέας στην αυλή του βασιλιά Λυκομήδη. H ανακάλυψη των ψηφιδωτών, την περασμένη δεκαετία, μαζί με άλλους πολύτιμους θησαυρούς, όπως νομίσματα και αγάλματα, θεωρήθηκε μείζον γεγονός για την Τουρκία που δημιούργησε για τον λόγο αυτό Αρχαιολογικό Μουσείο στην περιοχή, αλλά κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα για την ώρα σε ποια κατάσταση βρίσκονται και ποια είναι η τύχη των θησαυρών που φιλοξενούνται στο εσωτερικό του.
Σε αντίθεση με τα ψηφιδωτά, η καταστροφή που υπέστη το κάστρο που δεσπόζει στην κορφή του λόφου της Γκαζιαντέπ είναι παραπάνω από εμφανής. Μέρος του κάστρου είχε αρχίζει να κατασκευάζεται ήδη από την εποχή των Χετταίων, δηλαδή το 1500 π.Χ. και συγκεκριμένα από τους παλαιότερους λαούς της Ανατολής και ολοκληρώθηκε κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τον 2ο και 3ο αιώνα π.Χ. Γίνεται ως εκ τούτου αντιληπτό ότι το κάστρο συμβόλιζε τη δύναμη της περιοχής παραμένοντας το κατεξοχήν οχυρωματικό έργο που κανείς δεν τόλμησε να καταστρέψει - το αντίθετο, κάθε κατακτητής συνέβαλε καταλυτικά στην επέκτασή του. Τελευταίοι που φρόντισαν την ανακατασκευή και ανακαίνισή του ήταν οι Βυζαντινοί και συγκεκριμένα ο Ιουστινιανός με τις εργασίες που έκανε από το 527 έως το 565 μ.Χ.
Τα τείχη του μερικώς κατεστραμμένου κάστρου είναι χτισμένα από πέτρα, ενώ διέθετε 12 εντυπωσιακούς πύργους, πολλοί από τους οποίους έχουν καταρρεύσει οριστικά. Συγκλονιστικό ήταν το βίντεο που έδειχνε τμήμα του κάστρου να καταρρέει σαν χάρτινος πύργος και τα σιδερένια κάγκελα που το περιβάλλουν να πέφτουν σαν πρόχειρη κατασκευή. Μέσα σε ένα λεπτό αυτό το ιστορικό παρατηρητήριο των Χετταίων, που συνέδεσε με τη δική του δυναμική παρουσία στην περιοχή ο Ιουστινιανός, είχε γίνει συντρίμμια.
Ολοι εύχονται πλέον ή, μάλλον, προσεύχονται να αντέξουν οι άνθρωποι να σηκώσουν ένα τεράστιο, ιστορικό δράμα που θυμίζει με τον πιο τραγικό τρόπο το αντίστοιχο που στιγμάτισε αυτές τις ιστορικές ελληνικές περιοχές και έγραψε την ιστορία τους ως μια ατελείωτη τραγωδία αλλά ενίοτε με ποίηση και υψηλή ομορφιά.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr